ΜΑΡΤΥΡΙΑ: ΟΣΑ ΔΕΝ ΒΛΕΠΟΥΝ ΟΙ ΤΟΥΡΙΣΤΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΣΕΖΟΝ
Η Ευδοκία εργάζεται σε νησιά του Αιγαίου από τότε που ήταν δεκαέξι χρονών. Όταν ξεκίνησε, θεωρούσε ότι θα ζήσει ένα συναρπαστικό καλοκαίρι, κερδίζοντας παράλληλα χρήματα για να βοηθήσει οικονομικά την οικογένειά της. Σαράντα δύο ετών σήμερα, με γόνατα και μέση τσακισμένα από την κούραση και την ορθοστασία, κάνει τον δικό της απολογισμό γύρω από μία εργασία που έχει συζητηθεί πολύ τελευταία, τόσο ως προς την έλλειψη πρόθυμων εργαζομένων όσο και ως προς τις συχνά απάνθρωπες συνθήκες που επικρατούν.
Πριν από σχεδόν τρεις δεκαετίες, πολλά ήταν διαφορετικά στον ελληνικό τουρισμό. Τα εκατομμύρια των τουριστών δεν είχαν αφιχθεί ακόμη σε λιμάνια και αεροδρόμια, ο υπερτουρισμός ήταν όνειρο θερινής νυκτός για τους επαγγελματίες του κλάδου και η εργασία σεζόν αποτελούσε δημοφιλή διέξοδο για ένα γερό καλοκαιρινό χαρτζιλίκι στο μυαλό πολλών μαθητών και φοιτητών. Ανάμεσα σε αυτούς και η Ευδοκία, που αποφάσισε ότι είχε έρθει και για εκείνη η ώρα να δουλέψει.
«Ήμουν δεκαέξι όταν αποφάσισα πρώτη φορά να δουλέψω σεζόν. Οι γονείς μου είχαν μόλις πάρει διαζύγιο και η μητέρα μου προσπαθούσε να σταθεί όρθια, αλλά έβλεπα κάθε μέρα το βάρος να τη λυγίζει. Ο πατέρας μου αδυνατούσε να πληρώσει το πλήρες ποσό της διατροφής κι εγώ δεν άντεχα να τη βλέπω να παλεύει μόνη της. Έτσι βρέθηκα στην Πάρο, να δουλεύω σερβιτόρα σε ένα εστιατόριο που μύριζε ψαρίλα, αντηλιακό και ιδρώτα. Ένας οικογενειακός γνωστός μου είχε προτείνει τη θέση.
»Θυμάμαι ακόμη ότι το δωμάτιο που μου έδωσαν ήταν ένας μικροσκοπικός τετράγωνος χώρος με ένα μονό κρεβάτι και ένα παράθυρο που δεν άνοιγε καλά. Δεν είχε τίποτα το ρομαντικό όλο αυτό. Ήταν απλώς ένα μέρος για να πέφτω ξερή μετά από δεκατέσσερις ώρες δουλειάς.
»Οι πρώτες μέρες ήταν κόλαση. Δεν ήξερα τίποτα. Ο δίσκος μου έπεφτε, τα χέρια μου έτρεμαν, οι πελάτες με κοιτούσαν σαν να ήμουν αόρατη ή σαν να ήμουν υπεύθυνη για την κακή τους διάθεση. Ο ιδιοκτήτης φώναζε για το παραμικρό. “Γρήγορα”, “πιο γρήγορα”, “τι δεν καταλαβαίνεις;” Έκλαιγα στην τουαλέτα σχεδόν κάθε μέρα. Όχι επειδή ήμουν ευαίσθητη – επειδή ήμουν παιδί. Αλλά εκεί κανείς δεν νοιαζόταν γι’ αυτό. Ο ήλιος έκαιγε, τα πόδια μου πονούσαν τόσο, που το βράδυ δεν μπορούσα να τα σηκώσω από το πάτωμα. Έτρωγα ό,τι περίσσευε από την κουζίνα. Κάποιες μέρες δεν είχα δύναμη ούτε να μιλήσω. Άλλες μέρες ένιωθα ότι μεγαλώνω δέκα χρόνια μέσα σε ένα καλοκαίρι.
»Κι όμως, μέσα σε όλο αυτό, άρχισα να μαθαίνω. Να μην παίρνω τις προσβολές προσωπικά. Να χαμογελάω μηχανικά σαν ρομπότ. Να περπατάω γρήγορα χωρίς να φαίνεται ότι τρέχω. Έφτιαξα βέβαια φιλίες με άλλα παιδιά που είχαν έρθει για τον ίδιο λόγο: να βγάλουν χρήματα, να βοηθήσουν τις οικογένειές τους, να σταθούν στα πόδια τους. Κάποιοι κοιμόντουσαν σε αποθήκες, άλλοι σε δωμάτια χωρίς κλιματισμό.
»Στο τέλος της σεζόν γύρισα στην Αθήνα με έναν μισθό που είχα φτιάξει με ιδρώτα και θάλασσα (έκανα και λιγοστά μπάνια, ευτυχώς αυτό τουλάχιστον το κατάφερα). Έδωσα τα χρήματα στη μητέρα μου και εκείνη έβαλε τα κλάματα. Όσο κι αν δεν ήθελε αρχικά να με αφήσει να φύγω, τώρα καταλάβαινε το όφελος της βοήθειας. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα ότι δεν ήμουν πια παιδί. Ότι είχα γίνει κάτι άλλο – όχι ακριβώς γυναίκα, αλλά κάποια που ξέρει τι σημαίνει να παλεύεις».
«ΚΑΝΟΝΙΚΑ, ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΞΕΡΩ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΑΠΕΞΩ ΚΙ ΑΝΑΚΑΤΩΤΑ, ΑΛΛΑ ΕΙΛΙΚΡΙΝΑ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΝΗΣΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΓΝΩΡΙΖΩ ΜΟΝΟ ΤΗ ΜΠΑΡΑ ΤΟΥ ΜΑΓΑΖΙΟΥ ΣΤΟ ΟΠΟΙΟ ΔΟΥΛΕΥΑ».
Το καλοκαίρι που άλλαξε τα πάντα
Συχνά λέμε ότι τα χρήματα, όσο εύκολος ή κοπιαστικός κι αν είναι ο τρόπος που βγαίνουν, αποτελούν ίσως τον σημαντικότερο παράγοντα των μεγάλων αποφάσεων. Η Ευδοκία δεν αποτέλεσε εξαίρεση, μια που δυστυχώς τα χρήματα που έβγαλε το καλοκαίρι έφτασαν ίσα για να βοηθήσουν στην επιβίωση της μικρής οικογένειας, όχι όμως και για να καλύψουν τα έξοδα των φροντιστηρίων που απαιτούσε το λύκειο. Η απόφαση βρισκόταν για μια φορά ακόμη μπροστά της. Τι έπρεπε να κάνει;
«Όταν τελείωσα τη Β΄ Λυκείου, όλοι γύρω μου μιλούσαν για πανελλήνιες, φροντιστήρια, σχολές. Εγώ δεν είχα τίποτα από αυτά. Κάθε φορά που άκουγα συμμαθητές μου να μιλάνε για το μέλλον, ένιωθα ότι ζούσα σε άλλη πραγματικότητα. Εκείνοι είχαν χρόνο να διαβάσουν και χρήματα για ιδιαίτερα και δασκάλους. Εγώ είχα χρόνο μόνο να αγχωθώ. Τότε ήταν που άρχισα να σκέφτομαι σοβαρά ότι οι πανελλήνιες δεν ήταν για μένα».
Στο σπίτι η κατάσταση ήταν τόσο δύσκολη, που από ένα σημείο κι έπειτα η επιλογή έγινε αυτονόητη, παρόλο που στη συγκεκριμένη ηλικία ονειρεύεται κανείς σπουδές και επαγγελματική καταξίωση όταν πέφτει για ύπνο.
«Η μητέρα μου είχε αρχίσει να δουλεύει διπλοβάρδιες. Τα βράδια καθόταν στο τραπέζι με λογαριασμούς και έβλεπα το βλέμμα της να σκοτεινιάζει. Έτσι πήρα την απόφαση: θα δούλευα σεζόν. Είχα ήδη εργαστεί εκείνο το πρώτο καλοκαίρι στην Πάρο και ήξερα ότι η δουλειά ήταν σκληρή, αλλά έφερνε χρήματα που μπορούσαν να πληρώσουν λογαριασμούς, να γεμίσουν ψυγείο, να δώσουν ανάσα. Έτσι, δεν έδωσα πανελλήνιες. Εκείνο ήταν το καλοκαίρι που με έκανε πραγματικά να καταλάβω ότι η ζωή δεν είναι πάντα όπως τη σχεδιάζεις. Μερικές φορές είναι όπως την αντέχεις».
Οι δυσκολίες μιας εργασιακής ζωής στα ελληνικά νησιά
Το ένα καλοκαίρι έφερε το επόμενο και η Ευδοκία σιγά σιγά συνήθισε στην πρακτική του επαγγέλματος. Εξουθένωση για κάποιους μήνες, ξεκούραση και αναμονή τους επόμενους.
«Είμαι σαράντα δύο σήμερα. Αν με ρωτήσεις πώς πέρασαν όλα αυτά τα χρόνια, θα σου πω την αλήθεια: δύσκολα. Από τότε που ξεκίνησα, κάθε καλοκαίρι ήταν δουλειά. Κάθε χειμώνας, όμως, ήταν φόβος. Η ανασφάλεια του χειμώνα είναι κάτι που δεν το καταλαβαίνει όποιος δεν έχει δουλέψει σεζόν. Τελειώνει η σεζόν, παίρνεις τον μισθό σου, και μετά… τίποτα. Κάθε χρόνο η ίδια ερώτηση: Θα βρω δουλειά; Θα με ξαναπάρουν; Θα έχω να πληρώσω το νοίκι; Δεν υπάρχει σταθερότητα. Δεν υπάρχει πρόγραμμα. Ζεις με το άγχος ότι μπορεί να μην έχεις εισόδημα για μήνες».
«ΕΧΩ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΕΙ ΝΑ ΚΡΑΤΗΣΩ ΣΧΕΣΗ ΕΝΩ ΔΟΥΛΕΥΑ, ΑΛΛΑ ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ ΗΤΑΝ ΑΠΟΤΥΧΙΑ. ΟΧΙ ΕΠΕΙΔΗ ΔΕΝ ΑΓΑΠΟΥΣΑ, ΑΛΛΑ ΕΠΕΙΔΗ Η ΑΠΟΣΤΑΣΗ, Η ΚΟΥΡΑΣΗ ΚΑΙ Η ΑΝΑΣΦΑΛΕΙΑ ΤΡΩΝΕ Ο,ΤΙ ΧΤΙΖΕΙΣ».
Οι επιπτώσεις αυτής της καταπόνησης στην υγεία της δεν ήταν λίγες, ούτε αμελητέες. Σύντομα ο οργανισμός της άρχισε να διαμαρτύρεται με διάφορους τρόπους και έπρεπε να αντιμετωπίσει κι αυτό το πρόβλημα.
«Το σώμα εννοείται ότι είναι το πρώτο που πληρώνει τα πάντα. Στα είκοσι πέντε άρχισα να έχω πόνους στη μέση. Στα τριάντα έπαθα τενοντίτιδα από τους δίσκους. Στα τριάντα πέντε άρχισαν οι κρίσεις άγχους. Στα σαράντα έκανα εξετάσεις και ο γιατρός μου είπε ότι έχω εξάντληση από χρόνια υπερκόπωση. Δεν είναι δουλειά για ανθρώπους που θέλουν να ζήσουν κανονικά. Είναι δουλειά για ανθρώπους που δεν έχουν άλλη επιλογή. Όλα αυτά με προβλημάτισαν πολύ.
»Έχω δουλέψει από την Κρήτη και τη Ζάκυνθο, μέχρι την Πάτμο και τη Σέριφο, παντού. Σε κουζίνες που έβραζαν στους 45 βαθμούς, σε μπαρ που δεν είχαμε χρόνο ούτε να πιούμε νερό, σε μαγαζιά που δεν μας έδιναν ρεπό για εβδομάδες. Έχω μοιραστεί κρεβάτι με άλλη κοπέλα γιατί δεν υπήρχε χώρος, έχω δουλέψει άρρωστη γιατί δεν υπήρχε αντικαταστάτης».
Χρόνος για τουρισμό υπήρχε; «Παλιά ήταν κάπως καλύτερα τα πράγματα. Παίρναμε κάποια ρεπό, κάναμε τα μπάνια μας, οργανώναμε κάποια εκδρομή. Σήμερα η εργασία είναι non-stop. Κανονικά, θα έπρεπε να ξέρω την Ελλάδα απέξω κι ανακατωτά, αλλά ειλικρινά υπάρχουν νησιά από τα οποία γνωρίζω μόνο τη μπάρα του μαγαζιού στο οποίο δούλευα».
Η μετάβαση από τη μέρα στη νύχτα
«Κάποια στιγμή, γύρω στα τριάντα οκτώ, κατάλαβα ότι δεν μπορώ να συνεχίσω έτσι. Το σώμα μου δεν άντεχε άλλο. Η ψυχολογία μου ήταν στα όρια. Έτσι αποφάσισα να αλλάξω ρόλο. Να πάω στη νύχτα. Σήμερα δουλεύω ως υπεύθυνη νυχτερινών μαγαζιών και πάλι σεζόν. Δεν είναι εύκολο –τίποτα δεν είναι εύκολο σε αυτόν τον χώρο– αλλά είναι διαφορετικό. Έχω ευθύνη, έχω λόγο και έλεγχο. Δεν τρέχω πια με δίσκους. Τρέχω με προβλήματα: προσωπικό που δεν εμφανίζεται, πελάτες που ξεφεύγουν, αφεντικά που θέλουν τα πάντα τέλεια.
»Η νύχτα έχει τη δική της σκληρότητα. Έχω δει ανθρώπους να μεθάνε, να τσακώνονται, να κλαίνε, να ξεφεύγουν. Έχω διώξει κόσμο, έχω προστατεύσει κοπέλες, έχω μπει μπροστά σε καταστάσεις που δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίζει κανείς. Και υπάρχει κάτι ακόμη πιο δύσκολο: οι άνθρωποι. Παλιά, στα μαγαζιά, ήμασταν όλοι Έλληνες. Μιλούσαμε, γελούσαμε, συνεννοούμασταν. Τώρα, οι περισσότεροι Έλληνες αποφεύγουν τη σεζόν. Δεν αντέχουν τις συνθήκες, τα ωράρια, την πίεση. Έτσι, τα μαγαζιά προσλαμβάνουν ξένους. Παιδιά από άλλες χώρες, που δουλεύουν σκληρά αλλά δεν μιλάμε την ίδια γλώσσα. Δεν έχουμε κοινές αναφορές. Δεν υπάρχει η ίδια συνεννόηση. Κάποιες φορές νιώθω ότι είμαι ξένη μέσα στην ίδια μου τη δουλειά. Ότι δεν ανήκω πια πουθενά».
«ΑΥΤΗ Η ΔΟΥΛΕΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΦΤΙΑΓΜΕΝΗ ΓΙΑ ΝΑ ΤΗΝ ΚΑΝΕΙΣ ΜΕΧΡΙ ΤΑ ΕΞΗΝΤΑ. ΤΟ ΣΩΜΑ ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΙ. ΕΓΩ ΗΔΗ ΕΧΩ ΠΡΟΒΛΗΜΑ».
Μπορεί κανείς να έχει προσωπική ζωή όταν δουλεύει σεζόν;
Όταν η Ευδοκία άκουσε την ερώτηση σχετικά με τα προσωπικά της, χαμογέλασε λυπημένη. Δεν είναι να απορεί κανείς. Οι προσωπικές σχέσεις είναι ένα κομμάτι της ζωής που πρέπει λίγο ή πολύ να ξεχάσεις όταν εργάζεσαι πέντε μήνες τον χρόνο μακριά από το σπίτι σου. Ποια είναι η σκληρή αλήθεια;
«Ε, μέσα σε όλα αυτά, οι προσωπικές σχέσεις δεν άντεξαν. Ή μάλλον, δεν άντεξα εγώ να τις κρατήσω. Το πιο δύσκολο κομμάτι δεν είναι οι βάρδιες, ούτε η κούραση, ούτε η ζέστη. Είναι ότι κάθε Μάιο πρέπει να αφήνεις πίσω τη ζωή σου. Αν έχεις σύντροφο, τον αφήνεις στην Αθήνα. Αν έχεις σχέση, την αφήνεις να παλεύει μόνη της. Κι εσύ φεύγεις για να δουλέψεις δεκατέσσερις ώρες τη μέρα, να κοιμάσαι σε ένα δωμάτιο που δεν είναι σπίτι σου, να ζεις με ανθρώπους που δεν είναι δικοί σου».
Παρά τις δυσκολίες, η Ευδοκία προσπάθησε κάποιες φορές να διατηρήσει σχέση με άτομο που είχε γνωρίσει είτε στην Αθήνα όσο ξεκουραζόταν είτε στο νησί όπου εργαζόταν, αλλά καμία προσπάθεια δεν στέφθηκε με επιτυχία. Η απόσταση, η κούραση, όλα αυτά δημιουργούν φραγμούς μεταξύ των ανθρώπων.
«Έχω προσπαθήσει να κρατήσω σχέση ενώ δούλευα, αλλά κάθε φορά ήταν αποτυχία. Όχι επειδή δεν αγαπούσα, αλλά επειδή η απόσταση, η κούραση και η ανασφάλεια τρώνε ό,τι χτίζεις. Όταν δουλεύεις σεζόν, δεν έχεις χρόνο να μιλήσεις, να εξηγήσεις, να νιώσεις. Γυρνάς σπίτι στις τέσσερις το πρωί, βάζεις τα πόδια σε μια λεκάνη με κρύο νερό και το μόνο που θες είναι να κοιμηθείς. Εκείνος στην Αθήνα περιμένει μήνυμα, περιμένει κλήση, να δει ότι είσαι εκεί. Κι εσύ βέβαια δεν είσαι. Η απόσταση δεν είναι μόνο γεωγραφική. Είναι και ψυχική. Κι όταν γυρνάς Αθήνα τον Οκτώβρη, δεν είσαι η ίδια. Ούτε εκείνος είναι ο ίδιος. Και κάπως έτσι, η σχέση τελειώνει χωρίς να φταίει κανείς».
Ο φόβος για το μέλλον είναι υπαρκτός
Η Ευδοκία σήμερα βρίσκεται στα τελευταία βήματα πριν την ολοκλήρωση ενός μεγάλου κύκλου ζωής και αναπόφευκτα οι σκέψεις είναι πολλές, καθώς η ανησυχία για την επιβαρυμένη υγεία της είναι άκρως ρεαλιστική. Τα χρόνια περνάνε. Για πόσο ακόμη;
«Η ΖΩΗ ΠΟΥ ΜΕ ΚΡΑΤΗΣΕ ΟΡΘΙΑ ΚΑΠΟΤΕ ΕΙΝΑΙ Η ΙΔΙΑ ΖΩΗ ΠΟΥ ΜΕ ΠΙΕΖΕΙ ΤΩΡΑ ΝΑ ΑΛΛΑΞΩ. ΙΣΩΣ ΗΡΘΕ Η ΩΡΑ ΝΑ ΖΗΤΗΣΩ ΜΙΑ ΜΟΝΙΜΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΚΑΙ ΝΑ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΩ ΕΝΑ ΜΕΛΛΟΝ ΠΟΥ ΝΑ ΜΗΝ ΜΕ ΦΟΒΙΖΕΙ ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ».
«Στα είκοσι, λες δεν πειράζει. Στα τριάντα, λες θα το παλέψω. Στα σαράντα, λες μέχρι πότε; Αυτή η δουλειά δεν είναι φτιαγμένη για να την κάνεις μέχρι τα εξήντα. Το σώμα δεν αντέχει. Εγώ ήδη έχω πρόβλημα. Από τα χρόνια της ορθοστασίας, της νύχτας, των ατελείωτων βαρδιών, έχω πάθει χρόνια φλεγμονή στα γόνατα και πόνο στη μέση που δεν φεύγει. Ο γιατρός μου είπε ότι είναι φθορά από υπερκόπωση. Ότι οι αρθρώσεις μου έχουν καταπονηθεί από τα χρόνια που δούλευα όρθια, τρέχοντας από τραπέζι σε τραπέζι. Κάποιες μέρες, όταν σηκώνομαι από το κρεβάτι, νιώθω σαν να είμαι εβδομήντα. Κάποιες νύχτες, στη δουλειά, πρέπει να κάτσω για λίγα λεπτά πίσω από το μπαρ γιατί ο πόνος δεν με αφήνει να σταθώ. Και τότε με πιάνει ο φόβος. Γιατί σκέφτομαι: τι θα γίνει όταν δεν θα μπορώ πια να δουλεύω;»
Τα πρακτικά προβλήματα και η ελπίδα για κάτι νέο
Χωρίς σταθερή ασφάλιση ή ένσημα που να επαρκούν για σύνταξη, χρειάζεται κανείς αποταμιεύσεις. Όταν αυτές δεν υπάρχουν, τα πράγματα δυσκολεύουν, μια που οι αμοιβές μπορεί να είναι καλές, αλλά πόσο θα κρατήσουν όταν εργάζεται κανείς από καλοκαίρι σε καλοκαίρι και από μαγαζί σε μαγαζί;
«Αυτό που με προβληματίζει περισσότερο δεν είναι η δουλειά. Είναι το μετά. Τι γίνεται όταν το σώμα πει ότι φτάνει; Τι γίνεται όταν δεν μπορώ να είμαι υπεύθυνη, να τρέχω, να σηκώνω, να διαχειρίζομαι; Ποιος θα με στηρίξει; Πώς θα ζήσω; Δεν έχω απάντηση.
»Τον τελευταίο καιρό σκέφτομαι κάτι που δεν έχω πει σε κανέναν. Να μιλήσω με τον ιδιοκτήτη του τελευταίου εστιατορίου που δούλεψα. Είναι σοβαρός άνθρωπος, με σταθερή επιχείρηση στην Αθήνα. Σκέφτομαι να του ζητήσω να με πάρει σε κάποια θέση εκεί. Ίσως σε οργάνωση, ίσως σε διαχείριση, ίσως σε κάτι που δεν θα με κρατάει όρθια δεκατέσσερις ώρες. Φοβάμαι ασφαλώς να το κάνω. Φοβάμαι συγκεκριμένα την απόρριψη. Φοβάμαι ότι θα μείνω στη σεζόν μέχρι να μην μπορώ πια να σηκωθώ από το κρεβάτι. Αλλά φοβάμαι περισσότερο να μην προσπαθήσω. Η ζωή που με κράτησε όρθια κάποτε είναι η ίδια ζωή που με πιέζει τώρα να αλλάξω. Και ίσως ήρθε η ώρα να κάνω το βήμα. Να ζητήσω μια μόνιμη δουλειά και να διεκδικήσω ένα μέλλον που να μην με φοβίζει τόσο πολύ».