ΚΑΠΟΙΑ ΤΑΞΙΔΙΑ «ΧΑΛΑΝΕ» ΜΙΚΡΟΒΙΩΜΑ ΚΑΙ ΑΝΟΣΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΤΟ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙΣ
Οι διακοπές είναι συνώνυμες της ξεκούρασης, όμως το σώμα δεν προσαρμόζεται πάντα με την ίδια ταχύτητα. Νεότερα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι κάποια ταξίδια συνοδεύονται από παράγοντες που επιβαρύνουν προσωρινά το μικροβίωμα, τον ύπνο και την άμυνα του οργανισμού.
Μ' αεροπλάνα και βαπόρια, και με τους φίλους τους παλιούς. Ο στίχος θα μπορούσε να κουμπώσει σε κάποιο ανάλαφρο τραγούδι για τις καλοκαιρινές διακοπές, τις τόσο αναμενόμενες για να αφήσουμε πίσω το στρες και να ανακτήσουμε δυνάμεις... ή και όχι. Μια απόδραση μπορεί να σου βγει ξινή επειδή «χτύπησε» το άγχος των διακοπών, δεν τα βρήκατε με την παρέα στα δωμάτια που νοικιάσατε ή απλώς αποφάσισες να φύγεις μακρινό ταξίδι με άγνωστο που βρήκες σε πλατφόρμα για travel buddies.
Χωρίς διάθεση να γίνω ο σπαστικός που φέρνει δεύτερες σκέψεις για τις καλοκαιρινές διακοπές, είπα να μοιραστώ κάποια επιστημονικά δεδομένα για τις πιθανές επιπτώσεις που έχει ένα ταξίδι στον οργανισμό. Όχι κάτι ανησυχητικό αλλά, όπως και να το κάνεις, λίγο οι μεγάλες αλλαγές ώρας σε περίπτωση που φεύγεις για μακρινή ήπειρο, λίγο ο διαταραγμένος ύπνος και η έκθεση σε περιβαλλοντικούς ρύπους, μπορούν να επηρεάσουν την ξεκούραση, το μικροβίωμα και την άμυνα του οργανισμού χωρίς να το πάρεις χαμπάρι.
Πώς επιβαρύνουν τα λιμάνια το αναπνευστικό
Πριν λίγο καιρό, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Environment International έρευνα από το Πανεπιστήμιο του Σαουθάμπτον, που εξέτασε τη σύσταση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης γύρω από το λιμάνι του Σαουθάμπτον, ένα από τα κύρια λιμάνια της Βρετανίας, κυρίως για τα κρουαζιερόπλοια.
Οι ερευνητές, με επικεφαλής συγγραφέα τον καθηγητή Αναπνευστικής Βιολογίας και Τοξικολογίας Matthew Loxham, συνέλεξαν δείγματα αέρα από πέντε σημεία του λιμανιού (πύλη εισόδου φορτηγών, χώρο διαχείρισης παλιοσίδερων, μικρή ερευνητική αποβάθρα, τερματικό σταθμό εμπορευματοκιβωτίων και τερματικό κρουαζιερόπλοιων) μεταξύ 2018 και 2020, για να μετρήσουν τα χονδροειδή, λεπτά και υπέρλεπτα αιωρούμενα σωματίδια.
Το ενδιαφέρον τους επικεντρώθηκε στα τελευταία που, με το μικροσκοπικό μέγεθός τους (μικρότερα από 100 nm) μπορούν να φτάσουν βαθιά στις κυψελίδες των πνευμόνων. Η μέτρηση και μετέπειτα πειράματα κατέληξαν σε δύο κύρια ευρήματα.
Στοιχεία που πυροδοτούν έντονη φλεγμονώδη αντίδραση
Η μέτρηση έδειξε πως, την περίοδο αυξημένης κίνησης των κρουαζιερόπλοιων, τα υπέρλεπτα σωματίδια κοντά στον τερματικό σταθμό των πλοίων περιείχαν αυξημένες συγκεντρώσεις μετάλλων, κυρίως βαναδίου, νικελίου και κοβαλτίου. Η χημική «υπογραφή» συνδέθηκε με την καύση βαρέων ναυτιλιακών καυσίμων.
Στη συνέχεια, εξέτασαν την επίδραση των σωματιδίων σε ανθρώπινα κύτταρα του αναπνευστικού που καλλιεργήθηκαν στο εργαστήριο και βρήκαν πως εκείνα από την περιοχή των κρουαζιερόπλοιων προκαλούσαν εντονότερη φλεγμονώδη αντίδραση σε σχέση με δείγματα από άλλες περιοχές, με αύξηση κυτταροκινών που έχουν συσχετιστεί με τη σοβαρή νόσο COVID-19. Επιπλέον, επηρέασαν την έκφραση γονιδίων που συμμετέχουν στην πρώιμη αντι-ιική άμυνα των κυττάρων.
Το βανάδιο ευνοεί τον πολλαπλασιασμό ιών
Όταν εξέτασαν ξεχωριστά τα μέταλλα, διαπίστωσαν πως το βανάδιο αποτελεί οδηγό του φαινομένου. Η έκθεση στο στοιχείο αυτό αύξησε τον πολλαπλασιασμό τόσο ενός κοινού ρινοϊού όσο και ενός κορονοϊού σε καλλιέργειες ανθρώπινων κυττάρων. Σύμφωνα με τους ερευνητές, ένας πιθανός μηχανισμός εμπλέκει την ενεργοποίηση της πρωτεΐνης SOCS3, η οποία «φρενάρει» ορισμένα μονοπάτια της αντι-ιικής ανοσολογικής απόκρισης.
Κάτι παρόμοιο και στον Πειραιά
Παρόμοια χημική «υπογραφή» ναυτιλιακής επιβάρυνσης έχει καταγραφεί στο λιμάνι του Πειραιά, σε παρόμοιο χρονικό διάστημα (8 Δεκεμβρίου 2018 – 8 Δεκεμβρίου 2019).
Η μελέτη ατμοσφαιρικής ρύπανσης για την ευρύτερη περιοχή του Πειραιά PiraeusAQ, η οποία διεξήχθη από το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών (ΙΕΠΒΑ-ΕΑΑ) σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Κρήτης, εξέτασε τη συγκέντρωση λεπτών αιωρούμενων σωματιδίων (PM₂.₅) στην κεντρική θέση ελέγχου κοντά στο λιμάνι (κτήριο ΗΣΑΠ), αποτυπώνοντας τις συγκεντρώσεις 14 μεταλλικών ιχνοστοιχείων. Ανάμεσά τους ήταν το βανάδιο (μέση συγκέντρωση 11,08 ng/m³, μέγιστο 49,10 ng/m³), το νικέλιο (μέση 8,05 ng/m³ και μέγιστο 47,22 ng/m³) και σε μικρότερο βαθμό το κοβάλτιο (μέση 0,32 ng/m³, μέγιστο 2,08 ng/m³).
Βέβαια, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η μελέτη του Πειραιά κατέγραψε τη σύσταση των λεπτών αιωρούμενων σωματιδίων, ενώ η έρευνα του Σαουθάμπτον επικεντρώθηκε στα υπέρλεπτα σωματίδια. Ακόμα, η βρετανική έρευνα περιορίστηκε σε δοκιμές σε καλλιέργειες ανθρώπινων πνευμονικών κυττάρων, συνεπώς περιγράφει έναν πιθανό βιολογικό μηχανισμό και όχι αποδεδειγμένο κίνδυνο για ανθρώπους που ταξιδεύουν συχνά με πλοία.
Παθαίνει και το έντερο jet lag
Το δεύτερο σκέλος των επιστημονικών ευρημάτων αφορά τα μεγάλα αεροπορικά ταξίδια. Όταν ένα αεροπλάνο διασχίζει πολλές ζώνες ώρας, ο οργανισμός καλείται να προσαρμοστεί σε νέο περιβάλλον προτού προλάβει να αλλάξει τον εσωτερικό του ρυθμό. Το jet lag δεν αφορά μόνο την υπνηλία και τη δυσκολία στον ύπνο. Η απότομη αλλαγή στο ωράριο φωτός, ύπνου και γευμάτων μπορεί να επηρεάσει ένα σύνολο βιολογικών λειτουργιών, από τις ορμόνες μέχρι τον μεταβολισμό και το μικροβίωμα του εντέρου.
Το έντερο φιλοξενεί τρισεκατομμύρια μικροοργανισμούς, οι οποίοι ακολουθούν καθημερινούς ρυθμούς που συνδέονται κυρίως με το πότε τρώμε και κοιμόμαστε. Όταν αυτοί οι ρυθμοί διαταράσσονται, οι επιστήμονες μιλούν για «jet lag του εντέρου» (gut jet lag), μια κατάσταση κατά την οποία το μικροβίωμα χάνει προσωρινά τον συγχρονισμό του με τον οργανισμό.
Σε μελέτη που διερεύνησε τη σχέση κιρκάδιου ρυθμού και μικροβιώματος, ερευνητές έδειξαν ότι τα βακτήρια του εντέρου σε ποντίκια και ανθρώπους παρουσιάζουν ημερήσιες διακυμάνσεις που επηρεάζονται από τους ρυθμούς σίτισης. Όταν ο βιολογικός κύκλος διαταράχθηκε, παρατηρήθηκαν αλλαγές στη σύνθεση της εντερικής μικροχλωρίδας και μεταβολικές διαταραχές, όπως δυσανεξία στη γλυκόζη και αύξηση βάρους.
Οι μεγάλες πτήσεις ταράζουν τα καλά μικρόβια
Μια πρόσφατη αφηγηματική ανασκόπηση στο περιοδικό Nutrients εξέτασε ειδικά πώς τα μεγάλα ταξίδια μπορεί να επηρεάζουν αθλητές υψηλού επιπέδου, οι οποίοι ταξιδεύουν συχνά σε άλλες ηπείρους και χρειάζονται γρήγορη αποκατάσταση. Οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι οι μετακινήσεις με πολλές αλλαγές ζώνης ώρας μπορούν να προκαλέσουν ταυτόχρονα διαταραχές στον κιρκάδιο ρυθμό και στο μικροβίωμα του εντέρου, επηρεάζοντας δυνητικά την αποκατάσταση και την απόδοση.
Υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι το φαινόμενο αφορά και απλούς ταξιδιώτες. Σε μελέτη 267 ατόμων, η ποικιλότητα του μικροβιώματος μειώθηκε στο 61% των συμμετεχόντων μετά το ταξίδι, ιδιαίτερα σε όσους είχαν λάβει αντιβιοτικά.
Σύμφωνα με τους επιστήμονες, ένας πιθανός μηχανισμός αφορά τα λιπαρά οξέα βραχείας αλύσου (SCFAs), όπως το βουτυρικό, τα οποία παράγονται από συγκεκριμένα βακτήρια του εντέρου και συμμετέχουν στη ρύθμιση του μεταβολισμού. Έρευνες σε ποντίκια έχουν δείξει ότι η διαταραχή του κιρκάδιου ρυθμού μπορεί να μειώσει βακτήρια που σχετίζονται με την παραγωγή τους.
Η ζημιά από τα ταξίδια δεν είναι μόνιμη
Οι ερευνητές τονίζουν ότι τα δεδομένα δεν σημαίνουν πως μια μεγάλη πτήση προκαλεί μόνιμη βλάβη στο έντερο. Πολλά ευρήματα προέρχονται από πειραματικά μοντέλα ή μικρές ανθρώπινες μελέτες και χρειάζεται περισσότερη έρευνα. Παρ' όλα αυτά, συνηγορούν στο ότι το jet lag είναι μια απαιτητική περίοδος για το σώμα, κατά την οποία το βιολογικό ρολόι, ο ύπνος, ο μεταβολισμός και το μικροβίωμα απορρυθμίζονται.