ΠΟΤΕ ΟΙ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ ΤΩΝ ΓΟΝΕΩΝ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΒΑΡΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ
Πώς επηρεάζουν οι προσδοκίες των γονέων και των άλλων σημαντικών ενηλίκων την αυτοεκτίμηση, το άγχος και την ψυχική ανθεκτικότητα των παιδιών.
Οι περισσότεροι ενήλικες που ερχόμαστε σε επαφή με παιδιά –ως γονείς, εκπαιδευτικοί, παιδαγωγοί, συγγενείς, προπονητές κ.λπ.– θέλουμε το καλύτερο γι’ αυτά. Το ερώτημα είναι τι συμβαίνει όταν το «καλύτερο» μεταφράζεται σε συγκεκριμένες προσδοκίες. Γίνονται στήριγμα που βοηθά τα παιδιά να αναπτυχθούν, ή μήπως ένα βάρος που τα πιέζει να χωρέσουν σε ρόλους που δεν τους ανήκουν; Αν έχεις πιάσει επανειλημμένα τον εαυτό σου να σκέφτεται για ένα παιδί «σίγουρα θα μπορούσε και καλύτερα», αυτό το κείμενο μάλλον σε ενδιαφέρει.
Οι προσδοκίες των ενηλίκων είναι οι συνειδητές ή ασυνείδητες ιδέες που έχουν για το πώς πρέπει να εξελιχθεί ένα παιδί. Οι προσδοκίες τους να αριστεύσει στο σχολείο, να είναι κοινωνικό, να έχει αυτοπεποίθηση, να σταδιοδρομήσει, γενικότερα «να βρει τον δρόμο του» – που πρέπει ιδανικά να συμπίπτει με τον δρόμο που έχουν χαράξει στο μυαλό τους οι ενήλικες.
Γονείς που οραματίζονται το μέλλον του παιδιού τους ή τα χαρακτηριστικά του από τη στιγμή της σύλληψης, εκπαιδευτικοί που φαντάζονται τους μαθητές τους να διαπρέπουν, προπονητές που αναπαριστούν νοερά την απονομή μεταλλίων των μικρών αθλητών τους και πάει λέγοντας, επιβεβαιώνουν ότι οι προσδοκίες των ενηλίκων είναι μια πραγματικότητα.
Μάλιστα, έρευνες στην αναπτυξιακή ψυχολογία δείχνουν ότι οι προσδοκίες γεννιούνται πολύ νωρίς, συχνά πριν καν γνωρίσουμε ένα παιδί.
Εύλογα θα αναρωτηθεί κανείς: Μα είναι κακό οι ενήλικες να έχουμε προσδοκίες για τα παιδιά; Όπως επισημαίνουν ειδικοί, το πρόβλημα δεν είναι ότι οι ενήλικες έχουμε προσδοκίες. Το πρόβλημα ξεκινά όταν ξεχνάμε ότι το παιδί δεν είναι προέκταση των δικών μας ονείρων ή ένα σχέδιο προς υλοποίηση, αλλά ένας ξεχωριστός άνθρωπος, που έχει τις δικές του επιθυμίες και τον δικό του ρυθμό.
Όταν οι προσδοκίες λειτουργούν υποστηρικτικά
Οι προσδοκίες των ενηλίκων μπορεί να έχουν θετική επίδραση στα παιδιά. Η κλασική μελέτη των Rosenthal και Jacobson (1968), από την οποία ξεκίνησε η συζήτηση για το φαινόμενο του Πυγμαλίωνα ειδικά μέσα στη σχολική τάξη, έδειξε ότι όταν οι εκπαιδευτικοί πίστευαν ότι ορισμένοι μαθητές είχαν υψηλές δυνατότητες, τα συγκεκριμένα παιδιά παρουσίασαν μεγαλύτερη πρόοδο σε σχέση με συνομηλίκους τους στο ίδιο σχολείο, που είχαν τις ίδιες μαθησιακές ικανότητες. Αυτό επιβεβαιώνει ότι οι προσδοκίες των σημαντικών ενηλίκων μπορεί να λειτουργήσουν σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία.
ΟΙ ΕΝΤΟΝΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΠΡΟΒΑΛΛΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΥΣ ΕΝΗΛΙΚΕΣ ΣΥΝΔΕΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΑ ΑΥΞΗΜΕΝΑ ΕΠΙΠΕΔΑ ΑΓΧΟΥΣ ΚΑΙ ΤΕΛΕΙΟΜΑΝΙΑΣ ΣΕ ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΙ ΕΦΗΒΟΥΣ.
Μια άλλη έρευνα των Hollenstein, Rubie‑Davies & Brühwiler (2023), που έγινε σε δημοτικά σχολεία, έδειξε ότι οι υψηλές προσδοκίες των δασκάλων που εκφράζονταν με υποστηρικτικό τρόπο σχετίστηκαν με καλύτερες επιδόσεις και μεγαλύτερη αυτοεκτίμηση των μαθητών, ενώ παράλληλα βοήθησαν στη μείωση του άγχους για τα μαθήματα, όπως π.χ. για τα μαθηματικά.
Φαίνεται, λοιπόν, ότι μια ενθαρρυντική φράση ενός ενήλικα στο παιδί, του τύπου «πιστεύω στις δυνατότητές σου», εκφράζει μια προσδοκία που δίνει κίνητρο και δείχνει εμπιστοσύνη χωρίς να ασκεί πίεση.
Όταν οι προσδοκίες γίνονται πιεστικές
Η εικόνα φαίνεται ότι αλλάζει όταν οι προσδοκίες των ενηλίκων γίνονται άκαμπτες ή δυσανάλογες με τις δυνατότητες και την ηλικία ενός παιδιού. Οι έντονες απαιτήσεις που προβάλλονται από τους σημαντικούς ενήλικες συνδέονται με τα αυξημένα επίπεδα άγχους και τελειομανίας σε παιδιά και εφήβους.
Έρευνες όπως αυτή των Curran & Hill (2019) έδειξαν ότι η πίεση για διαρκώς καλύτερες επιδόσεις από το περιβάλλον αυξάνει την τελειομανία, η οποία όπως επισημαίνουν οι ειδικοί, δεν πηγάζει από υγιή φιλοδοξία, αλλά από τον φόβο της αποτυχίας και της απώλειας αποδοχής.
Ένα κλασικό παράδειγμα στην περίπτωση της σχολικής βαθμολογίας: όταν ένα παιδί με βαθμό 18 στα 20 ακούει από τον ενήλικα τη φράση «τι έκανες λάθος και δεν πήρες 20;», αυτομάτως συμπεραίνει ότι η αξία του εξαρτάται μόνο από το αποτέλεσμα και κάπου εκεί η χαρά για μάθηση εξαφανίζεται.
Η σημασία που έχει η νοοτροπία ανάπτυξης
Η Carol Dweck, καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Stanford, εισήγαγε την έννοια «νοοτροπία ανάπτυξης» (growth mindset). Οι έρευνές της δείχνουν ότι τα παιδιά (και γενικότερα οι άνθρωποι) που κατανοούν ότι οι ικανότητές τους δεν είναι ένα σταθερό χαρακτηριστικό, αλλά καλλιεργούνται μέσω της προσπάθειας, αντιμετωπίζουν την κάθε δυσκολία με μεγαλύτερη ανθεκτικότητα και λιγότερο φόβο.
Έτσι, όταν οι προσδοκίες των ενηλίκων εστιάζουν στη διαδικασία (αναφέροντας στα παιδιά «προσπάθησες», «έμαθες κάτι» κ.ο.κ.) και όχι αποκλειστικά στο αποτέλεσμα («πέτυχες – δεν πέτυχες»), το παιδί νιώθει ελεύθερο να δοκιμάσει, να αποτύχει και να εξελιχθεί.
Η ΣΥΧΝΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΥΓΚΡΙΣΗ, ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΟΤΑΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΣΥΝΟΜΗΛΙΚΟΥΣ ΤΟΥΣ ΠΟΥ ΠΡΟΒΑΛΛΟΝΤΑΙ ΩΣ ΠΡΟΤΥΠΑ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ, ΣΥΝΗΘΩΣ ΔΕΝ ΕΝΙΣΧΥΕΙ ΤΟ ΚΙΝΗΤΡΟ ΓΙΑ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ.
Η παγίδα της σύγκρισης
Η σύγκριση με άλλα παιδιά (αδέλφια, ξαδέλφια, συμμαθητές, το παιδί ενός φίλου κ.ά.), που συχνά αντικατοπτρίζει τις προσδοκίες μας, είναι σύμφωνα με τους ειδικούς από τις συνηθέστερες και πιο επιβαρυντικές πρακτικές στην αλληλεπίδραση ενηλίκων και παιδιών.
Συχνά ξεκινάει με την καλή πρόθεση του ενήλικα «για το καλό του παιδιού» (να παρακινηθεί από τους άλλους, να δει τι μπορεί να καταφέρει), αλλά τις περισσότερες φορές καταλήγει να μεταφέρει ένα σιωπηρό μήνυμα: ότι η αξία του παιδιού μετριέται σε σχέση με τους άλλους.
Έρευνες στην κοινωνική ψυχολογία έδειξαν ότι η συχνή κοινωνική σύγκριση συνδέεται με χαμηλότερη αυτοεκτίμηση, αυξημένο άγχος και μεγαλύτερο φόβο αποτυχίας στα παιδιά, ιδιαίτερα όταν γίνεται με συνομηλίκους τους που προβάλλονται ως πρότυπα επιτυχίας, ενώ συνήθως δεν ενισχύει το κίνητρο για προσπάθεια.
Σε αυτό το πλαίσιο, η κλινική και αναπτυξιακή ψυχολόγος Diana Baumrind (1927–2018) μελετώντας τα γονεϊκά πρότυπα κατέδειξε ότι το υποστηρικτικό αλλά όχι αυταρχικό πλαίσιο, δηλαδή ο συνδυασμός σαφών ορίων με συναισθηματική ζεστασιά και αποδοχή, σχετίζεται με την καλύτερη ψυχική υγεία, υψηλότερη αυτοεκτίμηση και μεγαλύτερη ικανότητα αυτορρύθμισης στα παιδιά.
Λόγου χάρη, σε μια παιδική δραστηριότητα ή προπόνηση, ένας ενήλικας σχολιάζει: «Κοίτα πόσο εύκολα το κάνει το άλλο παιδί». Για κάποιους, ίσως αυτό λειτουργεί ως κίνητρο, αλλά για πολλά παιδιά γίνεται υπενθύμιση ότι βρίσκονται συνεχώς υπό αξιολόγηση. Όταν, αντί για σύγκριση, ο ενήλικας εστιάσει στο προσωπικό βήμα προόδου («σήμερα ήσουν πιο συγκεντρωμένος», «βρήκες καλύτερο ρυθμό»), το παιδί μαθαίνει να συγκρίνεται με τον χθεσινό του εαυτό, όχι με τους γύρω του.
Το δικαίωμα των παιδιών στην αποτυχία
Προσπαθώντας να μειώσουμε τη δυσφορία των παιδιών που προκύπτει από μια αποτυχία, να τα προστατεύσουμε από ένα λάθος ή τον πόνο, σπεύδουμε να παρέμβουμε βιαστικά στις επιλογές και στη συμπεριφορά τους. Γινόμαστε ίσως οι γονείς που δεν είχαμε, προσφέροντας με καλή πρόθεση ό,τι θα θέλαμε κι εμείς να μας έχουν πει.
Η ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΤΑΙ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΜΙΚΡΕΣ, ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΙΜΕΣ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ, ΟΤΑΝ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΕΧΕΙ ΔΙΠΛΑ ΤΟΥ ΕΝΑΝ ΕΝΗΛΙΚΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΚΡΙΝΕΙ, ΔΕΝ ΠΑΝΙΚΟΒΑΛΛΕΤΑΙ ΚΑΙ ΔΕΝ ΑΠΟΣΥΡΕΙ ΤΗΝ ΑΠΟΔΟΧΗ ΤΟΥ.
Στην προσπάθειά μας «να μην περάσουν τα παιδιά ό,τι περάσαμε εμείς», δεν αφήνουμε τα ίδια να διαχειριστούν τα θέματα που τους προκύπτουν. Σύμφωνα όμως με την ψυχολογία της ανθεκτικότητας, που μελετά την ικανότητα του ανθρώπου να προσαρμόζεται και να ανακάμπτει από δυσκολίες, η ικανότητα αυτή δεν είναι έμφυτη – μαθαίνεται από την εμπειρία.
Κατά τους ειδικούς, η ανθεκτικότητα καλλιεργείται μέσα από τις μικρές, διαχειρίσιμες δυσκολίες, όταν το παιδί έχει δίπλα του έναν ενήλικα που δεν κρίνει, δεν πανικοβάλλεται και δεν αποσύρει την αποδοχή του. Όταν το παιδί λαμβάνει το μήνυμα «είμαι εδώ, ακόμα κι αν δεν τα κατάφερες!», μαθαίνει ότι το λάθος δεν είναι απειλή αλλά μια ακόμα εμπειρία.
Μελέτες στο σχολικό πλαίσιο (Masten, 2014), δείχνουν ότι τα παιδιά που έρχονται σε επαφή με «ασφαλείς αποτυχίες» και λαμβάνουν από τους ενήλικες υποστήριξη αντί για τιμωρία ή υποτίμηση, καλλιεργούν:
- την αυτορρύθμισή τους,
- την αίσθηση ότι μπορούν να τα καταφέρουν,
- την εσωτερική αυτοπεποίθηση, που δεν εξαρτάται απαραίτητα από την επιβράβευση.
Στην έρευνά της, η Ann Masten χρησιμοποιεί τον όρο «καθημερινή μαγεία» για να τονίσει κάτι ιδιαίτερα καθησυχαστικό: Η ψυχική ανθεκτικότητα στα παιδιά δεν προκύπτει από σπάνιες, ηρωικές ή «τέλειες» πράξεις των ενηλίκων, αλλά από καθημερινές, συνηθισμένες εμπειρίες σχέσης και φροντίδας, που δηλώνουν ότι υπάρχει πάντα κάποιος δίπλα τους, σταθερά παρών, έτοιμος να τα ακούσει.