Η «ΜΗΔΕΙΑ» ΠΟΥ ΕΒΑΛΕ ΦΩΤΙΑ ΣΤΗΝ ΕΠΙΔΑΥΡΟ
Με φλογερές ερμηνείες και ανάλογο φινάλε, η ανασύνθεση της «Μήδειας» του Λουίτζι Κερουμπίνι στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου ζωντάνεψε τη θρυλική παράσταση όπερας που είχε σφραγίσει με την ερμηνεία της η Μαρία Κάλλας.
Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, 6 Αυγούστου 1961. Έναν χρόνο αφότου ερμήνευσε εκεί τη «Νόρμα», η Μαρία Κάλλας επιστρέφει με τη «Μήδεια» του Λουίτζι Κερουμπίνι. Δύο ημέρες μετά, η εφημερίδα Ελευθερία γράφει:
«Όπως αναμένετο, η παράστασις της Μήδειας την Κυριακήν εις την Επίδαυρον απετέλεσεν ένα μεγάλο καλλιτεχνικόν γεγονός, με διεθνή απήχησιν, και έναν προσωπικόν θρίαμβον της πρωταγωνιστρίας Μαρίας Κάλλας. Το τέλος της προχθεσινής παραστάσεως, την οποίαν ετίμησαν με την παρουσίαν τους Έλληνες και ξένοι επίσημοι και άνω των 17.000 θεατών, εκάλυψαν ένας πρωτοφανής ενθουσιασμός του πλήθους, ατελείωτα χειροκροτήματα και αποθεωτικές εκδηλώσεις του κοινού.
»Τίποτα δεν ηδύνατο να ανασχέση το ανθρώπινον κύμα, το οποίον ώρμησε από τις κερκίδες και συνωθείτο γύρω από την σκηνήν με την επιθυμίαν να εκδηλώση από κοντά τον θαυμασμόν διά την πρωταγωνίστριαν και τους συντελεστάς του καλλιτεχνικού αυτού επιτεύγματος».
Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, 20 Ιουνίου 2026. Η Εθνική Λυρική Σκηνή παρουσιάζει μια ανασύνθεση της ιστορικής εκείνης παράστασης, με την Άννα Πιρότσι στον πρωταγωνιστικό ρόλο.
Δεν είναι η πρώτη φορά που η Ιταλίδα σοπράνο –για την ακρίβεια, δραματική υψίφωνος κολορατούρα– αναμετριέται με τον συγκεκριμένο ρόλο και, κατά μία έννοια, με τη σκιά της Κάλλας. Είχε ερμηνεύσει τον ρόλο και σε μια εντελώς διαφορετική παραγωγή τον Απρίλιο του 2023, όταν η «Μήδεια» του Κερουμπίνι άνοιξε το μεγάλο αφιέρωμα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής για τα εκατό χρόνια από τη γέννηση της Μαρίας Κάλλας.
Η «Μήδεια» και η Κάλλας
Υπάρχουν πολλά «νήματα» που συνδέουν την πιο θρυλική ερμηνεύτρια της όπερας όλων των εποχών με την τραγική ηρωίδα του Ευριπίδη – και δεν αναφέρομαι καθόλου στις τραγικές διαστάσεις που μπορεί να είχε η δική της ζωή.
Στο δράμα του Ευριπίδη βασίστηκε το λιμπρέτο για τη «Μήδεια» του Κερουμπίνι, που παρουσιάστηκε στην ιταλική της εκδοχή στη Σκάλα του Μιλάνου το 1909, για να περάσει στη συνέχεια στην αφάνεια. Μέχρι που το 1953 η 29χρονη τότε Κάλλας πρωταγωνιστεί στο ανέβασμα της όπερας στο φεστιβάλ του Φλωρεντινού Μαΐου και θριαμβεύει.
Μια πενταετία μετά, όταν η νεοσύστατη Όπερα του Ντάλλας στην Αμερική της προτείνει να παίξει και εκεί τη Μήδεια, η Κάλλας δέχεται με μία προϋπόθεση: να επιλέξει η ίδια τον σκηνοθέτη. Και επιλέγει έναν μεγάλο Έλληνα θεατράνθρωπο, τον Αλέξη Μινωτή, που με τη σειρά του προτείνει ως σκηνογράφο και ενδυματολόγο έναν μεγάλο Έλληνα ζωγράφο: τον Γιάννη Τσαρούχη.
Ο ξένος τύπος έγραφε για τη «Μήδεια των Ελλήνων» και ο τότε διευθυντής της ΕΛΣ, Κωστής Μπαστιάς, εκείνος που είχε ανακαλύψει και στηρίξει την Κάλλας στη νεαρή της ηλικία, κατάφερε να τη φέρει το 1961 στην Επίδαυρο.
Η επιστροφή στην Επίδαυρο
Εξήντα πέντε χρόνια μετά, το αρχαίο αργολικό θέατρο είναι και πάλι κατάμεστο. Η «Μήδεια» είναι sold out και δέκα χιλιάδες θεατές (πού χώρεσαν επτά χιλιάδες περισσότεροι το ’61;) ανυπομονούν να ζήσουν αυτό που οι Άγγλοι θα χαρακτήριζαν «once in a lifetime experience».
Γιατί αυτό το ανέβασμα ονομάζεται ανασύνθεση και όχι αναβίωση της «Μήδειας» του παρελθόντος; Όπως εξηγεί στο πρόγραμμα της τωρινής παράστασης ο Παναγής Παγουλάτος, που ανέλαβε τη σκηνοθεσία, «πιστή» επανάληψη δεν θα μπορούσε να γίνει, «γιατί αφενός δεν υπάρχει βίντεο, αφετέρου ούτε και αναλυτική περιγραφή της σκηνοθεσίας πάνω στο σπαρτίτο (δηλαδή στην αναγωγή του έργου για φωνή και πιάνο) όπως γίνεται σε κάθε ανέβασμα όπερας».
Κανείς δεν είχε θελήσει τότε να κινηματογραφήσει έστω ένα απόσπασμα; «Όπως αναφέρεται, οι ηθοποιοί, οι χορωδοί και οι μουσικοί της Λυρικής Σκηνής αρνήθηκαν να ξεκινήσουν τη γενική πρόβα αν προηγουμένως δεν αποχωρούσαν οι ανταποκριτές του BBC που είχαν έρθει να μαγνητοσκοπήσουν», σημειώνει επίσης στο πρόγραμμα η μουσικολόγος Σοφία Κομποτιάτη. «Και αυτό γιατί δεν είχε γίνει καμία συμφωνία να λάβουν και αυτοί τα δικαιώματά τους. Τελικά οι φακοί απεμακρύνθησαν», έγραψε τότε η εφημερίδα Έθνος.
Σώζονται, όμως, τα τετράδια σκηνοθεσίας του Αλέξη Μινωτή που περιλαμβάνουν σημειώσεις για μερικές σκηνές του έργου, σώζεται φωτογραφικό υλικό αλλά και κάποια από τα αυθεντικά κοστούμια, όπως αυτό που φορούσε στην ανασύνθεση ο Κρέοντας.
«Εδώ το ένδυμα δεν περιγράφει μια εποχή· κρατά μια μνήμη», επισημαίνει η Τότα Πρίτσα, επικεφαλής του ενδυματολογικού τομέα της ΕΛΣ, η οποία ζωντάνεψε το όραμα των κοστουμιών του Τσαρούχη. «Και η σκηνή δεν αναπαριστά – συνθέτει. Σαν να άπλωσε ο ίδιος ο ζωγράφος τα χρώματά του πάνω στο σώμα του ηθοποιού, και το άφησε να κινηθεί».
Η εμπειρία της όπερας στο αρχαίο θέατρο
Δεν ξέρω αν το πνεύμα της Κάλλας ήταν παρόν, πάντως η έκθεση Σημείο Κάλλας στον περιβάλλοντα χώρο του Αρχαίου Θεάτρου Επιδαύρου, φρόντισε να κάνει διάχυτη με ατμοσφαιρικό τρόπο την ανάμνησή της. Το βλέμμα της, η κίνηση του χεριού της, το ξίφος στον χιτώνα της έκλεβαν την προσοχή σου καθώς ανέβαινες προς το θέατρο, με τον σκηνογράφο Διονύση Φωτόπουλο να υπογράφει την επιμέλεια της έκθεσης και τον εικαστικό και video designer Παντελή Μάκκα τη βιντεοεγκατάσταση.
Κι εκεί που περιμένεις να δεις τις γνώριμες κερκίδες σαν να ξεπροβάλλουν μέσα από τα πεύκα, βλέπεις κάτι που θα μπορούσε να είναι εκεί ανέκαθεν: το εντυπωσιακό σκηνικό που προσάρμοσε στο σήμερα η Λιλή Πεζανού.
Η επόμενη έκπληξη είναι η διάχυση της μουσικής από την ορχήστρα στον ανοιχτό χώρο και η μείξη με τους ήχους της φύσης, που ήθελε λίγο να τη συνηθίσεις. Τι κι αν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι δεν μπορούσαν να διανοηθούν την έννοια της όπερας; Η ακουστική της Επιδαύρου ανταποκρίνεται σε κάθε δοκιμασία!
Όταν πια το πλήθος των ερμηνευτών, μονωδών, χορωδών και βοηθητικών ρόλων κατακλύζει τη σκηνή, το μέγεθος αυτού που βλέπεις σε καθηλώνει, όπως σε καθηλώνουν οι ερμηνείες.
Υπήρχε κάτι οικείο στη σύνθεση αυτής της «Μήδειας των Ελλήνων» και πολύ ταιριαστό με τον τόπο. Μπορεί η «Μήδεια» του 2023 στην Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος της ΕΛΣ να είχε κάνει μια πολύ ενδιαφέρουσα πρόταση με τη σκηνοθεσία και τα σκηνικά του Ντέιβιντ ΜακΒίκαρ, όμως τώρα η Μήδεια ήταν περισσότερο από ποτέ στον φυσικό της χώρο, ανέπνεε τον αέρα που γέννησε τον μύθο, συνδεόταν με συλλογικές μνήμες που έχουμε ως λαός όποια κι αν είναι η σχέση του καθενός μας με την αρχαιότητα.
Το φινάλε είδε τον ναό στο κέντρο της σκηνής να παραδίδεται στις φλόγες και τη Μήδεια να ανέρχεται στους ουρανούς σε ένα φλεγόμενο άρμα μαζί με τους νεκρούς της γιους.
Δεν χρειαζόταν να περάσουν δύο μέρες για να γράψουν οι εφημερίδες για το αποθεωτικό χειροκρότημα. Τα social media κατακλύστηκαν από τα βίντεο της υπόκλισης και οι αναρτήσεις ήταν ικανές να προκαλέσουν FOMO σε όποιον δεν είχε την τύχη να είναι εκεί.
Η «Μήδεια» στο διηνεκές
Αν και ο μύθος της Μήδειας είναι πασίγνωστος, υπάρχουν στιγμές στην όπερα του Κερουμπίνι που δεν εύχεσαι απλώς, σχεδόν πιστεύεις ότι μπορεί να μην προβεί στον αποτρόπαιο φόνο των παιδιών της. Ότι μπορεί η πάλη που γίνεται μέσα της να γείρει προς την άλλη κατεύθυνση. Αλλά, φευ, η ίδια έρχεται να το διαψεύσει κατηγορηματικά.
«Μια καρδιά μητέρας χτυπά στο στήθος μου», λέει κατά το λιμπρέτο του Φρανσουά-Μπενουά Οφμάν, για να προσθέσει αμέσως μετά: «Φύση, τώρα μάταια μου μιλάς»!
Αναφερόμενη στην ομότιτλη τραγωδία του Ευριπίδη, στην οποία βασίστηκε η συγκεκριμένη όπερα, η Βρετανίδα καθηγήτρια Κλασικών Σπουδών Edith Hall έχει γράψει ότι «είναι το πρώτο έργο της δυτικής θεατρικής παράδοσης στο οποίο το κοινό παρακολουθεί, με κάθε λεπτομέρεια, κάποιον που αποφασίζει να σκοτώσει και εκτελεί την απόφασή του».
«Η Μήδεια είναι το πρώτο και ίσως το σπουδαιότερο θεατρικό έργο που πραγματεύεται τον φόνο», καταλήγει η ίδια στο δοκίμιο «Medea and the Mind of the Murderer» (Η Μήδεια και το δολοφονικό μυαλό). «Το γεγονός ότι η Μήδεια αντιστέκεται σε κάθε σαφή ψυχολογική και νομική κατηγοριοποίηση έχει συμβάλει διαχρονικά στο να μας απασχολεί και φαίνεται πως θα αποτελέσει έναν από τους βασικούς λόγους για τους οποίους το έργο θα συνεχίσει να αναβιώνει και κατά την τρίτη χιλιετία».