ΓΙΑΤΙ ΚΑΘΥΣΤΕΡΟΥΜΕ ΝΑ ΠΑΜΕ ΣΤΟΝ ΓΙΑΤΡΟ ΕΝΩ ΕΧΟΥΜΕ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ;
Έρευνες εξηγούν γιατί ο εγκέφαλός σου μπορεί να σε κρατάει μακριά από μια ιατρική επίσκεψη, ενώ τα συμπτώματα στον οργανισμό σου φαίνεται να επιμένουν.
Τις προηγούμενες μέρες επισκέφτηκα τον οικογενειακό μας γιατρό, για να εξεταστώ προληπτικά και για να μου γράψει τις απαιτούμενες εξετάσεις για το ετήσιο τσεκ απ. Παρατηρώντας τον να απαντάει με υπομονή στις (αρκετές ομολογουμένως) ερωτήσεις μου και να μου εξηγεί γιατί κάποιες από τις εξετάσεις που ζητούσα δεν ήταν απαραίτητες, γύρισα ελαφρώς απολογούμενη και του είπα: Τι περνάτε κι εσείς με όλους εμάς, που καμιά φορά από την αγωνία μας υπερβάλλουμε με τις εξετάσεις!
Με κοίταξε και απάντησε ευγενικά: Από την εμπειρία μου, αλλά όπως δείχνουν και έρευνες, έχω να σας πω ότι πολλές φορές συμβαίνει κάτι παράδοξο: συχνά οι ίδιοι ασθενείς, που κατά τα άλλα είναι κυρίως τυπικοί στον προληπτικό έλεγχο της υγείας τους, καθυστερούν να επισκεφθούν τον γιατρό τους όταν παρουσιάζουν κάποιο σύμπτωμα ή συχνά αναβάλλουν τις απαιτούμενες εξετάσεις.
Ο εγκέφαλος προτιμά την αμφιβολία από μια δυσάρεστη βεβαιότητα;
Σήμερα έχουμε πρόσβαση σε περισσότερες πληροφορίες για θέματα υγείας από ποτέ άλλοτε και οι προληπτικοί έλεγχοι αποτελούν πλέον μέρος της καθημερινής ιατρικής πρακτικής. Φαίνεται ότι έχουμε εμπεδώσει σε μεγάλο βαθμό το γνωστό «κάλλιον το προλαμβάνειν ή το θεραπεύειν», που κάποιοι αποδίδουν στον Ιπποκράτη.
Όταν όμως εμφανίζεται ένα σύμπτωμα που ενδέχεται να κρύβει κάποιο πρόβλημα υγείας, βρισκόμαστε μπροστά σε δύο επιλογές: να διερευνήσουμε άμεσα τι συμβαίνει ή να συνεχίσουμε, έστω και προσωρινά, σαν να μην τρέχει τίποτα.
Τότε αρχίζουν να περιφέρονται το μυαλό μας σκέψεις όπως:
- Είναι που έχω κουραστεί τελευταία…
- Θα δω πώς θα πάει, μπορεί να περάσει μόνο του…
- Δεν είναι ώρα τώρα να μπλέκω με γιατρούς…
- Φταίει η αλλαγή του καιρού…
Αυτά και διάφορες άλλες πιθανές ερμηνείες ή διαγνώσεις έχουν σκοπό να μας ανακουφίσουν προσωρινά, κατευνάζοντας την αγωνία μας για το τι μπορεί να συμβαίνει. Η αβεβαιότητα επιτρέπει στον εγκέφαλο να διατηρεί την ιδέα ότι «δεν είναι τίποτα σοβαρό».
Η διάγνωση, αντίθετα, μας αναγκάζει να αντιμετωπίσουμε μια πραγματικότητα που ενδέχεται να επιφέρει μεγάλες αλλαγές στη ζωή μας.
Έρευνα σχετικά με το τι ρόλο παίζει ο φόβος στην αναζήτηση ιατρικής βοήθειας, η οποία δημοσιεύθηκε το 2010 στο International Journal of Public Health, έδειξε ότι ο φόβος δεν ενεργοποιεί πάντα τους ανθρώπους να πάνε πιο γρήγορα στον γιατρό – πολλές φορές κάνει ακριβώς το αντίθετο. Η έρευνα υπογραμμίζει επίσης ότι η αποφυγή αυτή λειτουργεί ως βραχυπρόθεσμος μηχανισμός μείωσης του άγχους: οι άνθρωποι καθυστερούν τις εξετάσεις τους όχι επειδή δεν ανησυχούν, αλλά επειδή ανησυχούν τόσο, ώστε προτιμούν προσωρινά να μη μάθουν την αλήθεια.
Όταν ο οργανισμός συνηθίζει τα συμπτώματα
Το σώμα έχει την εντυπωσιακή ικανότητα να προσαρμόζεται σε νέα δεδομένα της φυσικής του κατάστασης και αυτό είναι χρήσιμο, ιδιαίτερα στις έντονες περιόδους της ζωής μας. Μπορεί όμως να γίνει επικίνδυνο, αν δεν καταφέρουμε να διακρίνουμε μερικά πιο ύποπτα συμπτώματα.
Ένας άνθρωπος που κοιμάται π.χ. άσχημα επί μήνες, συνηθίζει σιγά σιγά την εξάντληση. Κάποιος που ζει διαρκώς με άγχος αρχίζει να θεωρεί φυσιολογική την ταχυκαρδία ή τη σωματική ένταση. Η χαμηλή ενέργεια, οι συχνοί πονοκέφαλοι, οι διαταραχές της πέψης κ.ά. μετατρέπονται σταδιακά από προειδοποιητικά σημάδια του οργανισμού σε μια «φυσιολογική κατάσταση».
Η προσαρμογή αυτή περιγράφεται σε διαφορετική κλίμακα στις χρόνιες νόσους ως «ομαλοποίηση των συμπτωμάτων» (normalisation of symptoms) και αναφέρεται στη γνωστική διαδικασία όπου ο άνθρωπος ή/και ο περίγυρός του αρχίζει σταδιακά να θεωρεί «φυσιολογικά» ή αναπόφευκτα τα συμπτώματα της ασθένειας.
ΣΥΧΝΑ ΤΟ ΦΟΡΤΩΜΕΝΟ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟ ΜΑΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑ ΕΝΑ ΑΛΛΟΘΙ. ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΑΠΟΦΕΥΓΟΥΜΕ ΝΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΟΥΜΕ ΜΙΑ ΠΙΘΑΝΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ.
Μελέτες δείχνουν ότι όσο περισσότερο ένα σύμπτωμα ενσωματώνεται στην καθημερινότητα και αντιμετωπίζεται ως κάτι συνηθισμένο, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα αναβολής της ιατρικής αξιολόγησης.
Γιατί «δεν προλαβαίνω να πάω στον γιατρό»;
Συχνά, αποδίδουμε στην έλλειψη χρόνου το γεγονός ότι αναβάλουμε ένα ιατρικό ραντεβού, ακόμα κι αν εμφανίζουμε κάποια συμπτώματα. Χωρίς αμφιβολία, οι εξαντλητικοί ρυθμοί της καθημερινότητας κάνουν συχνά την αυτοφροντίδα να μοιάζει πολυτέλεια.
Όμως, όπως επισημαίνουν οι ειδικοί, συχνά το φορτωμένο καθημερινό μας πρόγραμμα δεν είναι παρά ένα άλλοθι. Στην πραγματικότητα, αποφεύγουμε να αντιμετωπίσουμε μια πιθανή διάγνωση.
Μεγάλη μελέτη του 2009 στη Βρετανία, σχετικά με την ενημέρωση του κοινού για τον καρκίνο, έδειξε ότι τα σημαντικότερα εμπόδια για να ζητήσουν οι άνθρωποι ιατρική βοήθεια ήταν κυρίως συναισθηματικά:
- φόβος για το τι μπορεί να δείξουν οι εξετάσεις,
- ανησυχία ότι «σπαταλούν τον χρόνο του γιατρού»,
- άγχος και αποφυγή.
Υπήρχαν επίσης πρακτικά ζητήματα, π.χ. το πώς θα κλείσουν ραντεβού, το κόστος, ο χρόνος που πρέπει να βρουν κ.λπ., αλλά δεν ήταν οι κυρίαρχοι παράγοντες.
Ψάχνοντας τα συμπτώματα στο διαδίκτυο
Σε πρώτη ανάγνωση, η εύκολη πρόσβαση σε ιατρικές πληροφορίες μέσω διαδικτύου και η ενημέρωση για ζητήματα υγείας θα έπρεπε να μας ενεργοποιούν ώστε να αναζητούμε έγκαιρα την επικοινωνία με τον γιατρό μας προληπτικά και πολύ περισσότερο όταν εμφανίζουμε συμπτώματα. Τι συμβαίνει όμως στην πραγματικότητα; Γιατί αρκετοί ειδικοί εκφράζουν ανησυχία για τον τρόπο με τον οποίο αναζητούμε πληροφορίες υγείας στο διαδίκτυο;
ΤΑ ΑΤΟΜΑ ΜΕ ΑΥΞΗΜΕΝΟ ΑΓΧΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΥΓΕΙΑΣ ΨΑΧΝΟΥΝ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ ΓΙΑ ΙΑΤΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ, ΑΛΛΑ ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΟΔΗΓΕΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΑ ΣΕ ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΟΝ ΕΙΔΙΚΟ.
Οι ειδικοί αναφέρονται στον όρο «cyberchondria» (κυβερνοϋποχονδρία), με τον οποίο περιγράφεται η εμμονική αναζήτηση ιατρικών πληροφοριών και συμπτωμάτων στο διαδίκτυο, που οδηγεί σε υπερβολικό άγχος και συχνά αβάσιμο φόβο ότι κάποιος πάσχει από σοβαρές ή και απειλητικές για τη ζωή ασθένειες. Αυτές οι υπερβολικές αναζητήσεις δεν φαίνεται, σύμφωνα με τους ειδικούς, να υπηρετούν σωστά την ενημέρωση και οδηγούν συνήθως σε δύο ακραία μονοπάτια:
- είτε σε ψευδή καθησυχασμό, που σε αποτρέπει από την επίσκεψη στον γιατρό,
- είτε σε καταστροφικά σενάρια που προκαλούν τόσο έντονο φόβο, ώστε κάποιος καταλήγει να αποφεύγει τελείως τον γιατρό.
Έρευνα του Baylor University διαπίστωσε ότι τα άτομα με αυξημένο άγχος για τα ζητήματα υγείας ψάχνουν περισσότερο στο διαδίκτυο για ιατρικά θέματα, αλλά αυτό δεν οδηγεί απαραίτητα σε επίσκεψη στον ειδικό. Αντίθετα, πολλοί εγκλωβίζονται σε έναν κύκλο ανησυχίας, ελέγχου συμπτωμάτων και προσωρινής αδράνειας.
Παρόμοια ευρήματα δημοσιεύθηκαν και στο Journal of Anxiety Disorders, όπου οι ερευνητές κατέληξαν ότι η συνεχής έκθεση σε ιατρικές πληροφορίες online μειώνει την ανοχή στην αβεβαιότητα και ενισχύει την αγχώδη συμπεριφορά γύρω από την υγεία.
Παράλληλα, μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2014 στο Sage Journals έδειξε ότι οι άνθρωποι που κάνουν επαναλαμβανόμενες online αναζητήσεις για τα συμπτώματα των ασθενειών εμφανίζουν υψηλότερα επίπεδα στρες και δυσκολεύονται περισσότερο να πάρουν την απόφαση να εξεταστούν από γιατρό.
Το ψυχολογικό κόστος της αβεβαιότητας
Όταν αποφεύγουμε να επισκεφτούμε γιατρό, αναβάλλοντας έτσι την όποια διάγνωση, συχνά νιώθουμε μια συνεχή εσωτερική ένταση, καθώς το μυαλό επιστρέφει διαρκώς στο ίδιο ερώτημα: Κι αν είναι κάτι σοβαρό;
Έρευνα που δημοσιεύθηκε το 2021 εξέτασε πώς αντιδρά ο εγκέφαλος όταν ένα άτομο βρίσκεται σε κατάσταση αβεβαιότητας και απειλής και ειδικά τι συμβαίνει σε ανθρώπους με υψηλή «δυσανεξία στην αβεβαιότητα» (intolerance of uncertainty). Οι ερευνητές υπέβαλαν 42 συμμετέχοντες σε ένα πείραμα όπου κάποια σήματα τους προειδοποιούσαν ότι ίσως δεχθούν ηλεκτρικό σοκ (50% πιθανότητα), ενώ άλλα σήματα υποδήλωναν πλήρη ασφάλεια. Κατά τη διάρκεια του πειράματος κατέγραψαν:
- τα επίπεδα άγχους και δυσφορίας,
- τη σωματική αντίδραση του οργανισμού,
- τη δραστηριότητα του εγκεφάλου μέσω fMRI (Λειτουργική Μαγνητική Τομογραφία).
ΤΟ «ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΤΙ ΘΑ ΣΥΜΒΕΙ» ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΕΞΙΣΟΥ ΕΠΙΒΑΡΥΝΤΙΚΟ ΜΕ ΜΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΠΕΙΛΗ.
Τα βασικά αποτελέσματα έδειξαν ότι:
- Η αβεβαιότητα από μόνη της αύξανε το στρες, την αρνητική συναισθηματική φόρτιση και την ενεργοποίηση των νευρώνων, σε σύγκριση με τις ασφαλείς συνθήκες.
- Τα άτομα με μειωμένη αντοχή στην αβεβαιότητα δεν είχαν απαραίτητα πιο έντονες σωματικές αντιδράσεις, αλλά βίωναν την αβεβαιότητα ως πιο απειλητική και ψυχολογικά δυσάρεστη.
- Στον εγκέφαλό τους εμφανίστηκε αυξημένη δραστηριότητα στον προμετωπιαίο φλοιό, περιοχή που σχετίζεται με την αξιολόγηση απειλής, τη συνειδητή επεξεργασία του φόβου και την προσπάθεια ελέγχου ή πρόβλεψης του κινδύνου.
Το σημαντικό συμπέρασμα της έρευνας είναι ότι ο εγκέφαλος πολλών ανθρώπων δεν αντιδρά μόνο στον ίδιο τον κίνδυνο, αλλά και στην αβεβαιότητα γύρω από αυτόν. Δηλαδή, το «δεν ξέρω τι θα συμβεί» μπορεί να γίνει ψυχολογικά εξίσου επιβαρυντικό με μια πραγματική απειλή.
Σε κλινικό επίπεδο, η καθυστέρηση μιας διάγνωσης μπορεί να μετατρέψει αντιμετωπίσιμες καταστάσεις σε πιο σύνθετες. Αυτό ισχύει όχι μόνο για τις σοβαρές σωματικές νόσους αλλά και για τις ψυχικές διαταραχές, τα αυτοάνοσα, τις διαταραχές στον μεταβολισμό κ.λπ., που θα μπορούσαν να ελεγχθούν πολύ πιο εύκολα αν εντοπίζονταν νωρίς.
Η πρόληψη δεν είναι υπερβολή
Για χρόνια, η προληπτική ιατρική συνδέθηκε λανθασμένα με την υπερβολική ανησυχία ή την «υποχονδρία». Όμως η σύγχρονη προσέγγιση της ευεξίας βασίζεται ακριβώς στο αντίθετο: στη φροντίδα πριν υπάρξει σοβαρό πρόβλημα και στην άμεση συνεργασία με τους επαγγελματίες υγείας.
Συχνά, η ίδια η διάγνωση –ακόμη κι όταν δεν είναι τόσο ευχάριστη– φέρνει ανακούφιση. Δεν είναι λίγοι όσοι περιγράφουν εκ των υστέρων ότι η αναμονή και η αβεβαιότητα αποδείχθηκαν πιο ψυχοφθόρες από την ίδια τη διάγνωση.