ΕΠΗΡΕΑΖΕΙ Η ΝΙΚΟΤΙΝΗ ΤΗ ΛΙΜΠΙΝΤΟ;
Εκατομμύρια άνθρωποι καταναλώνουν καθημερινά προϊόντα νικοτίνης, όπως τσιγάρα, ηλεκτρονικά τσιγάρα και επιθέματα. Ωστόσο, η επιστημονική έρευνα αποδεικνύει ότι η συνήθεια αυτή έχει βαθύ αντίκτυπο στη σεξουαλική λειτουργία και τη λίμπιντο.
Δεν χρειάζεται μάλλον να αναφερθούμε σε νούμερα και ποσοστά επικινδυνότητας όταν μιλάμε για το κάπνισμα. Εκατομμύρια άνθρωποι έχουν αυτή τη συνήθεια και πολλοί από αυτούς προσπαθούν να τη διακόψουν, χρησιμοποιώντας υποκατάστατα νικοτίνης.
Η βασική ουσία που προκαλεί εθισμό είναι η ίδια που προκαλεί και ένα σωρό παρενέργειες στον ανθρώπινο οργανισμό. Και ενώ κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την ευφορία που προσφέρει, έχει αξία να ερευνήσουμε πώς λειτουργεί στο σώμα και γιατί μπορεί να επηρεάζει πολλαπλές λειτουργίες του, ανάμεσά τους και αυτή της ερωτικής επιθυμίας.
Η νικοτίνη δρα ως ένα ισχυρό διεγερτικό στο σώμα, προκαλώντας μια αλυσιδωτή αντίδραση στο νευρικό και το ενδοκρινικό (ορμονικό) σύστημα. Αυτές οι αλλαγές επηρεάζουν άμεσα τον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος και το σώμα επικοινωνούν και ανταποκρίνονται στη σεξουαλική διέγερση.
Πώς επιδρά η νικοτίνη στο σώμα
Η σεξουαλική διέγερση τόσο στους άντρες (στύση) όσο και στις γυναίκες (λίπανση του κόλπου και διόγκωση των ιστών) εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την υγιή και ανεμπόδιστη κυκλοφορία του αίματος στο σώμα. Η νικοτίνη είναι ένα ισχυρό αγγειοσυσπαστικό, που σημαίνει ότι αναγκάζει τα αιμοφόρα αγγεία να στενέψουν. Όταν τα αγγεία στενεύουν, η ροή του αίματος προς τα γεννητικά όργανα μειώνεται σημαντικά. Αυτό καθιστά δύσκολη τη σωματική ανταπόκριση στη διέγερση, ακόμα και όταν υπάρχει έντονη ψυχολογική επιθυμία.
Εκτός από τη ροή του αίματος, η νικοτίνη επιδρά φυσικά και στο κεντρικό νευρικό σύστημα, το οποίο έχει δύο βασικές λειτουργίες: αυτή της εγρήγορσης και αυτή της χαλάρωσης. Η νικοτίνη ενεργοποιεί το συμπαθητικό νευρικό σύστημα, το οποίο είναι υπεύθυνο για την αντίδραση «πάλης ή φυγής» (fight or flight) του οργανισμού, βάζοντας το σώμα σε εγρήγορση.
Ωστόσο, η σεξουαλική επιθυμία και η διέγερση απαιτούν τη λειτουργία του παρασυμπαθητικού συστήματος, το οποίο βοηθά το σώμα να χαλαρώσει. Κρατώντας το σώμα σε μια διαρκή κατάσταση ήπιου στρες, η νικοτίνη εμποδίζει τη βαθιά χαλάρωση που είναι απαραίτητη για τη λίμπιντο.
Τέλος, η νικοτίνη επηρεάζει και το ενδοκρινικό σύστημα. Οι ορμόνες και οι νευροδιαβιβαστές παίζουν τον πιο καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία της επιθυμίας στον εγκέφαλο. Συγκεκριμένα, η χρήση νικοτίνης αυξάνει την έκκριση της κορτιζόλης, της βασικής ορμόνης του στρες. Όταν τα επίπεδα του στρες είναι μόνιμα ανεβασμένα, ο οργανισμός δίνει βιολογικά προτεραιότητα στην επιβίωση και μειώνει δραματικά τις λειτουργίες της αναπαραγωγής και της σεξουαλικής επιθυμίας.
ΠΑΡΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗ ΕΡΕΥΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ «ΕΠΑΝΟΔΟ» ΤΗΣ ΛΙΜΠΙΝΤΟ ΜΕΤΑ ΤΗ ΔΙΑΚΟΠΗ ΤΟΥ ΚΑΠΝΙΣΜΑΤΟΣ, ΤΑ ΔΙΑΘΕΣΙΜΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΔΕΙΧΝΟΥΝ ΟΤΙ Η ΒΛΑΒΗ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΣΤΡΕΨΙΜΗ.
Η ντοπαμίνη είναι ο νευροδιαβιβαστής της ανταμοιβής και της απόλαυσης. Ενώ το πρώτο τσιγάρο προκαλεί μια απότομη έκκριση ντοπαμίνης, η χρόνια χρήση κάνει τον εγκέφαλο λιγότερο ευαίσθητο σε αυτήν. Ο οργανισμός αρχίζει να μουδιάζει και χρειάζεται όλο και πιο έντονα ερεθίσματα για να νιώσει ικανοποίηση, με αποτέλεσμα να είναι ασθενέστερη και η επιθυμία για σεξ.
Η νικοτίνη μειώνει τη λίμπιντο με 2 τρόπους: Τι δείχνουν οι έρευνες
Μελέτες υποδεικνύουν ότι η χρόνια χρήση της μπορεί να απορρυθμίσει την τεστοστερόνη (που υποκινεί τη λίμπιντο και στα δύο φύλα) και να επισπεύσει τον μεταβολισμό των οιστρογόνων στο συκώτι, προκαλώντας περαιτέρω ορμονική ανισορροπία. Αν θα θέλαμε λοιπόν να καταλήξουμε σε ένα συμπέρασμα για το πώς σχετίζονται νικοτίνη και λίμπιντο θα λέγαμε το εξής: Η νικοτίνη μειώνει τη σεξουαλική ορμή λειτουργώντας σαν διπλό εμπόδιο:
- σαμποτάρει την απαραίτητη ροή αίματος στο σώμα και ταυτόχρονα
- ξεγελάει τον εγκέφαλο καταστέλλοντας τις ορμόνες της απόλαυσης και της χαλάρωσης.
Με όλα τα παραπάνω φαίνεται ότι συμφωνούν και οι τρέχουσες μελέτες. Πιο συγκεκριμένα:
Η επίδραση της νικοτίνης στους άντρες
Σύμφωνα με τα επιστημονικά δεδομένα, η χρήση νικοτίνης συνδέεται άμεσα με την εμφάνιση σεξουαλικής δυσλειτουργίας, δηλαδή της δυσκολίας ενός ατόμου να ανταποκριθεί σεξουαλικά ή να αντλήσει ικανοποίηση. Μια μελέτη του 2020 σε νεαρούς ενήλικες κατέδειξε ότι η εξάρτηση από τη νικοτίνη προκαλεί προβλήματα σε πολλά στάδια της σεξουαλικής πράξης: στη βασική επιθυμία (ορμή), στη σωματική διέγερση, στη διατήρηση της στύσης, ακόμα και στην επίτευξη του οργασμού.
Επιπρόσθετα, μια έρευνα του 2021, που εστίασε σε μεσήλικες και μεγαλύτερους σε ηλικία άντρες, επιβεβαίωσε ότι το κάπνισμα αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου, καθώς συσχετίστηκε με δραματική και σοβαρή πτώση της λίμπιντο. Φυσικά, οι επιπτώσεις αυτές οφείλονται στις αλλαγές που προκαλεί η νικοτίνη στο νευρικό σύστημα και στα επίπεδα των ορμονών.
Πώς επηρεάζει η νικοτίνη τη γυναικεία επιθυμία
Παρόλο που οι έρευνες οι οποίες αφορούν τις γυναίκες είναι αριθμητικά λιγότερες, τα αποτελέσματά τους είναι εξίσου ανησυχητικά. Μια μελέτη του 2013 διαπίστωσε ότι περισσότερο από το 34% των γυναικών με ιστορικό χρήσης ουσιών αντιμετώπιζαν σεξουαλική δυσλειτουργία. Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο ήταν ότι όσες είχαν εξάρτηση ειδικά από τη νικοτίνη, αντιμετώπιζαν σχεδόν τριπλάσιο κίνδυνο σεξουαλικών προβλημάτων.
Μια μεταγενέστερη έρευνα του 2015 παρατήρησε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που κάπνιζαν, καταγράφοντας χαμηλότερη ικανότητα διέγερσης, μειωμένη επιθυμία και μικρότερη ικανοποίηση. Μάλιστα, εντοπίστηκε συσχέτιση συχνότητας: όσο πιο βαριά ήταν η εξάρτηση και η συχνότητα του καπνίσματος, τόσο χειρότερη ήταν η σεξουαλική λειτουργία.
ΟΤΑΝ ΤΑ ΕΠΙΠΕΔΑ ΤΟΥ ΣΤΡΕΣ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΙΜΑ ΑΝΕΒΑΣΜΕΝΑ, Ο ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΙΝΕΙ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΕΠΙΒΙΩΣΗ ΚΑΙ ΜΕΙΩΝΕΙ ΤΙΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ ΤΗΣ ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗΣ ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ.
Διεμφυλικά (transgender) και intersex άτομα
Δεν είναι απορίας άξιον που σε αυτό το γκρουπ παρατηρείται ένα σημαντικό ερευνητικό κενό: δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου μελέτες που να εστιάζουν στις επιπτώσεις της νικοτίνης αποκλειστικά σε intersex και διεμφυλικά άτομα. Ωστόσο, οι ειδικοί εκτιμούν πως η νικοτίνη έχει ακριβώς την ίδια κατασταλτική δράση στη λίμπιντό τους.
Το πρόβλημα εδώ είναι στατιστικό: έρευνες στις ΗΠΑ δείχνουν ότι έως και το 40% του transgender πληθυσμού χρησιμοποιεί τακτικά νικοτίνη (σε σύγκριση με το 22% του γενικού πληθυσμού). Αυτό οφείλεται συχνά στην έλλειψη κοινωνικής υποστήριξης και στο αυξημένο στρες, γεγονός που καθιστά αυτή την κοινότητα πολύ πιο ευάλωτη στις παρενέργειες του καπνού.
Μπορεί η διακοπή να αναστρέψει την κατάσταση;
Τα νέα είναι αισιόδοξα για όσους αποφασίζουν να κόψουν το κάπνισμα. Παρά την περιορισμένη έρευνα για την «επάνοδο» της λίμπιντο μετά τη διακοπή, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η βλάβη είναι αναστρέψιμη. Μια μελέτη του 2017 σε άντρες που είχαν υποβληθεί σε ρομποτική χειρουργική προστάτη απέδειξε ότι η διακοπή του καπνίσματος ήταν καθοριστικός παράγοντας για τη σταδιακή ανάκαμψη της σεξουαλικής τους λειτουργίας 1 με 2 χρόνια μετά την επέμβαση.