ΤΙ ΜΑΡΤΥΡΑ Ο ΤΡΟΠΟΣ ΠΟΥ ΜΙΛΑ ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΨΥΧΙΚΗΣ ΤΟΥ ΥΓΕΙΑΣ
Ο τρόπος που μιλά ένα παιδί μπορεί να αποκαλύπτει στοιχεία για τη μελλοντική ψυχική του υγεία, σύμφωνα με νέα μελέτη η οποία ανέδειξε τα γλωσσικά μοτίβα που προμηνύουν κατάθλιψη και αγχώδεις διαταραχές.
Ο τρόπος με τον οποίο ένα παιδί μιλά για όσα έχει ζήσει μπορεί να περιέχει πληροφορίες για την ψυχική του υγεία που δεν είναι εύκολο να εντοπιστούν μόνο από το περιεχόμενο της αφήγησής του. Αυτό υποδεικνύει νέα μελέτη ερευνητών του Stanford, σύμφωνα με την οποία χαρακτηριστικά της γλώσσας που χρησιμοποιούν τα παιδιά κατά την περιγραφή στρεσογόνων εμπειριών συνδέονται με την πιθανότητα να εμφανίσουν κατάθλιψη ή αγχώδεις διαταραχές αρκετά χρόνια αργότερα.
Οι ερευνητές ανέλυσαν ηχογραφημένες συνεντεύξεις 204 παιδιών ηλικίας 9 έως 13 ετών, τα οποία δεν είχαν διαγνωσμένη κάποια ψυχική διαταραχή κατά την αρχική αξιολόγηση. Οι συνεντεύξεις αφορούσαν στρεσογόνα ή τραυματικά γεγονότα στη ζωή τους και, σε επόμενο στάδιο, τα παιδιά παρακολουθήθηκαν για έως και έξι χρόνια. Τέσσερις διαφορετικές μέθοδοι επεξεργασίας φυσικής γλώσσας αναζήτησαν μοτίβα στη γλώσσα τους και τα συνέδεσαν με τις μεταγενέστερες εκβάσεις της ψυχικής τους υγείας.
Ποιο σημαντικό είναι το πώς μιλά, παρά το τι λέει
Το πλέον σημαντικό εύρημα ήταν ότι η γλωσσική δομή της αφήγησης των παιδιών είχε μεγαλύτερη προγνωστική αξία από το ίδιο το περιεχόμενο των περιγραφών τους. Οι αλγόριθμοι δεν εξέταζαν μόνο αν το παιδί μιλούσε για ένα τραυματικό γεγονός, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο το περιέγραφε, τη σύνταξη, τη χρήση συγκεκριμένων κατηγοριών λέξεων και τον τρόπο οργάνωσης της αφήγησης.
«Είδαμε ότι ο τρόπος με τον οποίο τα παιδιά μιλούσαν για την έκθεσή τους στο στρες –η μηχανική της γλώσσας τους και όχι απαραίτητα όσα έλεγαν– ήταν ισχυρός προγνωστικός δείκτης για την εμφάνιση άγχους και κατάθλιψης», δήλωσε ο επικεφαλής συγγραφέας Chase Antonacci.
Μεταξύ των χαρακτηριστικών που εμφάνισαν ισχυρότερη συσχέτιση με μελλοντικά προβλήματα ήταν η αυξημένη αφηγηματική πολυπλοκότητα, με συχνότερη χρήση λειτουργικών λέξεων, όπως οι προθέσεις και οι σύνδεσμοι («και», «αλλά», «να» κλπ.). Οι ερευνητές εκτιμούν ότι ενδεχομένως να αντανακλά συγκεκριμένους τρόπους επεξεργασίας των εμπειριών, μεταξύ άλλων την τάση για μηρυκασμό, δηλαδή την επαναλαμβανόμενη και επίμονη ενασχόληση με αρνητικές σκέψεις.
Άλλοι δείκτες κινδύνου ήταν η πιο άκαμπτη γλώσσα που εξέφραζε απόλυτη βεβαιότητα και η συχνότερη χρήση αντωνυμιών α' ενικού προσώπου, όπως «εγώ», «εμένα» και «μου».
Παρότι ο τρόπος ομιλίας ήταν ισχυρότερος προγνωστικός δείκτης, φάνηκε πως και το περιεχόμενο των αφηγήσεων μπορεί να δώσει ενδείξεις, έστω πολύ περιορισμένες. Οι αναφορές σε ακραίες μορφές σωματικής βίας, όπως το να έχει δεχθεί γροθιά ή να το έχουν πιάσει από τον λαιμό, καθώς και σε έντονο κοινωνικό αποκλεισμό, όπως η αίσθηση ότι ολόκληρο το σχολείο ήταν εναντίον του, συνδέθηκαν με αυξημένο κίνδυνο μελλοντικών προβλημάτων.
Στον αντίποδα, αναφορές σε οργανωμένες δραστηριότητες, χόμπι, αθλητισμό, σχολικές ομάδες και πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας συνδέθηκαν με μεγαλύτερη ανθεκτικότητα.
Υπερδιπλάσια προγνωστική αξία από τα παραδοσιακά εργαλεία
Η εφηβεία είναι η περίοδος κατά την οποία εμφανίζονται πιο συχνά η κατάθλιψη και το άγχος μα, αν εγκατασταθούν, είναι εξαιρετικά δύσκολο να τις αντιμετωπίσεις, σημείωσε ο Antonacci. Παρότι τα χρόνια που προηγούνται της διάγνωσης είναι εξαιρετικά χρήσιμα για την πρόληψη, δεν αξιοποιούνται επαρκώς λόγω έλλειψης κατάλληλων εργαλείων.
Επί του παρόντος, οι διαθέσιμες μέθοδοι βασίζονται σε κλινικές αξιολογήσεις ή σε ειδικές εξετάσεις και εξοπλισμό για την παρακολούθηση δεικτών όπως η κορτιζόλη, η αντίδραση στο στρες και το μήκος των τελομερών, τα οποία απαιτούν χρόνο και σημαντικούς πόρους.
Η έρευνα έδειξε ότι η ανάλυση του λόγου θα μπορούσε να υπερκεράσει τα παραδοσιακά πρωτόκολλα. Οι υπολογιστικές αναλύσεις είχαν σε αρκετές περιπτώσεις καλύτερη προβλεπτική απόδοση από τις εκτιμήσεις ειδικών, οι οποίοι εκτίμησαν τη σοβαρότητα των στρεσογόνων εμπειριών κάθε παιδιού βασισμένοι στην καθιερωμένη κλινική διαδικασία. Τα γλωσσικά χαρακτηριστικά που εντόπισε το μοντέλο είχαν υπερδιπλάσια προγνωστική αξία για τα μελλοντικά προβλήματα ψυχικής υγείας.
Για τον Ian Gotlib, ανώτερο συγγραφέα της μελέτης, το πλεονέκτημα της ομιλίας βρίσκεται και στην πρακτικότητά της. «Η κορτιζόλη, η αντίδραση στο στρες και το μήκος των τελομερών έχουν κάποια προγνωστική χρησιμότητα, αλλά η ομιλία είναι φθηνή και εύκολα αξιοποιήσιμη σε μεγάλη κλίμακα», ανέφερε. «Είναι εύκολη, είναι προσβάσιμη και μπορεί να αποτελεί ισχυρότερο προγνωστικό δείκτη από οποιονδήποτε από αυτούς τους παράγοντες μεμονωμένα».
Μια ιδέα που μελετάται εδώ και δεκαετίες
Η προσπάθεια εντοπισμού πρώιμων σημείων ψυχοπαθολογίας μέσα από την ομιλία ξεκίνησε αρκετές δεκαετίες πριν τα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης. Ήδη το 1982, ερευνητές είχαν συγκρίνει τη λεκτική επίδοση παιδιών με διαφορετικό οικογενειακό ιστορικό ψυχικής νόσου, διαπιστώνοντας πως τα παιδιά γονέων με σχιζοφρένεια παρουσίαζαν, μεταξύ άλλων, χαμηλότερη λεκτική παραγωγή, φτωχότερη συνοχή στις ιδέες τους και περισσότερες ασαφείς αναφορές συγκριτικά με παιδιά χωρίς αντίστοιχο οικογενειακό ιστορικό.
Βέβαια, η μελέτη δεν προέβλεπε μελλοντικές διαγνώσεις, αλλά έδειχνε ήδη ότι ο λόγος μπορεί να περιέχει ενδείξεις ευαλωτότητας στην ψυχοπαθολογία.
Το 2025, μια συστηματική ανασκόπηση 2.260 δημοσιεύσεων εντόπισε μόλις 11 διαχρονικές μελέτες που πληρούσαν τα κριτήρια για να εξετάσουν αν δείκτες ομιλίας και γλώσσας μπορούν να προβλέψουν μελλοντικές ψυχικές διαταραχές στους νέους. Τα ευρήματα αφορούσαν κυρίως κατάθλιψη, ψύχωση και ΔΕΠΥ (διαταραχή ελλειμματικής προσοχής/υπερκινητικότητας), χωρίς ενδείξεις για ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή (OCD), διπολική διαταραχή, διαταραχές χρήσης ουσιών ή διατροφικές διαταραχές. Οι συγγραφείς της τόνισαν ότι τα διαθέσιμα στοιχεία παραμένουν περιορισμένα, οι μεθοδολογίες διαφέρουν σημαντικά και τα ευρήματα δεν έχουν αναπαραχθεί ακόμα από αρκετές ανεξάρτητες μελέτες.
Σε παρόμοιο τόνο, οι ερευνητές του Stanford εξέφρασαν τις δικές τους επιφυλάξεις, παρά τα ενθαρρυντικά ευρήματα. «Πιστεύουμε ότι η μελέτη αυτή αποτελεί μια ισχυρή απόδειξη της δυνατότητας ανάπτυξης εργαλείων μεγάλης κλίμακας που εντοπίζουν δείκτες κινδύνου πριν από τη διάγνωση», δήλωσε ο Antonacci.
Επόμενος στόχος είναι η επαναληψιμότητα των ευρημάτων σε μεγαλύτερες και ανεξάρτητες ομάδες παιδιών, ώστε να διακριβωθεί αν η ανάλυση της ομιλίας μπορεί να αξιοποιηθεί ως εργαλείο πρόβλεψης στην κλινική πράξη.