ΗΞΕΡΕΣ ΟΤΙ Ο SYLVESTER STALLONE ΥΠΕΦΕΡΕ ΑΠΟ ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΗ ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ;
Για πρώτη φορά στα 80 του χρόνια ο Sylvester Stallone μίλησε για τις διατροφικές διαταραχές από τις οποίες υπέφερε όσο εμείς θαυμάζαμε το εντυπωσιακό του σώμα, στέλνοντας ένα σοβαρό μήνυμα στους άντρες.
Αμέτρητες συνεντεύξεις έχει δώσει από την αρχή της καριέρας του, στις αρχές της δεκαετίας του ’70, ο Sylvester Stallone, όμως η τελευταία του στους New York Times ήταν ίσως η πρώτη κατά την οποία μίλησε τόσο ανοιχτά για τις διατροφικές διαταραχές από τις οποίες υπέφερε όσο ένας ολόκληρος πλανήτης τον θαύμαζε για τη macho σωματική του διάπλαση.
Αν και προκάλεσε έκπληξη για το γεγονός ότι προχώρησε σε μια τέτοια αποκάλυψη στα 80 (!) του, δεν μπορούμε να μην αναγνωρίσουμε ότι, έστω και με μεγάλη χρονοκαθυστέρηση, έθιξε ένα βαθιά υποτιμημένο ζήτημα για τους άντρες: Αυτό της εμμονής με την εξωτερική εμφάνιση –και δη με το σώμα– που μπορεί να γίνει επικίνδυνη.
Με αφορμή, λοιπόν, την πρόσφατη κυκλοφορία των απομνημονευμάτων του με τίτλο «The Steps», ο Stallone είπε ότι κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων των ταινιών «Rambo» και των συνεχειών του «Rocky», είχε εμμονή να αποκτήσει μια σωματική διάπλαση που θα έδειχνε «άγρια και επιθετική». Όπως δήλωσε στους Times: «Έφτασα στο σημείο να γίνω βουλιμικός... Το ποσοστό λίπους στο σώμα μου έπεσε στο 2,6% όταν γύριζα το "Rocky III", και δεν μπορούσα να κρατήσω καμία τροφή στο στομάχι μου».
Η ψυχογενής βουλιμία είναι μια διαταραχή πρόσληψης τροφής που χαρακτηρίζεται από επεισόδια υπερφαγίας (κατανάλωση μεγάλης ποσότητας φαγητού) τα οποία ακολουθούνται από αντισταθμιστικές συμπεριφορές (μέσω μεθόδων όπως ο εμετός ή η λήψη υπακτικών). Ο Stallone αποκάλυψε, επίσης, το προφανές: ότι κατέφυγε στη χρήση στεροειδών για να διατηρήσει τη σωματική του διάπλαση.
Σχολιάζοντας σε άρθρο τις παραπάνω δηλώσεις ο Riley Nickols, ψυχολόγος συμβουλευτικής και αθλητικός ψυχολόγος, καθώς και κλινικός σύμβουλος της Εθνικής Ένωσης για τις Διαταραχές Πρόσληψης Τροφής (National Eating Disorders Association), είπε πως η παραδοχή του Stallone «αμφισβητεί ορισμένα από τα πιο επίμονα στερεότυπα της κοινωνίας μας, σύμφωνα με τα οποία οι διαταραχές πρόσληψης τροφής αφορούν κυρίως τις γυναίκες ή ότι ένα άτομο με τέτοια διαταραχή πρέπει να φαίνεται εμφανώς άρρωστο».
Και όπως πρόσθεσε η κλινική ψυχολόγος, επικεφαλής κλινικού τομέα και συνιδρύτρια της Equip (μιας διαδικτυακής πλατφόρμας για τη θεραπεία διαταραχών πρόσληψης τροφής), Erin Parks, πρόκειται για μια ηχηρή υπενθύμιση ότι «οι άντρες ζουν στον ίδιο κόσμο που είναι εμμονικός με την εξωτερική εμφάνιση, όπως και όλοι εμείς», και ότι υπόκεινται σε εξίσου ανέφικτα πρότυπα ομορφιάς.
Αντίθετα, λοιπόν, με την κοινή πεποίθηση, οι διαταραχές πρόσληψης τροφής δεν είναι σπάνιες στους άνδρες. Εκτιμάται ότι τουλάχιστον 1 στα 3 άτομα με διαταραχή πρόσληψης τροφής –όπως η ψυχογενής ανορεξία, η ψυχογενής βουλιμία ή η διαταραχή επεισοδιακής υπερφαγίας– είναι άντρας ή και έφηβος, όπως δείχνουν τα παγκόσμια δεδομένα για τους εφήβους αναφορικά με τις διαταραχές πρόσληψης τροφής.
ΟΙ ΑΝΤΡΕΣ ΖΟΥΝ ΣΤΟΝ ΙΔΙΟ ΚΟΣΜΟ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΕΜΜΟΝΙΚΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΚΑΙ ΥΠΟΚΕΙΝΤΑΙ ΣΕ ΕΞΙΣΟΥ ΑΝΕΦΙΚΤΑ ΠΡΟΤΥΠΑ ΟΜΟΡΦΙΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ.
Οι αποκαλύψεις του Σταλόνε αναδεικνύουν, επίσης, τον κίνδυνο που ενέχει μια διατροφική διαταραχή όταν παραμένει χωρίς θεραπεία: ο ίδιος επεσήμανε τόσο το γεγονός ότι η διαταραχή μονοπωλούσε τις σκέψεις του όσο και το «τρομερό τίμημα» που είχε για το σώμα του.
Η Parks εξηγεί, πάνω σε αυτό, ότι λίγες πτυχές της σωματικής και ψυχικής υγείας μένουν ανεπηρέαστες από τον παρατεταμένο υποσιτισμό που συνοδεύει τις διατροφικές διαταραχές, ωστόσο οι σημαντικότερες ανησυχίες αφορούν τους πιθανούς κινδύνους καρδιακών προβλημάτων και αυτοκτονίας. Ορισμένες έρευνες υποδεικνύουν, μάλιστα, ότι, σε σύγκριση με τις γυναίκες, οι άντρες με διατροφικές διαταραχές είναι πιο πιθανό να νοσηλευτούν και αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο πρόωρου θανάτου.
Πώς εκδηλώνονται και πώς αντιμετωπίζονται οι διατροφικές διαταραχές στους άντρες;
Η ψυχολόγος συνέχισε λέγοντας πως, σε αντίθεση με τις γυναίκες που κατά κανόνα πασχίζουν για πιο αδύνατη σιλουέτα, οι άντρες με διατροφικές διαταραχές συνήθως θα μιλούν για τη «σύνθεση του σώματος» και για «χαμηλότερο σωματικό λίπος». Οι περισσότεροι θέλουν να γίνουν πιο γραμμωμένοι, να αποκτήσουν πιο ογκώδεις μύες, να δείχνουν σωματικά πιο δυνατοί.
Και η επιθυμία αυτή θα οδηγήσει πολλούς σε διαταραγμένες διατροφικές συνήθειες, όπως η υπερβολική κατανάλωση πρωτεΐνης και ο περιορισμός όλων των άλλων θρεπτικών συστατικών. Μπορεί, επίσης, να τους ωθήσει σε υπερβολική άσκηση ή σε λήψη συμπληρωμάτων. Όλα αυτά δεν σημαίνουν απαραίτητα ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα, όμως όταν η καταναγκαστική άσκηση και οι ατελείωτες ώρες στο γυμναστήριο «κόβουν» από άλλες πτυχές της κοινωνικής ζωής, τότε ίσως πρέπει να αναρωτηθεί κανείς τι πραγματικά συμβαίνει. Ακόμα περισσότερο αν την ίδια ώρα το άτομο νιώθει δυστυχία που δεν επιτυγχάνει το «ιδανικό σώμα».
ΟΙ ΑΝΤΡΕΣ ΜΕ ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΕΙΝΑΙ ΠΙΟ ΠΙΘΑΝΟ ΝΑ ΝΟΣΗΛΕΥΤΟΥΝ ΚΑΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΟΥΝ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΚΙΝΔΥΝΟ ΠΡΟΩΡΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΑΠΟ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ.
Το χειρότερο είναι ότι είναι περισσότερο σύνηθες στους άντρες να θεωρούν ταμπού το να ζητήσουν βοήθεια, ακόμα κι αν υποψιάζονται ότι πάσχουν από διατροφική διαταραχή, θεωρώντας ότι αυτή είναι μια διαδικασία που αφορά περισσότερο τις γυναίκες.
Ποια είναι, όμως, η ιδανική θεραπεία; Αυτή, λένε οι ειδικοί, προσαρμόζεται στο άτομο, καθώς οι διατροφικές διαταραχές μπορούν να εκδηλωθούν με πολλούς τρόπους, ανάλογα με το φύλο. Ο Nickols, ενδεικτικά, λέει πως τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες μπορούν να ωφεληθούν από τη συνεργασία με μια ομάδα ειδικών, π.χ. έναν γιατρό, έναν διαιτολόγο και έναν ειδικό ψυχικής υγείας με εξειδίκευση στις διατροφικές διαταραχές – η ενισχυμένη γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία, για παράδειγμα, στοχεύει σε τέτοια προβλήματα. Η ιατρική παρακολούθηση μπορεί να προλάβει τυχόν σωματικές επιπτώσεις των διατροφικών διαταραχών, όπως τα χαμηλά επίπεδα τεστοστερόνης ή βιταμίνης D.
Εκεί που καταλήγει ο ειδικός, είναι ότι η φροντίδα του εαυτού μπορεί να ακολουθήσει πολλές διαφορετικές διαδρομές, αλλά το σημαντικότερο για τους άντρες είναι να την αναζητήσουν και να μην υποβαθμίζουν τα συμπτώματα. Όπως λέει τελικά και η Parks: «Η συμβουλή μου προς τους ασθενείς είναι: "Μην πείθετε τον εαυτό σας ότι δεν είστε αρκετά άρρωστοι"».