© Lisa Marie David

ΑΠΕΙΛΕΣ, ΠΙΕΣΗ, ΕΠΙΜΟΝΗ: ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΙ ΜΟΙΡΑΖΟΝΤΑΙ ΤΙΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΤΟΥΣ

Σε έναν κόσμο όπου η αποκάλυψη της αλήθειας γίνεται όλο και πιο επικίνδυνη, οι γυναίκες ερευνήτριες δημοσιογράφοι είναι εκείνες που βρίσκονται συχνά στο στόχαστρο. Με αφορμή το 14ο Συνέδριο του Παγκόσμιου Δικτύου Ερευνητικής Δημοσιογραφίας, γυναίκες δημοσιογράφοι μοιράζονται τις εμπειρίες τους, αναδεικνύοντας το τίμημα της άσκησης της δημοσιογραφίας αλλά και τη δύναμη του να συνεχίζουν το έργο τους, παρά τις πιέσεις.

Η Maria Ressa, βραβευμένη με το Νόμπελ Ειρήνης το 2021, είναι ένα από τα πιο εμβληματικά πρόσωπα της σύγχρονης ερευνητικής δημοσιογραφίας, ένα ζωντανό παράδειγμα του υψηλού κόστους της αποκάλυψης της αλήθειας. Συνιδρύτρια του ανεξάρτητου μέσου Rappler στις Φιλιππίνες, έχει διωχθεί, φυλακιστεί και στοχοποιηθεί συστηματικά εξαιτίας των ερευνητικών ρεπορτάζ της για τη διαφθορά. Μία από τις τελευταίες απόπειρες αμαύρωσης της προσωπικότητάς της αποτέλεσε ένα deepfake βίντεο που διαδόθηκε το 2024, το οποίο την έδειχνε ψευδώς να δηλώνει ότι αποκομίζει κέρδη από το κρυπτονόμισμα Bitcoin.

Ανησυχητικά είναι τα παραδείγματα εκφοβισμού γυναικών δημοσιογράφων και σε άλλες χώρες. Τον Μάρτιο του 2025, η ερευνήτρια δημοσιογράφος Francisca Christy Rosana από το ινδονησιακό εβδομαδιαίο περιοδικό Tempo έλαβε στο γραφείο της ένα δέμα από άγνωστο αποστολέα. Το περιεχόμενο ήταν αποκρουστικό: ένα ακρωτηριασμένο κεφάλι γουρουνιού. Η σοκαριστική αυτή πράξη εκλήφθηκε ως ευθεία απειλή εναντίον της, σε μια χώρα της νοτιοανατολικής Ασίας που αντιμετωπίζει σοβαρές και διαρκείς προκλήσεις αναφορικά με την ελευθερία του Τύπου.

Μια διαφορετική, αλλά εξίσου τραυματική μορφή πίεσης βίωσε και η Σέρβα δημοσιογράφος Dragana Pećo, όταν πριν από μερικά χρόνια βρήκε το διαμέρισμά της άνω κάτω. Τίποτα δεν είχε κλαπεί. Ωστόσο, το μήνυμα ήταν σαφές: επρόκειτο για μια πράξη εκφοβισμού και μια ωμή υπενθύμιση ότι η ιδιωτική της ζωή μπορούσε να παραβιαστεί ανά πάσα στιγμή.

H Maria Ressa στο Παγκόσμιο Συνέδριο Ερευνητικής Δημοσιογραφίας (GIJC). © Lisa Marie David
H Maria Ressa στο Παγκόσμιο Συνέδριο Ερευνητικής Δημοσιογραφίας (GIJC).

Τρεις διαφορετικές εμπειρίες γυναικών δημοσιογράφων που βίωσαν απειλή ή παρενόχληση εξαιτίας της δουλειάς τους αναδεικνύουν ένα ευρύτερο φαινόμενο που πλήττει τον κλάδο. Οι συγκεκριμένες μαρτυρίες, μαζί με αρκετές ακόμη, παρουσιάστηκαν στο Παγκόσμιο Συνέδριο Ερευνητικής Δημοσιογραφίας (GIJC), που πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο του 2025 στη Μαλαισία.

Διοργανώθηκε από το Παγκόσμιο Δίκτυο Ερευνητικής Δημοσιογραφίας (GIJN), με την υποστήριξη του Incubator for Media Education and Development (iMEdD) που έδωσε την ευκαιρία και σε Έλληνες δημοσιογράφους –όπως η υποφαινόμενη– να συμμετάσχουν.

ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΕΡΕΥΝΑ, ΠΕΡΙΠΟΥ ΤΟ 70% ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΩΝ ΕΧΟΥΝ ΔΕΧΤΕΙ ΚΑΠΟΙΑ ΜΟΡΦΗ ΠΑΡΕΝΟΧΛΗΣΗΣ, ΑΠΕΙΛΗΣ Ή ΕΠΙΘΕΣΗΣ.

Στο συνέδριο δεκάδες ομιλητές παρουσίασαν βραβευμένα ερευνητικά ρεπορτάζ από κάθε γωνιά του κόσμου, ενώ παράλληλα πραγματοποιήθηκαν σεμινάρια για τις τελευταίες τεχνολογίες στην ερευνητική δημοσιογραφία. Μία από τις θεματικές αφορούσε τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες δημοσιογράφοι, τον τρόπο που το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο επηρεάζει τη δουλειά και τις έρευνές τους, αλλά και τρόπους για την ενδυνάμωσή τους μέσα από συλλογική δράση.

Ορατοί και αόρατοι κίνδυνοι για γυναίκες δημοσιογράφους

Μελέτη του Διεθνούς Ιδρύματος Γυναικείων Μέσων Ενημέρωσης έδειξε ότι οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζουν οι δημοσιογράφοι, τόσο στο διαδίκτυο όσο και εκτός αυτού, αυξάνονται και πλήττουν δυσανάλογα άτομα που αυτοπροσδιορίζονται ως γυναίκες, άτομα έγχρωμων κοινοτήτων ή μέλη της LGBTQIA+ κοινότητας. Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, περίπου το 70% των γυναικών δημοσιογράφων έχουν δεχτεί κάποια μορφή παρενόχλησης, απειλής ή επίθεσης, ενώ σχεδόν το ένα τρίτο έχει σκεφτεί να εγκαταλείψει το επάγγελμα εξαιτίας αυτών.

Απειλές, πίεση, επιμονή: γυναίκες δημοσιογράφοι μοιράζονται τις εμπειρίες τους
Σύνεδρος παίρνει το βραχιολάκι της διαπίστευσης στο Παγκόσμιο Συνέδριο Ερευνητικής Δημοσιογραφίας (GIJC). © Lisa Marie David
Σύνεδρος παίρνει το βραχιολάκι της διαπίστευσης στο Παγκόσμιο Συνέδριο Ερευνητικής Δημοσιογραφίας (GIJC).

Σε έρευνα του 2020 από την UNESCO και το Διεθνές Κέντρο Δημοσιογράφων (ICFJ), με παγκόσμιο δείγμα περίπου 1.210 δημοσιογράφων και εργαζομένων στα ΜΜΕ, περίπου το 20% των γυναικών δημοσιογράφων και εργαζομένων στον Τύπο ανέφεραν ότι είχαν δεχθεί κακοποίηση ή επιθέσεις εκτός διαδικτύου, οι οποίες θεωρούσαν ότι σχετίζονταν με τη βία που είχαν βιώσει στο διαδίκτυο.

Τέτοιου είδους απειλές συνυπάρχουν με λιγότερο ορατούς, αλλά εξίσου ουσιαστικούς κινδύνους, όπως το μισθολογικό χάσμα μεταξύ των δύο φύλων. Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη, συνολικά οι γυναίκες αμείβονται λιγότερο από τους άνδρες, με το χάσμα αμοιβών μεταξύ των φύλων να εκτιμάται παγκοσμίως σε περίπου 20%.

Η δημοσιογραφία δεν αποτελεί εξαίρεση, με τις γυναίκες δημοσιογράφους να συνεχίζουν να διεκδικούν δίκαιες αμοιβές, ίσες με εκείνες των ανδρών συναδέλφων τους.

Απειλές, πίεση, επιμονή: γυναίκες δημοσιογράφοι μοιράζονται τις εμπειρίες τους
Η δημοσιογράφος Mais Katt στη συζήτηση για τις προκλήσεις και τις στρατηγικές για τις γυναίκες ερευνήτριες δημοσιογράφους. © Μαγδαληνή Γκόγκου
Η δημοσιογράφος Mais Katt στη συζήτηση για τις προκλήσεις και τις στρατηγικές για τις γυναίκες ερευνήτριες δημοσιογράφους.

H Mais Katt, Συρο-Ολλανδή βραβευμένη ερευνήτρια δημοσιογράφος, ιδρύτρια του Women Who Won the War, ενός δικτύου για γυναίκες αραβικής καταγωγής που ασκούν ερευνητική δημοσιογραφία, μοιράστηκε τη δική της εμπειρία κατά τη διάρκεια του GIJC. Δήλωσε ότι, ως πρόσφυγας στην Ολλανδία, αναγκάζονταν να πληρώνει τα πάντα μόνη της, συμπεριλαμβανομένων των αναγκών της κόρης της, ενώ αμειβόταν πολύ χαμηλά. «Ήταν σχεδόν σαν να επιβίωνα για χρόνια», είπε, εξηγώντας ότι δεν μπορούσε να αντέξει οικονομικά ούτε λίγους μήνες χωρίς δουλειά, απλώς για να σχεδιάσει τα επόμενά της βήματα. «Όταν έγινα freelancer, αύξησα τον μισθό μου πέντε φορές. Προηγουμένως, είχα ζητήσει πολλές φορές αύξηση του μισθού μου, αλλά [οι εργοδότες μου] δεν το δέχονταν».

Συζητώντας με την Katt, μας εξήγησε ότι η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετώπισε ήταν το γεγονός ότι ήταν γυναίκα και προερχόταν από ένα φτωχό περιβάλλον. «Ο πατέρας μου τέθηκε υπό πολιτική κράτηση στη Συρία όταν ήμουν παιδί, γεγονός που είχε σοβαρές επιπτώσεις στην οικονομική κατάσταση της μητέρας μου και στην πρόσβασή μου σε ποιοτική εκπαίδευση σε σύγκριση με τους συνομηλίκους μου», είπε.

Εξήγησε ότι το να χτίσει την εκπαιδευτική και επαγγελματική της πορεία απαιτούσε τεράστια προσωπική προσπάθεια και «πρόσβαση σε κόσμους που παραμένουν σε μεγάλο βαθμό κλειστοί για γυναίκες δημοσιογράφους από φτωχά υπόβαθρα» στην περιοχή της. Αναγνωρίζει ότι η δημοσιογραφία –και ιδιαίτερα η ερευνητική δημοσιογραφία– είναι ένα εξαιρετικά ανταγωνιστικό επάγγελμα. «Από την προσωπική μου εμπειρία, δεν πιστεύω ότι έπρεπε να αποδείξω τον επαγγελματισμό μου περισσότερο από τους άνδρες συναδέλφους μου. Στη Μέση Ανατολή, όμως, ακόμη και όταν μια γυναίκα είναι πιο επαγγελματίας από όλους τους άνδρες στην αίθουσα σύνταξης, οι πιθανότητές της να έχει πρόσβαση σε ουσιαστικές ευκαιρίες παραμένουν εξαιρετικά περιορισμένες.

Η ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΕΥΚΟΛΟΣ ΔΡΟΜΟΣ, ΓΙΑΤΙ ΑΠΟ ΤΗ ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΩΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΑΠΑΙΤΕΙ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΡΚΗ ΕΛΕΓΧΟ ΑΥΤΗΣ.

»Αυτή η πραγματικότητα επιδεινώνεται από κοινωνικές νόρμες και παραδόσεις που περιορίζουν τη δυνατότητα των γυναικών να ταξιδεύουν για συνέδρια ή δημοσιογραφικές εκπαιδεύσεις, παράλληλα με τα γνωστά δομικά εμπόδια που αποτρέπουν τις γυναίκες από το να δημιουργήσουν ισχυρά επαγγελματικά δίκτυα και να προχωρήσουν στην καριέρα τους».

Εξόριστες δημοσιογράφοι: Η περίπτωση του Αφγανιστάν

Ένα από τα πάνελ στο GIJC αφορούσε τα «εξόριστα» μέσα ενημέρωσης, δηλαδή εκείνα τα μέσα που αναγκάζονται να λειτουργούν εκτός της πατρίδας τους, επειδή εντός δεν μπορούν να ασκήσουν τη δημοσιογραφία με ασφάλεια. Η δημοσιογράφος Zahra Nader, η οποία συμμετείχε στη συζήτηση, ηγείται ενός τέτοιο μέσου, ως αρχισυντάκτρια στους Zan Times, που καλύπτουν θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Αφγανιστάν.

Απειλές, πίεση, επιμονή: γυναίκες δημοσιογράφοι μοιράζονται τις εμπειρίες τους
Στο Global Investigative Journalism Network (GIJN) συμμετέχουν 250 οργανισμοί από 91 χώρες. © Alyaa Alhadjri
Στο Global Investigative Journalism Network (GIJN) συμμετέχουν 250 οργανισμοί από 91 χώρες.

Δουλεύει κυρίως με γυναίκες, σε μια χώρα που «είναι η χειρότερη όσον αφορά τα δικαιώματα των γυναικών στη δημοσιογραφία», όπως είπε χαρακτηριστικά. Μια έρευνα του 2022 από την Εθνική Ένωση Αφγανών Δημοσιογράφων με θέμα τις συνθήκες εργασίας των γυναικών δημοσιογράφων υπό το καθεστώς των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν έδειξε ότι το 87% των γυναικών δημοσιογράφων δεν είχαν κίνητρο να εργαστούν λόγω φόβου και πανικού.

Η Nader εξήγησε ότι τα ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης δεν μπορούν να λειτουργήσουν στο Αφγανιστάν, γι' αυτό θεωρεί τη δουλειά που κάνει η ίδια και οι συνεργάτες της εξαιρετικά σημαντική. «Είμαι δημοσιογράφος και εξαιτίας αυτού η ζωή μου κινδυνεύει. Οι συνάδελφοί μου στο Αφγανιστάν διακινδυνεύουν τη ζωή τους με κάθε ιστορία που δημοσιεύουν. Ζουν μέσα στο τραύμα κάθε μέρα και ταυτόχρονα το καταγράφουν δημοσιογραφικά».

ΟΤΑΝ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΚΑΝΟΥΝ ΡΕΠΟΡΤΑΖ, ΣΥΧΝΑ ΒΛΕΠΟΥΝ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ, ΚΑΝΟΥΝ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΦΗΓΟΥΝΤΑΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΥΠΟ ΑΛΛΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΘΑ ΕΜΕΝΑΝ ΑΟΡΑΤΕΣ.

Σε συζήτηση που είχαμε μαζί της, η Nader μάς μίλησε για το πώς βιώνει το να δουλεύει ως εξόριστη δημοσιογράφος. «Το πιο δύσκολο κομμάτι της δημοσιογραφίας από την εξορία είναι να κερδίσεις την εμπιστοσύνη των πηγών σου. Η ερευνητική δημοσιογραφία βασίζεται στην εμπιστοσύνη, και δεδομένου ότι η εμπιστοσύνη είναι κάτι βαθιά ανθρώπινο, συχνά χτίζεται με την παρουσία, με το να είσαι εκεί, με το να δείχνεις το πρόσωπό σου και να μοιράζεσαι τους κινδύνους. Όταν είσαι μακριά, όταν δεν μπορείς να καθίσεις με τις πηγές σου ή να τις κοιτάξεις στα μάτια, το να χτίσεις αυτή την εμπιστοσύνη γίνεται εξαιρετικά δύσκολο».

Κατά τη διάρκεια του συνεδρίου απονεμήθηκαν τα βραβεία του διετούς θεσμού Global Shining Light Award. © Zahid Hassan

Ταυτόχρονα, εξήγησε ότι η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει είναι η ευθύνη που νιώθει απέναντι στους συναδέλφους και τις συναδέλφισσές της που βρίσκονται στο Αφγανιστάν, οι οποίοι «εργάζονται υπό συνεχή απειλή, αποκαλύπτοντας αλήθειες που οι Ταλιμπάν θέλουν ενεργά να φιμώσουν. Ως αρχισυντάκτρια, νιώθω μια βαθιά ηθική ευθύνη για την ασφάλειά τους. Το να βρίσκω τρόπους να συνεχίσω να ασκώ “δημοσιογραφία της λογοδοσίας” –να τεκμηριώνουμε γεγονότα, να αποκαλύπτουμε παραβιάσεις– και ταυτόχρονα να προστατεύω τους ανθρώπους που κάνουν αυτή τη δουλειά είναι συναισθηματικά και ηθικά βαρύ».

Η ερευνητική δημοσιογραφία, μας είπε, δεν είναι ένας εύκολος δρόμος, γιατί από τη φύση της ως επάγγελμα απαιτεί αντιπαράθεση με την εξουσία και διαρκή έλεγχο αυτής. «Ενέχει κινδύνους. Σε πολλά μέρη, η αποκάλυψη της αλήθειας σημαίνει να θέτεις σε κίνδυνο την ασφάλειά σου και, μερικές φορές, τη ζωή σου. Όποιος επιλέγει αυτόν τον δρόμο πρέπει να το κάνει με πλήρη επίγνωση». Συνέχισε, όμως, λέγοντας ότι «αυτή η δουλειά έχει και δύναμη. Η δύναμη πηγάζει από το να λες την αλήθεια, από το να ονομάζεις γεγονότα που άλλοι θέλουν να εξαφανίσουν».

Απειλές, πίεση, επιμονή: γυναίκες δημοσιογράφοι μοιράζονται τις εμπειρίες τους
Μία από τις ομιλίες του συνεδρίου. © Lisa Marie David
Μία από τις ομιλίες του συνεδρίου.

«Όταν οι γυναίκες κάνουν ρεπορτάζ, συχνά βλέπουν διαφορετικά πράγματα, κάνουν διαφορετικές ερωτήσεις και αφηγούνται ιστορίες που υπό άλλες συνθήκες θα έμεναν αόρατες. [...] Χρειαζόμαστε περισσότερες γυναίκες που να ερευνούν τη συστηματική φύση της βίας κατά των γυναικών, της ανισότητας και της κατάχρησης της εξουσίας παντού». Και αυτό είναι σημαντικό γιατί αφορά την ανάκτηση της «φωνής» μας, την αφήγηση των δικών μας ιστοριών και την υπεράσπιση της αξίας των εμπειριών και της αλήθειάς μας.

SLOW MONDAY NEWSLETTER

Θέλεις να αλλάξεις τη ζωή σου; Μπες στη λογική του NOW. SLOW. FLOW.
Κάθε Δευτέρα θα βρίσκεις στο inbox σου ό,τι αξίζει να ανακαλύψεις.