ΠΟΤΕ ΤΟ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟ ΔΟΓΜΑ ΤΩΝ ΓΟΝΙΩΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΗ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ;
Πού τελειώνει η εκμάθηση μιας θρησκευτικής πίστης στο πλαίσιο της οικογένειας και πού αρχίζει η παιδική κακοποίηση; Με αφορμή την ταινία Φιόρδ, αλλά και ένα υπόμνημα των ιαπωνικών αρχών που ορίζει ρητά ως επιβλαβείς συμπεριφορές όπως ο εκφοβισμός με την κόλαση και ο εξαναγκασμός σε θρησκευτικές τελετές, μιλάμε με δύο ψυχολόγους που ειδικεύονται στους οικογενειακούς δεσμούς.
Όταν η οικογένεια Γκεοργκίου, ένα βαθιά θρησκευόμενο ζευγάρι με 5 παιδιά, μετακομίζει σε ένα ήσυχο χωριό της Νορβηγίας, κανείς δεν φαντάζεται τι πρόκειται να συμβεί. Οι μελανιές όμως στο σώμα της έφηβης κόρης τους κινούν αμέσως τις υποψίες της τοπικής κοινότητας και των δασκάλων, οι οποίοι αρχίζουν να αναρωτιούνται αν τα σημάδια προέρχονται από την αυστηρή, παραδοσιακή ανατροφή που επιβάλλουν οι γονείς στα παιδιά τους.
Οι νορβηγικές αρχές κοινωνικής πρόνοιας επεμβαίνουν δραστικά και απομακρύνουν με τη βία τα παιδιά από τους γονείς, που θα χρειαστεί να τα διεκδικήσουν ξανά δικαστικά. Υπό τον φόβο ότι θα καταδικαστούν από το νορβηγικό σύστημα και θα χάσουν οριστικά την επιμέλεια των παιδιών τους, αποφασίζουν τελικά να διαφύγουν κρυφά στη Δανία.
Είδα το Φιόρδ, τη βραβευμένη με Χρυσό Φοίνικα ταινία του Ρουμάνου Κριστιάν Μουνγκίου τον περασμένο Αύγουστο (παρεμπιπτόντως, εξακολουθεί να προβάλλεται σε λίγες αίθουσες) και ομολογώ ότι δεν κατάφερα να πάρω ξεκάθαρη θέση.
Η Ιαπωνία απαγορεύει την κακοποίηση λόγω θρησκευτικής πίστης
Λίγες μέρες μετά, εντελώς τυχαία, διάβασα ένα δημοσίευμα το οποίο αναφερόταν σε έγγραφο του Υπουργείου Υγείας, Εργασίας και Πρόνοιας της Ιαπωνίας (2022), με τίτλο Ερωτήσεις και Απαντήσεις σχετικά με την Αντιμετώπιση της Παιδικής Κακοποίησης που σχετίζεται με τη Θρησκευτική Πίστη κ.λπ.
Η έκδοση του συγκεκριμένου εγγράφου αποτελεί ορόσημο, καθώς ονομάτισε και κατηγοριοποίησε ρητά ως «κακοποίηση» συμπεριφορές που μέχρι πρότινος κρύβονταν κάτω από την ομπρέλα της θρησκευτικής ελευθερίας (όπως ο εκφοβισμός με την κόλαση ή ο εξαναγκασμός συμμετοχής σε τελετές).
Και ενώ αυτό το υπόμνημα δεν ποινικοποιεί, θέτει μια ξεκάθαρη γραμμή στην έννοια της κακοποίησης: Ανάμεσα στα πιστεύω των γονιών και στην ψυχική υγεία των παιδιών, προέχει η δεύτερη, εφόσον βάλλεται από τα πρώτα.
Όταν μιλάμε για μια αυστηρή επιβολή κανόνων που υποστηρίζεται από σωματική βία, επιβολή τιμωριών και άλλες ακραίες μεθόδους, δεν είναι καθόλου δύσκολο να αποφασίσει κάποιος αν πρόκειται για ψυχολογική κακοποίηση. Τι γίνεται όμως με τους ηπιότερους τρόπους διδασκαλίας ενός θρησκευτικού δόγματος από τους γονείς στα παιδιά;
Πόσο βλάπτει το δόγμα των γονιών τα παιδιά; Δύο ψυχολόγοι απαντούν
Θέλοντας να βρούμε τις διαχωριστικές γραμμές, μιλήσαμε με τους ψυχολόγους Νίκο Κουραβάνα (ο οποίος απάντησε στις πρώτες τρεις ερωτήσεις) και Ελένη Παπαδοπούλου (στις δύο τελευταίες), συγγραφείς του βιβλίου Οικογένεια: Οι δεσμοί που μας μεγαλώνουν (εκδ. Αγγελάκη). Στην κουβέντα που είχα μαζί τους, μου υπενθύμισαν ορισμένα πολύ βασικά σημεία, τα οποία υπογραμμίζουν την ιδιαιτερότητα της σχέσης γονέων-παιδιών:
- Ένα παιδί, λόγω έλλειψης εμπειρίας, αλλά και λόγω περιορισμένης ωρίμανσης του εγκεφάλου, αντιμετωπίζει πολύ διαφορετικά τις προσλαμβάνουσες και τα ερεθίσματα που δέχεται από τον «κόσμο των μεγάλων» και από το περιβάλλον γενικότερα. Αυτό σημαίνει ότι η κριτική του ικανότητα είναι σαφώς πιο περιορισμένη σε σχέση με αυτή των ενηλίκων και οι άμυνές του πολύ διαφορετικές.
- Το παιδί αναμένει από τους γονείς κυρίως, και ύστερα από τους «σημαντικούς άλλους» (παππού, γιαγιά, θείες/θείους, δασκάλες/ους κοκ) να το καθοδηγήσουν και να το βοηθήσουν να αναπτυχθεί.
- Σύμφωνα με τη θεωρία της προσκόλλησης του John Bowlby, τα παιδιά έχουν θεμελιώδη ανάγκη να αισθάνονται ασφάλεια και σταθερότητα στις σχέσεις τους με τους γονείς τους. Επομένως, όταν αντιλαμβάνονται ότι η αγάπη και η αποδοχή των γονέων εξαρτώνται από την υπακοή τους ή από τη συμμόρφωσή τους σε συγκεκριμένες πεποιθήσεις, ενδέχεται να υιοθετούν τις οικογενειακές αντιλήψεις όχι αποκλειστικά επειδή τις αποδέχονται, αλλά και επειδή φοβούνται τις συνέπειες μιας πιθανής διαφωνίας.
– Ένα αυστηρό θρησκευτικό δόγμα που περιλαμβάνει υποχρεωτική καθημερινή προσευχή, συνεχή μελέτη της Αγίας Γραφής (σύμφωνα με το παράδειγμα της ταινίας) και πλήρη απαγόρευση της τεχνολογίας (π.χ. κινητά τηλέφωνα) μπορεί να οδηγήσει σε ψυχολογικές άμυνες ή ελλείμματα για ένα παιδί;
Ο τρόπος που διδάσκουμε σε ένα παιδί τις ηθικές αρχές κι αξίες είναι εξίσου σημαντικός με το ίδιο το περιεχόμενο αυτών των αρχών κι αξιών. Η πίστη, η θρησκευτικότητα και γενικότερα η πνευματικότητα δεν είναι βλαπτικές, τουναντίον μπορούν να βοηθήσουν ένα παιδί να έρθει σε επαφή με βαθύτερα υπαρξιακά ζητήματα και ως εκ τούτου να προσδώσει μια βαθύτερη νοηματοδότηση στον σκοπό της ίδιας του της ζωής.
Το πρόβλημα παρουσιάζεται όταν η θρησκευτικότητα προσφέρεται στο παιδί μέσα από την οδό της αυταρχικότητας, δηλ. της επιβολής με αρκετές δόσεις υπερβολής. Υπό το πρίσμα της αυστηρότητας, αντί οι γονείς να περάσουν το μήνυμα της αγάπης, θα φέρουν το αντίθετο αποτέλεσμα, δηλ. θα καλλιεργήσουν άθελά τους το μίσος, το οποίο θα το συνοδεύσει μια σειρά άλλων αρνητικών συναισθημάτων, όπως η ματαίωση, η απογοήτευση, ο φόβος, η ενοχοποίηση, η θλίψη, η στενοχώρια, η ανασφάλεια.
«ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΘΥΜΟΥΝΤΑΙ ΟΤΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΕΧΟΥΝ ΑΝΑΓΚΗ ΝΑ ΖΗΣΟΥΝ ΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΗΛΙΚΙΑ, ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ».
– Ποιες είναι οι μακροπρόθεσμες συνέπειες στην ανάπτυξη της ταυτότητας ενός παιδιού όταν οι γονείς «δαιμονοποιούν» τον έξω κόσμο και το αποκόπτουν κοινωνικά;
Οι συνέπειες από τέτοιου είδους απαγορεύσεις είναι πολύ πιθανό να επηρεάσουν την κοινωνική προσαρμογή του παιδιού, καθώς σε σχέση με τους συνομηλίκους του δεν θα είναι σε θέση να συμμετέχει στις κουβέντες τους, εφόσον πολλές από αυτές λαμβάνουν χώρα στα κοινωνικά δίκτυα.
Η πλήρης απαγόρευση χρήσης της τεχνολογίας, όπως παρουσιάζεται στην ταινία Φιόρδ, μπορεί να προκαλέσει αισθήματα μειονεξίας στο παιδί, το οποίο ίσως εκλάβει τη συγκεκριμένη απαγόρευση σαν μια άδικη τιμωρία. Η δεύτερη άδικη τιμωρία που είναι πιθανό να ακολουθήσει σύντομα έρχεται όταν το παιδί αυτό τεθεί στο περιθώριο από τους συμμαθητές του, οι οποίοι εύκολα θα το χαρακτηρίσουν ως «παράξενο» ή ηπιότερα ως «διαφορετικό».
Ασφαλώς, τέτοιου είδους βιώματα θα μπορούσαν να έχουν αντίκτυπο και στη μετέπειτα ζωή του παιδιού, αν και αυτό δεν μπορεί να το ξέρει κανείς και να το πει με σιγουριά, καθώς δεν θα διαμορφωθούν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όλα τα παιδιά που έχουν παρόμοια βιώματα.
Πάντως, δεν θα πρέπει να λησμονήσουμε τον κίνδυνο δημιουργίας ελλείμματος στην ενσυναίσθηση. Δηλαδή, αν το άτομο έχει μάθει να βλέπει τη ζωή μέσα από τους παραμορφωτικούς καθρέπτες μιας ακραίας έκφρασης της θρησκευτικότητας, τότε είναι πιθανό να απορρίπτει κατευθείαν όποιον δεν ακολουθεί το δόγμα ή τον θρησκευτικό τρόπο ζωής του, καλλιεργώντας έναν ιδιότυπο ρατσισμό στους διαφορετικούς ανθρώπους. Δεν θα μάθει ποτέ να μπαίνει στη θέση των άλλων, να τους αφουγκράζεται και να έχει «καλή περιέργεια», διευρύνοντας τους ορίζοντές του.
Οπότε, χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή και θα πρέπει να αποφεύγεται η δαιμονοποίηση του έξω κόσμου, καθώς αυτό που συμβαίνει τελικά είναι να απομονώνεται όλο και περισσότερο το άτομο που δαιμονοποιεί.
«ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΟΤΑΝ Η ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΤΗΤΑ ΠΡΟΣΦΕΡΕΤΑΙ ΣΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΔΟ ΤΗΣ ΑΥΤΑΡΧΙΚΟΤΗΤΑΣ, ΔΗΛΑΔΗ ΤΗΣ ΕΠΙΒΟΛΗΣ ΜΕ ΑΡΚΕΤΕΣ ΔΟΣΕΙΣ ΥΠΕΡΒΟΛΗΣ».
– Πού ακριβώς εντοπίζετε τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη φυσιολογική μεταλαμπάδευση θρησκευτικών και πολιτισμικών αξιών από τους γονείς και στην ψυχολογική καταπίεση ή στέρηση της παιδικής ηλικίας;
Στην ταινία Φιόρδ, το παιδί διδάσκεται πως οι γονείς του εκπροσωπούν το θέλημα του Θεού και γι’ αυτό πρέπει να τους υπακούει, ενσωματώνοντας έτσι τις προσδοκίες αλλά και τις απαγορεύσεις των γονιών του και μετατρέποντάς τες σε έναν εσωτερικό κριτή, ο οποίος προκαλεί ενοχές όταν το παιδί επιθυμεί κάτι διαφορετικό.
Η επιθυμία δεν συνδέεται πάντα με κάτι αρνητικό. Θα μπορούσε το παιδί λόγου χάρη να επιθυμεί απλώς μερικές φορές να ξεκουράζεται ή να παίζει αντί να προσεύχεται. Η τόση πειθαρχία δημιουργεί καταπίεση και αυτή με τη σειρά της μπορεί να προκαλέσει άγχος και δυσκολία αποδοχής των ίδιων των συναισθημάτων του παιδιού. Όλα αυτά μαζί με τον υπερβολικό έλεγχο θα οδηγήσουν τελικά σε δυσκολία αυτορρύθμισης του συναισθήματος.
Oι γονείς θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί ως προς τον τρόπο μεταλαμπάδευσης των θρησκευτικών ή πολιτισμικών τους αξιών και να μην υπερβάλλουν. Να θυμούνται ότι τα παιδιά έχουν ανάγκη να ζήσουν την παιδική τους ηλικία, γιατί είναι μία και δεν επαναλαμβάνεται. Ο χρόνος δεν γυρνά ποτέ πίσω για να διορθώσουμε τα λάθη.
– Πώς μπορεί ένας επαγγελματίας ψυχικής υγείας να διαγνώσει αν το παιδί συμμετέχει από γνήσια πίστη ή από τον βαθύ φόβο μήπως απορριφθεί ή εγκαταλειφθεί από την ίδια του την οικογένεια;
Η διάκριση αυτή απαιτεί προσεκτική και εξατομικευμένη αξιολόγηση, καθώς η γνήσια πίστη και ο φόβος της απόρριψης μπορούν να συνυπάρχουν και να επηρεάζουν ταυτόχρονα τη συμπεριφορά του παιδιού. Για τον λόγο αυτό, ο ειδικός δεν μπορεί να βασιστεί αποκλειστικά στη συμπεριφορά του παιδιού, αλλά χρειάζεται να εξετάσει τα συναισθήματα, τα κίνητρα και τις οικογενειακές σχέσεις που επηρεάζουν τη στάση του.
O ειδικός μπορεί να χρησιμοποιήσει ανοιχτές και μη κατευθυντικές ερωτήσεις, όπως αν το παιδί αισθάνεται ελεύθερο να εκφράσει τις απόψεις του, τι πιστεύει ότι θα συνέβαινε αν αρνιόταν να συμμετάσχει σε μια συγκεκριμένη δραστηριότητα ή αν θεωρεί ότι οι γονείς του θα εξακολουθούσαν να το αγαπούν ακόμη κι αν πίστευε κάτι διαφορετικό.
Επιπλέον, ο επαγγελματίας παρατηρεί πιθανές ενδείξεις άγχους, ενοχής, ντροπής ή υπερβολικής ανάγκης συμμόρφωσης, καθώς και το κατά πόσο το παιδί συνδέει την αποδοχή της οικογένειάς του με την υποχρεωτική συμμετοχή του σε συγκεκριμένες πρακτικές. Ωστόσο, κανένα από αυτά τα στοιχεία δεν αποτελεί από μόνο του απόδειξη ότι η συμμετοχή οφείλεται στον φόβο, καθώς η αξιολόγηση πρέπει να λαμβάνει υπόψη την ηλικία, την αναπτυξιακή ωριμότητα, την προσωπικότητα και το οικογενειακό περιβάλλον του παιδιού.
Ιδιαίτερη σημασία έχει, επίσης, η διερεύνηση της ελευθερίας επιλογής που διαθέτει το παιδί. Ο ειδικός εξετάζει αν μπορεί να εκφράσει αμφιβολίες ή να διαφωνήσει χωρίς να αντιμετωπίζει απειλές, ταπείνωση, συναισθηματική απομάκρυνση ή άλλες μορφές πίεσης.
Εξετάζει, παράλληλα, αν οι γονείς διατηρούν μια σταθερή και υποστηρικτική σχέση με το παιδί ακόμη κι όταν εκείνο εκφράζει διαφορετικές απόψεις. Η δυνατότητα του παιδιού να αισθάνεται ότι εξακολουθεί να αγαπιέται και να γίνεται αποδεκτό ανεξάρτητα από τις πεποιθήσεις του αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την ανάπτυξη της αυτονομίας και της συναισθηματικής του ασφάλειας.
Συνεπώς, για να καταλήξει σε μια τεκμηριωμένη εκτίμηση, ο επαγγελματίας ψυχικής υγείας χρειάζεται να συνδυάσει την κλινική συνέντευξη, την παρατήρηση της συμπεριφοράς και, όπου ενδείκνυται, κατάλληλα εργαλεία ψυχολογικής αξιολόγησης και πληροφορίες για το οικογενειακό περιβάλλον.
– Πώς μπορούμε σε πρακτικό επίπεδο να βοηθήσουμε τους γονείς να διαχωρίσουν την προσωπική τους πίστη από τα αυθύπαρκτα δικαιώματα του παιδιού τους, χωρίς να νιώθουν ότι ακυρώνεται η γονεϊκή τους ταυτότητα;
Η υποστήριξη των γονέων χρειάζεται να βασίζεται στον διάλογο, την ενσυναίσθηση και τον σεβασμό τόσο της προσωπικής τους πίστης όσο και των δικαιωμάτων του παιδιού. Αντί να αντιμετωπίσει την πίστη των γονέων ως πρόβλημα, μπορεί να τους βοηθήσει να κατανοήσουν ότι η αναγνώριση της αυτονομίας του παιδιού δεν συνεπάγεται απόρριψη των δικών τους πεποιθήσεων.
«ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΟΦΕΥΓΕΤΑΙ Η ΔΑΙΜΟΝΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΕΞΩ ΚΟΣΜΟΥ, ΚΑΘΩΣ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΤΕΛΙΚΑ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΑΠΟΜΟΝΩΝΕΤΑΙ ΤΟ ΑΤΟΜΟ ΠΟΥ ΔΑΙΜΟΝΟΠΟΙΕΙ».
Μέσα από τη συμβουλευτική, οι γονείς μπορούν να ενθαρρυνθούν να διακρίνουν τη δική τους επιθυμία να μεταδώσουν τις αξίες τους από την ανάγκη του παιδιού να αναπτύξει σταδιακά τη δική του προσωπικότητα και κρίση. Είναι σημαντικό να κατανοήσουν ότι η αγάπη και η αποδοχή δεν πρέπει να εξαρτώνται από την πλήρη συμμόρφωση του παιδιού στις προσδοκίες τους.
Παράλληλα, ο ειδικός μπορεί να τους βοηθήσει να αναγνωρίσουν τη διαφορά ανάμεσα στην καθοδήγηση, η οποία βασίζεται στην ενημέρωση και τον διάλογο, και στην επιβολή, η οποία στηρίζεται στον φόβο, την ενοχή ή την απειλή της απόρριψης.
Ένα ουσιαστικό βήμα είναι η ενθάρρυνση της ενεργητικής ακρόασης, ώστε οι γονείς να ακούν τις σκέψεις και τα συναισθήματα του παιδιού χωρίς να τα χαρακτηρίζουν αμέσως ως λανθασμένα. Μπορούν, επίσης, να μάθουν να διαχειρίζονται τις διαφωνίες με ηρεμία, αποφεύγοντας τη συναισθηματική πίεση και τις τιμωρητικές αντιδράσεις. Μέσα από βιωματικές ασκήσεις και παραδείγματα, ο επαγγελματίας μπορεί να τους βοηθήσει να αντιληφθούν πώς αισθάνεται ένα παιδί όταν φοβάται ότι η διαφορετική του άποψη μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια της γονεϊκής αγάπης.
Παράλληλα, χρειάζεται να ενημερωθούν ότι το παιδί έχει δικαίωμα στην ελευθερία της σκέψης, της συνείδησης και της έκφρασης, ανάλογα με την ηλικία και την αναπτυσσόμενη ωριμότητά του. Η γονεϊκή ευθύνη δεν καταργείται, αλλά ασκείται με τρόπο που προστατεύει την αξιοπρέπεια και τη συναισθηματική ασφάλεια του παιδιού.