3 ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΜΑΘΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΦΕΤΙΝΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ (ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΜΕ ΑΥΤΕΣ)
Από τις περίπου 20 θεατρικές παραστάσεις που έχω δει μέχρι στιγμής φέτος, κρατώ τρεις ιδέες-συμπεράσματα που αξίζει, νομίζω, να συζητήσουμε.
Λατρεύω το θέατρο και έχω τη μεγάλη τύχη να μπορώ να πηγαίνω σε 3-4 παραστάσεις κάθε μήνα. Η φετινή σεζόν καθόλου δεν με έχει απογοητεύσει και οπωσδήποτε έχω μια νοητή λίστα με τα δικά μου θεατρικά top μέχρι στιγμής, την οποία όμως δεν θα σου αποκαλύψω εδώ, γιατί βασίζεται σε καθαρά υποκειμενική κρίση.
Στη λίστα αυτή μπαίνουν παραστάσεις που, όπως πολύ όμορφα είχε περιγράψει σε παλαιότερη συνέντευξή μας η Έφη Μπίρμπα, πρέπει να μου έχουν προκαλέσει μια εσωτερική μετατόπιση. «Στον θεατή φεύγοντας απ’ την αίθουσα θα πρέπει να έχει επιτελεστεί κάτι, να έχει συμβεί κάτι εντός του. Μια διαδικασία πνευματικής διεργασίας που απαιτεί κόπο. Ο θεατής μέσα στο θέατρο πρέπει να συν-πάσχει», μου είχε πει χαρακτηριστικά η αγαπημένη σκηνοθέτις.
Οι παραστάσεις που ξεχωρίζω, λοιπόν, είναι αυτές που είτε μου έχουν προκαλέσει αυτό είτε μου έχουν μάθει κάτι. Και, όπως διαπιστώνω μεγαλώνοντας, αυτά που μαθαίνεις από μία παράσταση δεν περιορίζονται πάντα μόνο στο έργο καθαυτό, αλλά και σε όσα συντελούνται πριν, μετά ή και παράλληλα. Γιατί το θέατρο είναι μια εμπειρία βαθιά κοινωνική και μυσταγωγική, η οποία ξεπερνά την απλή ψυχαγωγία και αποτελεί ταυτόχρονα έναν καθρέφτη της κοινωνίας, αλλά και ένα μοίρασμα – μια συνάντηση συναισθημάτων και σκέψεων μεταξύ ηθοποιών και κοινού. Αρκεί, βέβαια, να είναι κανείς αρκετά «ανοιχτός» για να συμμετέχει σε όλο αυτό.
Φέτος, λοιπόν, έχοντας δει περίπου 20 παραστάσεις, πήρα τρία μαθήματα που θέλω να μοιραστώ, καθώς νομίζω πως όλα έχουν με τον τρόπο τους να πάνε λίγο πιο μπροστά τη σκέψη και τη διάθεσή μας. Πάμε να τα συζητήσουμε;
Το πρωινό παρκάρισμα των Ιαπώνων
Πριν από μερικές ημέρες βρέθηκα στην Αγγλικανική Εκκλησία του Αγίου Παύλου για να παρακολουθήσω τον «Ηλίθιο του Ντοστογιέφσκι», σμιλεμένο εξολοκλήρου, όπως αναφέρει και το δελτίο τύπου, από τον ηθοποιό και σκηνοθέτη Νικόλα Ανδρουλάκη. Ο λόγος για ένα πρωτότυπο stand-up, ένα ψυχόδραμα, που πραγματικά με συγκίνησε γιατί απέναντί μου είδα έναν γνήσιο καλλιτέχνη να ανοίγει την καρδιά του: έναν άνθρωπο απλό, τρυφερό, με βάθος αλλά και αυτό το ύψος που νιώθεις ότι παίρνουν οι ηθοποιοί σαν από μηχανής θεοί τη στιγμή της νιρβάνας τους, προβληματισμένο, βασανισμένο, πολιτικοποιημένο και ορθάνοιχτο.
Σε ανύποπτη στιγμή, ενώ μιλούσε για αλληλεγγύη, έδωσε το μικρόφωνο σε έναν θεατή, ο οποίος ένιωσε την ανάγκη να μοιραστεί ό,τι πιο αλληλέγγυο έχω ακούσει τελευταία να συμβαίνει –πού αλλού;– στην Ιαπωνία. Όπως είπε, σε πολλούς εργασιακούς χώρους στην Ιαπωνία, οι εργαζόμενοι που φτάνουν πρώτοι επιλέγουν να παρκάρουν τα αυτοκίνητά τους στις πιο απομακρυσμένες θέσεις, αφήνοντας τις θέσεις που βρίσκονται κοντά στην είσοδο της εκάστοτε εταιρείας για όσους φτάνουν αργότερα.
Αυτό δεν αποτελεί κάποιον κρατικό κανόνα αλλά μια άγραφη παράδοση που αντικατοπτρίζει τον σεβασμό και την αμοιβαία κατανόηση μεταξύ συναδέλφων, και που βασίζεται σε τρεις «αρχές» της ιαπωνικής κουλτούρας:
- Omoiyari (Ενσυναίσθηση/Φροντίδα). Η βασική ιδέα είναι η σκέψη για τους συναδέλφους. Οι πρώτοι έχουν περισσότερο χρόνο, οπότε μπορούν να περπατήσουν λίγο παραπάνω.
- Διευκόλυνση όσων αργούν. Όσοι φτάνουν αργοπορημένοι (ίσως λόγω κίνησης, τρένων ή οικογενειακών υποχρεώσεων) μπορεί να έχουν άγχος. Παρκάροντας κοντά, γλιτώνουν μέρος της αναστάτωσης και της πρωινής έντασης.
- Wa (Αρμονία). Η πρακτική αυτή ενισχύει το ομαδικό πνεύμα και τη συνεργασία, θέτοντας το καλό της ομάδας πάνω από την ατομική ευκολία.
Ωραίο, ε;
Ανοίξτε, ρε παιδιά, τα μπαρ να λέμε μια κουβέντα μετά την παράσταση!
Εντάξει, αυτό δεν είναι καμία πρωτοποριακή ιδέα, αλλά επί τη ευκαιρία θα το επαναφέρω μήπως και εισακουστώ: Πολλοί θεατρικοί χώροι της Αττικής έχουν ένα μικρό ή μεγαλύτερο φουαγιέ με ένα λιγότερο ή περισσότερο πλούσιο μπαρ, το οποίο συνήθως χρησιμεύει για νεράκια και καμιά σοκολάτα πριν την παράσταση.
Μετά την παράσταση, όμως, το μπαρ αυτό είναι κατά κανόνα κλειστό – με λίγες εξαιρέσεις, όπως π.χ. το υπέροχο Olvio και το Bios. Αποτέλεσμα, αν θες να παραμείνεις με την παρέα σου καμιά ώρα παραπάνω στο κλίμα της παράστασης, να πεις δυο κουβέντες γι’ αυτό που μόλις βίωσες, να χαιρετήσεις ή να ευχαριστήσεις και τους ηθοποιούς καθώς αποχωρούν, όχι μόνο να μην μπορείς, αλλά και να αναγκάζεσαι να βρεις έναν άλλο χώρο, ένα μπαρ, κάπου κοντά – ιδανικά τόσο κοντά, ώστε να μη χρειάζεται και να ξεπαρκάρεις και να ξαναπαρκάρεις. Τέλος πάντων, μια Τρίτη βράδυ που την επόμενη πρέπει να ξυπνήσεις και στις 7, τα κουράγια για όλο αυτό δεν περισσεύουν – και είναι κρίμα.
Είμαι σίγουρη ότι υπάρχει κάποιος ευσταθής, πιθανότατα οικονομικός λόγος που συμβαίνει (ή δεν συμβαίνει) αυτό, ωστόσο δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι σε μια εποχή που το θέατρο χαίρει τέτοιας άνθησης δεν θα είχε νόημα, επιχειρηματικά και μόνο .
Τα 50 είναι τα νέα 30
Αφορμή για τη σκέψη αυτή μου δίνει το «Τζόνι Μπλε», που σίγουρα αξίζει να δεις αν δεν το έχεις κάνει ακόμα, δυστυχώς όχι φέτος, αφού η παράσταση είναι sold out μέχρι τον Απρίλιο, αλλά την επόμενη σεζόν για την οποία έχει πάρει ήδη παράταση. Πρωταγωνιστής ο Ιωσήφ Ιωσηφίδης, με τον οποίο θα τα πούμε από κοντά σε μερικές ημέρες για να τον γνωρίσουμε όλοι καλύτερα. Πλησιάζοντας στα 50, μοιάζει να ζει τη χρυσή εποχή του.
Τον έχεις σίγουρα δει σε τηλεοπτικές σειρές (π.χ. στις Σαββατογεννημένες και στο Παρά Πέντε), ενώ και στο θέατρο έχει γράψει σοβαρά χιλιόμετρα, όμως φέτος κυριολεκτικά τα έχει «δώσει όλα» συμμετέχοντας σε τρεις σπουδαίες παραστάσεις («Τζόνι Μπλε», «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς» και «Νεκρές Ψυχές»). Χωρίς να είναι αυτός ο σκοπός του, αποδεικνύει με τον τρόπο του ότι ποτέ δεν είσαι αρκετά μεγάλος να λάμψεις όταν κάνεις εξαιρετικά αυτό που αγαπάς.
Στην ίδια «κατηγορία» και ο Αντώνης Τσιοτσιόπουλος, που στα 45 είναι πλέον γνωστός σε όλους τους θεατρόφιλους ως ο δημιουργός κάποιων εκ των κορυφαίων παραστάσεων των τελευταίων ετών (δες φέτος, σε παρακαλώ, την «Έντα» και τα «Ανεξάρτητα Κράτη», αν δεν τα είδες πέρσι), και βέβαια ο Σωτήρης Τσαφούλιας (51 ετών) που μετά το «Έτερος Εγώ» οπότε το όνομά του έγινε γνωστό στο ευρύ κοινό, μας αφήνει τα τελευταία χρόνια με το στόμα ανοιχτό με κάθε νέα σειρά του (έχεις ακούσει για το «ΡΙΦΙΦΙ», αλλά δες και το «Δεκαεπτά κλωστές»).
Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, δεν υποτιμώ τις νεότερες γενιές ηθοποιών, και βέβαια η επιλογή των τριών παραπάνω ανδρών είναι εντελώς συμπτωματική, αφού έτυχε τελευταία να έρθω σε επαφή με έργα τους. Το αισιόδοξο του πράγματος θέλω να υπογραμμίσω, ότι αν είσαι 40 και νιώθεις πως ό,τι έκανες έκανες στην καριέρα σου και πως σου λείπουν πια οι αντοχές και η έμπνευση, ενδεχομένως και να κάνεις ένα τεράστιο λάθος. Ενδεχομένως και να είσαι απλά μόνο στην αρχή.