ΤΟ ΚΟΛΠΟ ΓΙΑ ΝΑ ΜΕΓΑΛΩΣΕΙΣ ΕΞΥΠΝΑ ΠΑΙΔΙΑ
Όλοι οι γονείς αναρωτιούνται τι μπορεί να βοηθήσει ένα παιδί να αξιοποιήσει τις δυνατότητές του. Νέα μεγάλη ανασκόπηση επιχειρεί να απαντήσει στο ερώτημα, εξετάζοντας συνήθειες των πρώτων χρόνων ζωής που αφήνουν αποτύπωμα στον εγκέφαλο για πολλά χρόνια αργότερα.
Η αγωνία των γονιών για τις σχολικές επιδόσεις του παιδιού δύσκολα θ’ αλλάξει. Το βλέπω σε φίλους και φίλες που απέκτησαν παιδιά: όσο κι αν μοιάζει μακρινή η απαίτηση να γίνονται όλα τους γιατροί και δάσκαλοι –ειδικά γνωρίζοντας πόσο αμείβονται σε τούτον εδώ τον τόπο–, μια λαχτάρα να γίνουν καλοί μαθητές την έχουν. Το ίδιο και να τους βγουν έξυπνα για να προκόψουν, να έχουν κι εκείνοι να περηφανεύονται.
Η παραπάνω ανάγκη δεν πέρασε απαρατήρητη. Οι επιστήμονες ανακάλυψαν ότι τα γονίδια ευθύνονται για το 20-50% τη ευφυΐας και πολλοί ειδικοί άρχισαν να προτείνουν διάφορους τρόπους ενίσχυσης της γνωστικής ανάπτυξης των παιδιών, από την ανάγνωση βιβλίων μέχρι τη συμμετοχή σε εκπαιδευτικές δραστηριότητες, ακόμη και ορισμένα βιντεοπαιχνίδια. Στην ίδια λογική κινήθηκαν και αρκετοί μη ειδικοί, φτάνοντας μάλιστα να αποδώσουν στον Αϊνστάιν τη συμβουλή «Αν θέλεις έξυπνα παιδιά, διάβαζέ τους παραμύθια», μια φράση που, παρά την επιστημονική της αλήθεια, μάλλον δεν είπε ποτέ.
Ένα άλλο μεγάλο κομμάτι της έρευνας επικεντρώθηκε στις διατροφικές συνήθειες του παιδιού. Αν θυμάστε τη γιαγιά ή τη μαμά να σας μπουκώνουν με το στανιό φαγητά που σιχαινόσασταν γιατί θα σας εξασφάλιζε γερό μυαλό, πολύ πιθανώς ακολουθούσαν συμβουλές των παιδιάτρων, που επιμένουν δεκαετίες τώρα ότι τα πρώτα χρόνια της ζωής είναι καθοριστικά για την ανάπτυξη ενός παιδιού.
Στο τελευταίο επιχείρημα έρχεται να πλειοδοτήσει νέα μεγάλη ανασκόπηση, που δημοσιεύεται στο Advances in Nutrition. Σύμφωνα με τα ευρήματά της, οι πρώιμες διατροφικές συνήθειες του παιδιού θα συνεχίσουν να επηρεάζουν την εγκεφαλική του λειτουργία ακόμη και στην ηλικία των 15 ή 16 ετών.
Τα κρίσιμα τρία χρόνια για τον παιδικό εγκέφαλο
Η ερευνητική ομάδα, με επικεφαλής την Hayley Young, καθηγήτρια Ψυχολογίας από το Πανεπιστήμιο Swansea της Ουαλίας, ανέλυσε 73 επιστημονικές μελέτες (48 ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές και 25 μακροχρόνιες μελέτες παρακολούθησης) προκειμένου να διερευνήσει κατά πόσο η διατροφή επηρεάζει την ανάπτυξη του εγκεφάλου.
Το βασικό συμπέρασμα ήταν ότι τα τρία πρώτα χρόνια της ζωής αποτελούν ένα κρίσιμο αναπτυξιακό «παράθυρο». Τα παιδιά με ποιοτικά χαμηλή διατροφή κατά τη συγκεκριμένη περίοδο πέτυχαν χαμηλότερα σκορ σε τεστ νοημοσύνης στην εφηβεία. Η συσχέτιση επιβεβαιώθηκε σε πολλές ανεξάρτητες μελέτες και παρέμεινε ισχυρή ακόμη και μετά τη συνεκτίμηση παραγόντων, όπως το οικογενειακό εισόδημα και το μορφωτικό επίπεδο των γονέων.
Τη σημασία της πρώτης τροφής έχουν αναδείξει και παλαιότερες μελέτες, που κατέληξαν οτι οι πρώτες 1.000 ημέρες ζωής, από τη σύλληψη έως περίπου τα δύο έτη, είναι που κάνουν τη διαφορά, με χαμηλότερες επιδράσεις από τη διατροφή κατά την προσχολική και σχολική ηλικία.
Γιατί ξεχωρίζουν οι πρώιμες διατροφικές συνήθειες
Ο ανθρώπινος εγκέφαλος αναπτύσσεται με εντυπωσιακά γρήγορο ρυθμό πριν ακόμη το παιδί ξεκινήσει το σχολείο. Την περίοδο αυτή δημιουργούνται δισεκατομμύρια νέες συνδέσεις μεταξύ των νευρώνων, ενώ σχηματίζεται και η μυελίνη, το προστατευτικό περίβλημα που επιτρέπει στα νευρικά σήματα να μεταδίδονται ταχύτερα και αποτελεσματικότερα.
Οι παραπάνω διαδικασίες απαιτούν επαρκή παροχή θρεπτικών συστατικών. Μια έρευνα σε παιδικούς πληθυσμούς αναπτυσσόμενων χωρών, όπως το Περού και η Αιθιοπία, έδειξε ότι τα 5χρονα με καθυστερημένη ανάπτυξη παρουσίαζαν χειρότερες εκτελεστικές λειτουργίες χρόνια αργότερα. Οι αναλύσεις υποδηλώνουν ότι οι επιπτώσεις στη μνήμη εργασίας ξεκινούν από μικρότερες ηλικίες.
Ποια τρόφιμα κάνουν τη διαφορά
Η ερευνητική ομάδα εξέτασε μεγάλη ποικιλία θρεπτικών συστατικών, όπως σίδηρο, ιώδιο, βιταμίνη D, χολίνη, καλά λιπαρά οξέα, δημητριακά ολικής άλεσης κ.ά., για να διαπιστώσει αν υπάρχει κάποιο στοιχείο που κάνει τη διαφορά. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι δεν υπάρχει κάποιο «μαγικό» συστατικό και ότι ο εγκέφαλος χρειάζεται μια συνολικά ισορροπημένη διατροφή.
Μια πιο ξεκάθαρη εικόνα έρχεται από μελέτες που προηγήθηκαν, σύμφωνα με τις οποίες:
- Τα παιδιά που θήλασαν αποκλειστικά εμφάνισαν μεγαλύτερη μυελίνωση του εγκεφάλου και καλύτερες επιδόσεις σε λεκτικές και μη λεκτικές γνωστικές δοκιμασίες σε σχέση με όσα τράφηκαν αποκλειστικά με τεχνητό βρεφικό γάλα.
- Τα παιδιά που κατανάλωναν περισσότερα φρούτα, λαχανικά και σπιτικό φαγητό εμφάνισαν ελαφρώς υψηλότερο δείκτη νοημοσύνης και καλύτερες γλωσσικές επιδόσεις αργότερα στην παιδική ηλικία.
- Οι δίαιτες δυτικού τύπου, πλούσιες σε υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα και ζαχαρούχα ροφήματα, έχουν συνδεθεί με χαμηλότερες γνωστικές επιδόσεις και μικρότερο όγκο ορισμένων περιοχών του εγκεφάλου.
- Η φυσιολογική ανάπτυξη του εγκεφάλου φαίνεται να υποστηρίζεται από θρεπτικά συστατικά όπως τα ω-3 λιπαρά οξέα, ο σίδηρος, η χολίνη, η σφιγγομυελίνη και το φυλλικό οξύ, τα οποία συμμετέχουν στη διαδικασία της μυελίνωσης.
- Συμπληρώματα σιδήρου ή συνδυασμοί πολλών μικροθρεπτικών συστατικών φαίνεται να ωφελούν παιδιά με διατροφικές ελλείψεις ή υποσιτισμό. Αντίθετα, για μεμονωμένα συμπληρώματα, όπως οι βιταμίνες του συμπλέγματος Β, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία ότι βελτιώνουν τις γνωστικές επιδόσεις σε υγιή παιδιά.
Είναι η εφηβεία μια δεύτερη ευκαιρία;
Παρότι η εφηβεία θεωρείται δεύτερη περίοδος έντονης ανάπτυξης και αναδιοργάνωσης του εγκεφάλου, δεν υπάρχουν προς ώρας επαρκή στοιχεία ότι η βελτίωση των διατροφικών συνηθειών σε αυτή την ηλικία μπορεί να αντιστρέψει πλήρως τις επιπτώσεις μιας φτωχής διατροφής στα πρώτα χρόνια της ζωής. Οι μέχρι σήμερα μελέτες έχουν δώσει αντικρουόμενα αποτελέσματα, με κάποιες να καταγράφουν περιορισμένα γνωστικά οφέλη και άλλες να μην εντοπίζουν σημαντικές διαφορές.
Σύμφωνα με τους ερευνητές από το Πανεπιστήμιο Swansea, οι αντιφάσεις πιθανότατα οφείλονται στις διαφορές στον σχεδιασμό των ερευνών κυρίως (η ηλικία των συμμετεχόντων, η διάρκεια της παρέμβασης, τα γνωστικά τεστ που χρησιμοποιήθηκαν), παρά στο ότι η διατροφή παύει να παίζει ρόλο στην εφηβεία. Η εφηβεία, καταλήγουν, παραμένει ενδεχομένως μια «δεύτερη ευκαιρία».