ΓΙΑΤΙ ΕΧΩ ΧΑΣΕΙ ΤΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΜΟΥ ΝΑ ΠΕΡΝΩ ΧΡΟΝΟ ΜΕ ΦΙΛΟΥΣ;
Δεν είναι ότι δεν νοιάζεσαι πλέον γι' αυτούς, απλώς η συναναστροφή με ορισμένους φίλους μοιάζει στο σήμερα περισσότερο με υποχρέωση. Τι σου συμβαίνει;
«Γιατί δεν παίρνεις μια φίλη σου να βρεθείτε;» λέω στην πεθερά μου. «Ε, δεν βγαίνουν με αυτή τη ζέστη», μου απαντά. «Μα τι θα κάνεις μόνος σου στο χωριό; Πες στον φίλο σου τον Χρήστο να έρθει μαζί!» ενθαρρύνω τον μπαμπά μου. «Δεν έρχεται! Δεν αφήνει μόνη της τη γυναίκα του», απαντά – δικαιολογίες, την έχει αφήσει στο παρελθόν. Απλώς μεγαλώνοντας βαριούνται. Και δεν μπορούσα να το καταλάβω μέχρι που έπιασα κι εγώ τον εαυτό μου να μην έχει ιδιαίτερη όρεξη να συναντήσει άτομα με τα οποία μας δένει βαθιά φιλία, δύο και τριών δεκαετιών. Και προβληματίστηκα.
Δεν είναι ότι δεν θέλω να συναντήσω κανέναν. Ή ότι δεν θέλω να βγω από το σπίτι. «Ψοφάω» για το επόμενο ταξίδι! Δεν περνάω κατάθλιψη. Και γενικά είμαι ένας άνθρωπος κοινωνικός. Απλά τελευταία «ζυγίζω» πάρα πολύ κάθε πρόταση που θα απασχολήσει μέρος του ελεύθερου χρόνου μου. Παρατηρώ δε πως δεν αντέχω πλέον την «ψιλοκουβέντα», τις συζητήσεις για άτομα και θέματα που δεν με αφορούν, την έλλειψη ειλικρίνειας στις δηλώσεις των άλλων, την αναίτια κλάψα ή το να μπαίνω σε διαδικασία διαφωνίας για τις κοινωνικο-πολιτικές θέσεις του καθενός.
Γιατί όμως; Γιατί προτιμώ να μείνω μόνη μου από το να συναντήσω άτομα που πραγματικά αγαπώ και χαίρομαι που έχω στη ζωή μου;
Μήπως γερνάω;
Να, αυτή μπορεί να είναι μία απάντηση, σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύτηκε το 2022 στην International Journal of Behavior Development. Όπως διαπιστώνουν σε αυτήν οι επιστήμονες, τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας αισθάνονται καλύτερα όταν είναι μόνα σε σύγκριση με τους νεότερους ενήλικες: στην έρευνα αναφέρουν υψηλότερη υποκειμενική ευημερία, μεγαλύτερη αυτοεκτίμηση και κοινωνική ένταξη κατά τη διάρκεια στιγμών μοναχικότητας.
Πιο συγκεκριμένα, οι συμμετέχοντες στη μελέτη που δήλωσαν ότι μεγαλώνοντας απολαμβάνουν τη μοναξιά τους, έδωσαν ορισμένους πολύ κατανοητούς λόγους:
Θέλουν ηρεμία και χαμηλότερα επίπεδα άγχους
Τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, ειδικά αφού έχουν πλέον βγει σε σύνταξη, έχουν επιτέλους την ευκαιρία να ασχοληθούν με ενδιαφέροντα και χόμπι που δεν προλάβαιναν στο παρελθόν, τα οποία τους χαλαρώνουν και τους γαληνεύουν.
Απέχω πολύ ακόμα από τη σύνταξη, όμως, ούσα εργαζόμενη μαμά δύο παιδιών, μπορώ να ταυτιστώ με την ανάγκη να κάνω κάτι που με χαλαρώνει όταν έχω λίγο πραγματικά ελεύθερο χρόνο. Τις ώρες εκείνες δεν θέλω να μιλάω, δεν θέλω καν να σκέφτομαι την καθημερινότητα. Θέλω να απασχολήσω το μυαλό μου με κάτι που με ηρεμεί: να διαβάσω, να γράψω, να κατασκευάσω κάτι, ακόμα και να τακτοποιήσω τις ντουλάπες.
Το να συναντήσω φίλους που θα αρχίσουν να μου μιλάνε για τα δικά τους παιδιά δεν είναι σε καμία περίπτωση κάτι που θα με χαλαρώσει. Και αυτό δεν σημαίνει ότι δεν με ενδιαφέρει. Σημαίνει ότι προτεραιότητα εκείνη τη στιγμή έχει το να ηρεμήσω.
Θέλουν ελευθερία
Αυτό κι αν το καταλαβαίνω! Στο παρελθόν το να μένω μόνη –το να μένει οποιοσδήποτε μόνος– μου φάνταζε εφιαλτικό! Ξεκινούσε η εβδομάδα και φρόντιζα έγκαιρα να κανονίσω ποιους φίλους θα δω το σαββατοκύριακο, για να μη χρειαστεί να κάτσω μόνη μου μέσα. Πλέον μου συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο: Η μοναχικότητα μεταφράζεται στο μυαλό μου ως ελευθερία. Μπορώ να κάνω ό,τι θέλω, όποτε το θέλω!
Και για τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, που ξέρουν πολύ καλά πόσο γρήγορα περνά ο χρόνος, η σκέψη αυτή κάνει ακόμα πιο εκλεκτική την απόφαση του πώς θα ξοδέψουν το κάθε τους λεπτό.
Ο ΧΡΟΝΟΣ ΜΕΓΑΛΩΝΟΝΤΑΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΟΛΟ ΚΑΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥΤΙΜΟΣ.
Μπορούν να διαχειριστούν τη μοναξιά
Όπως ανέφερα και παραπάνω, παλαιότερα «φρίκαρα» στη σκέψη ότι θα μείνω μόνη. Μεγαλώνοντας, όμως, όπως παραδέχονται και τα άτομα στην έρευνα, και έχοντας πλέον στη φαρέτρα τους ένα σωρό βιώματα και εμπειρίες, έχουν γίνει πιο ικανά στην ρύθμιση των συναισθημάτων τους. Και για τον λόγο αυτό, είναι ικανοποιημένα στη μοναχικότητά τους και την προτιμούν αντί του δράματος που μπορεί να «κουβαλούν» οι άλλοι άνθρωποι γύρω τους.
Επιδιώκουν την ενδοσκόπηση και τη συντήρηση δυνάμεων
Κι αν αναρωτιέσαι τι κάνουν όταν δεν συναντούν τους φίλους του, μάθε ότι τα άτομα που συμμετείχαν στην έρευνα απάντησαν πως, όπως συνηθίζουν οι συγγραφείς, κάνουν ενδοσκόπηση, αναλύουν και εμβαθύνουν στις σκέψεις τους. Ζυγίζουν τη ζωή τους, τα πάνω και τα κάτω της, τα λάθη και τις επιτυχίες τους. Ενίοτε μπορεί και να πενθούν για όσους και όσα έφυγαν ανεπιστρεπτί. Και είναι κι αυτό ένα τόσο φυσιολογικό και απαραίτητο κομμάτι της ζωής.
Εξάλλου, τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας γνωρίζουν πλέον τι τους «τρώει» ενέργεια και τι τους «φορτίζει», οπότε το να συναντούν φίλους που θα αρχίσουν να μιλούν για τα δικά τους προβλήματα, που θα κουτσομπολεύουν ή θα τους εκνευρίσουν με τις απόψεις τους είναι απόλυτο χάσιμο χρόνου. Και είπαμε: ο χρόνος μεγαλώνοντας γίνεται όλο και πιο πολύτιμος.
Τι άλλο μπορεί να φταίει και δεν έχω όρεξη να συναντήσω φίλους;
Δεν είναι, όμως, μόνο ότι μεγαλώνω, αλλά και ότι αλλάζω. Καθώς η ζωή προχωρά, μετατοπίζονται οι αξίες και τα ενδιαφέροντά μας. Οι παλιές μας συνήθειες μπορεί να μη μας εξυπηρετούν πια ή εκ των πραγμάτων να μη μπορούμε να ανταποκριθούμε σε αυτές. Παρατηρώ, για παράδειγμα, πώς με κοιτάζουν φίλοι με πολύ μικρά παιδιά όταν τους μιλώ για τις δυσκολίες του να μεγαλώνεις ένα παιδί στην εφηβεία – δεν μπορούν να ταυτιστούν, είναι λογικό. Ενώ κι εγώ δυσκολεύομαι πλέον να συνυπάρξω με φίλους από το Πανεπιστήμιο που επιμένουν πως το πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής δεν είναι δα και τόσο σοβαρό ή πως η κυβέρνηση που έχουμε κάνει το καλύτερο που μπορεί.
Σίγουρα το κοινό παρελθόν με τους αγαπημένους φίλους λειτουργεί ως κόλλα και με χαρά κάθε φορά ανατρέχουμε σε παλιές ιστορίες, όμως το να συναντιόμαστε μόνο για να θυμηθούμε τα παλιά, μοιάζει κάποια στιγμή περισσότερο ως υποχρέωση παρά ως ειλικρινή επιλογή. Και αυτό δεν μας κάνει κακούς ανθρώπους. Απλά μαρτυρά πόσο επιρρεπείς μπορεί να είναι οι φιλίες στις αλλαγές της ζωής.
ΟΤΑΝ ΕΚΛΕΙΠΕΙ Η ΕΓΓΥΤΗΤΑ, ΤΑ ΑΤΟΜΑ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΟΥΝ ΟΤΙ ΙΣΩΣ ΔΕΝ ΜΟΙΡΑΖΟΝΤΑΙ ΠΙΑ ΤΙΣ ΙΔΙΕΣ ΒΑΣΙΚΕΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΕΣ, ΑΞΙΕΣ Ή ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΤΡΟΠΟΥ ΖΩΗΣ.
Οι κοινωνιολογικές μελέτες αναφέρουν την έννοια της ομοφιλίας (homophily), η οποία συνοψίζεται στη φράση «τα όμοια έλκουν τα όμοια».
Σύμφωνα με την έννοια αυτή, οι παλιές φιλίες συχνά θεμελιώνονται πάνω στην εγγύτητα, στο γεγονός δηλαδή ότι τα άτομα μοιράστηκαν κάποτε το ίδιο σχολείο, την ίδια γειτονιά ή τον ίδιο κλάδο σπουδών.
Όπως, όμως, απέδειξε μελέτη που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Emerging Adulthood, καθώς οι άνθρωποι απομακρύνονται από αυτά τα δομημένα περιβάλλοντα, οι καθημερινές τους συνήθειες αλλάζουν. Όταν, λοιπόν, εκλείπει η εγγύτητα, τα άτομα συνειδητοποιούν ότι ίσως δεν μοιράζονται πια τις ίδιες βασικές συμπεριφορές, αξίες ή επιλογές τρόπου ζωής, με αποτέλεσμα η σχέση να φαντάζει αναγκαστική ή αδιάφορη.
Αν, την ίδια ώρα, οι παλιοί σου φίλοι δεν αναπτύσσονται παράλληλα με εσένα, δεν κάνουν κάτι νέο, ενδιαφέρον, δημιουργικό, δεν βιώνουν και δεν έχουν να μοιραστούν νέα πράγματα, ενώ στη δική σου ζωή συμβαίνει το αντίθετο, οι ψυχολογικές σας ανάγκες αντικρούονται. «Ο εγκέφαλος τότε μεταφράζει αυτή την έλλειψη συγχρονισμού ως βαρεμάρα», όπως εξηγεί ο αναπτυξιακός ψυχολόγος Erik Erikson.
Σε προβληματίζει αυτή η αλλαγή; Το πιθανότερο είναι ότι οι ίδιες σκέψεις απασχολούν και τους φίλους σου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η φιλία σας κινδυνεύει να διαλυθεί. Μπορεί, όμως, να αρχίσει να γίνεται λίγο πιο «χαλαρή», χωρίς ιδιαίτερη πίεση για την επόμενη συνάντηση. Μπορεί, την ίδια ώρα, να προτιμάτε αμφότεροι να συναναστραφείτε με άλλους ανθρώπους – ή απλά να μείνετε μόνοι.
Αν είναι πραγματικοί φίλοι κι αν δεν έχει υπάρξει κάποια παρεξήγηση μεταξύ σας, το πιθανότερο είναι πως θα καταλάβουν. Αν είστε πραγματικοί φίλοι, ακόμα κι αν υπάρξει για ένα διάστημα μια απόσταση ανάμεσά σας, θα βρείτε τον δρόμο να συναντηθείτε ξανά.