ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΚΑΡΔΙΑ ΚΑΙ ΝΕΦΡΑ: ΤΙ ΑΛΛΑΖΕΙ ΚΑΙ ΤΙ ΝΑ ΠΡΟΣΕΞΕΙΣ
Στη στενή σύνδεση καρδιαγγειακής και νεφρικής λειτουργία εστιάζουν οι νέες οδηγίες από την Ευρωπαϊκή Καρδιολογική Εταιρεία, που συστήνουν συστηματικό έλεγχο της νεφρικής λειτουργίας στους ασθενείς με καρδιαγγειακή νόσο και δίνουν έμφαση σε θεραπείες και αλλαγές στον τρόπο ζωής που μπορούν να προστατεύσουν και τα δύο όργανα.
Τα άτομα με καρδιαγγειακή νόσο θα πρέπει να ελέγχονται και για τη λειτουργία των νεφρών τους, σύμφωνα με τις πρώτες ειδικές οδηγίες της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Καρδιολογίας (ESC) για τη διαχείριση της καρδιαγγειακής και της χρόνιας νεφρικής νόσου, που συνέταξε ομάδα 18 ειδικών, μεταξύ των οποίων η Άννα Δαγρέ, Επεμβατική Καρδιολόγος και συντονίστρια διευθύντρια Καρδιολογικής Κλινικής στο Θριάσιο Νοσοκομείο, και η Μαριέτα Θεοδωρακοπούλου, Νεφρολόγος στην Α' Νεφρολογική Κλινική, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Ιατρική Σχολή ΕΚΠΑ.
Όπως επισημαίνεται στον οδηγό, ο οποίος εκπονήθηκε σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Νεφρολογική Εταιρεία και παρουσιάστηκε στις 29 Αυγούστου στο ESC Congress 2026, η καρδιά και τα νεφρά συνδέονται πολύ στενά. Σε περίπτωση δυσλειτουργίας του ενός οργάνου μπορεί να επιβαρυνθεί το άλλο, αυξάνοντας τον κίνδυνο σοβαρών επιπλοκών. Οι ειδικοί εκτιμούν ότι περίπου 100 εκατομμύρια άνθρωποι στην Ευρώπη ζουν με χρόνια νεφρική νόσο, η οποία με τη σειρά της αυξάνει τον κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου.
Τι αλλάζει με τις νέες οδηγίες
Η σχέση καρδιακής και νεφρικής λειτουργίας είναι αμφίδρομη. Τα νεφρά ρυθμίζουν, μεταξύ άλλων, την αρτηριακή πίεση και την ισορροπία υγρών και αλάτων στον οργανισμό. Σε περίπτωση εξασθένησης της λειτουργίας τους, αυξάνεται η πιθανότητα υπέρτασης και άλλων παραγόντων που επιβαρύνουν την καρδιά. Παράλληλα, η καρδιαγγειακή νόσος μπορεί να μειώσει την αιμάτωση των νεφρών και να επιταχύνει την επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας.
Σύμφωνα με τις οδηγίες, ένας άνθρωπος που λαμβάνει διάγνωση για καρδιαγγειακή νόσο (υπέρταση, στεφανιαία νόσο, καρδιακή ανεπάρκεια, περιφερική αρτηριοπάθεια, εγκεφαλικό επεισόδιο κ.ά.) θα πρέπει να ελέγχεται και για χρόνια νεφρική νόσο, μέσα από δύο απλές εξετάσεις:
- Τον εκτιμώμενο ρυθμό σπειραματικής διήθησης (eGFR), μία αιματολογική εξέταση για την εκτίμηση της νεφρικής λειτουργίας και τον προσδιορισμό της αποτελεσματικότητας των νεφρών να φιλτράρουν τα απόβλητα από την κυκλοφορία του αίματος.
- Τον λόγο αλβουμίνης προς κρεατινίνη με εξέταση ούρων (UACR) για τον εντοπισμό πρώιμων σημείων νεφρικής νόσου.
Τονίζεται ότι ένα παθολογικό αποτέλεσμα δεν αρκεί από μόνο του για τη διάγνωση χρόνιας νεφρικής νόσου. Για να επιβεβαιωθεί η χρονιότητα, οι μετρήσεις eGFR και uACR πρέπει συνήθως να επαναλαμβάνονται σε διάστημα τουλάχιστον τριών μηνών.
Τι συστήνεται για τα φάρμακα και τον διαβήτη
Οι οδηγίες δίνουν έμφαση σε φαρμακευτικές παρεμβάσεις που μπορούν να προσφέρουν παράλληλη προστασία στην καρδιά και τα νεφρά, ανάλογα με την κλινική κατάσταση κάθε ασθενούς:
- Σημαντική θέση έχουν οι SGLT2 αναστολείς (γλιφλοζίνες), οι οποίοι προσφέρουν αποδεδειγμένη καρδιαγγειακή και νεφρική προστασία σε ένα ευρύ φάσμα ασθενών με χρόνια νεφρική νόσο και καρδιακή ανεπάρκεια, ανεξάρτητα από την παρουσία διαβήτη.
- Παράλληλα, οι αναστολείς του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (ACEi/ARB) αποτελούν βασικό μέρος της αντιμετώπισης, ιδιαίτερα για τη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης και τη μείωση της λευκωματουρίας.
- Ανάλογα με το συνολικό καρδιαγγειακό προφίλ του ασθενούς, μπορεί να χρειαστούν επίσης θεραπείες για τη ρύθμιση των λιπιδίων, όπως οι στατίνες, καθώς και αντιθρομβωτική αγωγή (αντιπηκτικά, αντιαιμοπεταλιακά) όπου υπάρχει σχετική ένδειξη.
Τι ισχύει για διαβήτη και φάρμακα αδυνατίσματος
Ιδιαίτερη σημασία δίδεται στον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, έναν από τους συχνότερους παράγοντες συσχέτισης της καρδιαγγειακής και της νεφρικής νόσου. Η χρόνια υπεργλυκαιμία μπορεί να προκαλέσει βλάβες στα αγγεία και στα νεφρικά σπειράματα, αυξάνοντας τον κίνδυνο εμφάνισης και εξέλιξης της χρόνιας νεφρικής νόσου, ενώ παράλληλα επιβαρύνει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο.
Για τους ασθενείς με διαβήτη και χρόνια νεφρική νόσο, οι SGLT2 αναστολείς αποτελούν σημαντικό μέρος της θεραπευτικής προσέγγισης. Όταν παραμένει αυξημένη η λευκωματουρία παρά τη βασική θεραπεία, μπορεί να προστεθεί φινερενόνη, ένας μη στεροειδής ανταγωνιστής των υποδοχέων των αλατοκορτικοειδών (MRA), για επιπλέον καρδιαγγειακή και νεφρική προστασία.
Στους κατάλληλους ασθενείς μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν αγωνιστές των υποδοχέων GLP-1, τα γνωστά φάρμακα αδυνατίσματος όπως η σεμαγλουτίδη, που συμβάλλουν στον έλεγχο του σακχάρου και του σωματικού βάρους και προσφέρουν καρδιαγγειακό όφελος, με παράλληλες ενδείξεις νεφρικής προστασίας.
Συστάσεις για τον τρόπο ζωής
Εξίσου σημαντικές είναι οι παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής, ιδιαίτερα στους ανθρώπους με χρόνια νεφρική νόσο. Οι οδηγίες δίνουν έμφαση σε συγκεκριμένες αλλαγές που μπορούν να συμβάλουν στον έλεγχο της αρτηριακής πίεσης, του σωματικού βάρους και άλλων παραγόντων που επιβαρύνουν παράλληλα την καρδιά και τα νεφρά.
Λιγότερο αλάτι
Για τα άτομα με χρόνια νεφρική νόσο προτείνεται πρόσληψη κάτω από 2 γραμ. νατρίου την ημέρα, ποσότητα που αντιστοιχεί σε λιγότερα από 5 γραμ. αλάτι. Ο περιορισμός του νατρίου έχει συσχετιστεί με χαμηλότερη αρτηριακή πίεση, λιγότερη αλβουμίνη στα ούρα και καλύτερα καρδιαγγειακά αποτελέσματα. Παράλληλα, προτείνεται διατροφή με έμφαση στα λαχανικά και εφιστάται προσοχή στα υποκατάστατα αλατιού που περιέχουν κάλιο, λόγω κινδύνου υπερκαλιαιμίας.
Περισσότερη κίνηση και έλεγχος του βάρους
Οι οδηγίες παραπέμπουν στις γενικές συστάσεις της ESC και του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για τη σωματική δραστηριότητα και τη μυϊκή ενδυνάμωση, με την άσκηση να προσαρμόζεται στη σοβαρότητα της καρδιαγγειακής νόσου και στους περιορισμούς κάθε ανθρώπου. Για όσους έχουν υπερβαρότητα ή παχυσαρκία, συστήνονται αλλαγές στη διατροφή και αύξηση της σωματικής δραστηριότητας με στόχο τη σκόπιμη απώλεια βάρους. Η μείωση του βάρους μπορεί να βελτιώσει την αρτηριακή πίεση και το λιπιδαιμικό προφίλ και να βοηθήσει στην προστασία της νεφρικής λειτουργίας.
Διακοπή του καπνίσματος
Οι οδηγίες συστήνουν στους ανθρώπους με χρόνια νεφρική νόσο να διακόψουν το κάπνισμα για να μειώσουν τον καρδιαγγειακό κίνδυνο και τη θνησιμότητα.
Με στόχο να προλαμβάνονται τα προβλήματα νωρίτερα
Οι νέες οδηγίες επιχειρούν να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται καρδιά και νεφρά όχι ως δύο ανεξάρτητα συστήματα, αλλά ως όργανα που επηρεάζουν το ένα τη λειτουργία του άλλου. Όπως επισημαίνει ο συμπρόεδρος της επιστημονικής ομάδας των οδηγιών, Αναπληρωτής Καθηγητής Kevin Damman από το Πανεπιστημιακό Ιατρικό Κέντρο Groningen, στην Ολλανδία:
«Η αναπηρία και τα χρόνια ζωής που χάνονται από κάθε νόσο ξεχωριστά είναι σημαντικά, όμως η χρόνια νεφρική νόσος μπορεί να επιταχύνει την καρδιαγγειακή νόσο και το αντίστροφο, οδηγώντας σε καρδιαγγειακά επεισόδια και ανάγκη για αιμοκάθαρση πολύ νωρίτερα στη ζωή των ασθενών. Τα ευχάριστα νέα είναι ότι τα τελευταία χρόνια υπήρξαν μεγάλες πρόοδοι, που σημαίνει ότι πλέον διαθέτουμε απλές θεραπείες οι οποίες μπορούν να μειώσουν σημαντικά τον κίνδυνο τόσο των καρδιαγγειακών όσο και των νεφρικών επιπλοκών».