ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΧΑΣΕΙΣ ΚΙΛΑ; ΙΣΩΣ ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΝΑ ΚΟΨΕΙΣ ΤΙΣ ΓΛΥΚΕΣ ΓΕΥΣΕΙΣ
Νέα μελέτη αμφισβητεί την ανάγκη να περιορίζουμε συνολικά τις γλυκές γεύσεις όταν θέλουμε να χάσουμε κιλά. Τι φαίνεται να έχει μεγαλύτερη σημασία;
Θέλεις να χάσεις κιλά. Ποιο είναι το πρώτο πράγμα που κάνεις; Να κόψεις τη ζάχαρη. Πράγμα που είναι… μαχαιριά στην καρδιά, αν προτιμάς τις γλυκές γεύσεις από τις αλμυρές. Παρ’ όλα αυτά, έχεις μάθει να θεωρείς τις γλυκές γεύσεις έναν από τους πιο σύντομους δρόμους προς την αύξηση του βάρους, την παχυσαρκία και ό,τι αυτή συνεπάγεται. Η παχυσαρκία, για παράδειγμα, έχει συνδεθεί, μεταξύ πολλών άλλων, με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης αρκετών μορφών καρκίνου.
Οι οργανισμοί δημόσιας υγείας, όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, συστήνουν τον περιορισμό της πρόσληψης ελεύθερων σακχάρων, στο πλαίσιο μιας υγιεινής διατροφής και της πρόληψης της αύξησης του σωματικού βάρους. Ωστόσο, άλλο πράγμα είναι η περιεκτικότητα ενός τροφίμου σε σάκχαρα και άλλο η γλυκιά γεύση του – μια διάκριση που βρίσκεται στο επίκεντρο νέας μελέτης.
Η εργασία ερευνητών του Πανεπιστημίου Bournemouth στη Μεγάλη Βρετανία και του Wageningen University & Research στην Ολλανδία θέτει υπό αμφισβήτηση τη σύσταση για γενικό περιορισμό της γλυκιάς γεύσης και στρέφει την προσοχή στη μείωση της προστιθέμενης ζάχαρης και των θερμιδικά πυκνών επεξεργασμένων τροφίμων.
Κρατήστε πως η μελέτη δεν «αθωώνει» τη ζάχαρη ή τις τροφές με υψηλή ενεργειακή πυκνότητα. Αυτό που αμφισβητεί είναι κατά πόσο η γλυκιά γεύση αυτή καθαυτή αποτελεί το πρόβλημα. Ένα τρόφιμο που έχει γλυκιά γεύση δεν περιέχει απαραίτητα πολλή ζάχαρη ή πολλές θερμίδες – και το αντίστροφο: σημαντικές ποσότητες προστιθέμενης ζάχαρης μπορεί να υπάρχουν και σε επεξεργασμένα τρόφιμα, τα οποία δεν αντιλαμβανόμαστε καν ως γλυκά.
Σημασία φαίνεται να έχουν περισσότερο η διατροφική ποιότητα των τροφίμων, η περιεκτικότητά τους σε προστιθέμενη ζάχαρη και η ενεργειακή τους πυκνότητα.
Τι έδειξε η εξάμηνη δοκιμή για τη γλυκιά γεύση
Τα ευρήματα της μελέτης, που δημοσιεύτηκε στο American Journal of Clinical Nutrition, εγείρουν ερωτήματα σχετικά με τις συμβουλές δημόσιας υγείας που ενθαρρύνουν τους ανθρώπους να μειώσουν τα γλυκά τρόφιμα ως τρόπο καταπολέμησης του υπερβολικού βάρους και της παχυσαρκίας.
Στην εξάμηνη δοκιμή που πραγματοποίησαν οι επιστήμονες συμμετείχαν 180 άνθρωποι, οι οποίοι χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες, ανάλογα με το επίπεδο έκθεσής τους στη γλυκιά γεύση μέσω της διατροφής:
- υψηλό,
- χαμηλό και
- σύνηθες.
Η γλυκύτητα των τροφίμων προερχόταν από διάφορες πηγές, όπως ζάχαρη, φυσική γλυκύτητα και γλυκαντικά χαμηλών θερμίδων. Όπως σημειώθηκε, «η συγκεκριμένη διάκριση έχει σημασία επειδή τα τρόφιμα μπορούν να έχουν γλυκιά γεύση για πολύ διαφορετικούς διατροφικούς λόγους». Για παράδειγμα, τα φρούτα περιέχουν φυσικά σάκχαρα μαζί με βιταμίνες, φυτικές ίνες και άλλα θρεπτικά συστατικά, ενώ κάποια επεξεργασμένα τρόφιμα μπορεί να περιέχουν προστιθέμενη ζάχαρη, χωρίς όμως να προσφέρουν τα ίδια διατροφικά οφέλη.
Οι συμμετέχοντες ρωτήθηκαν τρεις φορές (έπειτα από έναν μήνα, τρεις μήνες και έξι μήνες) εάν είχε αλλάξει η προτίμησή τους για γλυκά τρόφιμα ή η αντίληψή τους για τη γλυκύτητα, με τους ερευνητές να παρακολουθούν το σωματικό τους βάρος και να παίρνουν δείγματα αίματος και ούρων και τις τρεις φορές. Σε αυτά εξετάστηκαν οι δείκτες που σχετίζονται με τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη και καρδιαγγειακών παθήσεων.
Στο τέλος της εξάμηνης δοκιμής διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρξαν σημαντικές διαφορές μεταξύ των τριών ομάδων σε κανένα από τα μέτρα που εξετάστηκαν.
Τα άτομα με υψηλή, χαμηλή ή συνήθη διατροφική έκθεση στη γλυκιά γεύση δεν έδειξαν σημαντικές διαφορές στην προτίμησή τους για γλυκά τρόφιμα, το σωματικό βάρος ή τους δείκτες που σχετίζονται με τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη και καρδιαγγειακών παθήσεων. Πολλοί συμμετέχοντες μάλιστα επέστρεψαν στις προηγούμενες διατροφικές τους συνήθειες μόλις τελείωσε η δοκιμή.
Με βάση τα αποτελέσματα, η ερευνητική ομάδα υποστήριξε πως ίσως πρέπει να επανεξεταστούν οι συστάσεις των οργανισμών δημόσιας υγείας για τα γλυκά τρόφιμα σε σχέση με τις προσπάθειες αντιμετώπισης του υπερβολικού βάρους και της παχυσαρκίας.
Τι ζητούν οι ερευνητές
Η Katherine Appleton, καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Bournemouth και συγγραφέας της μελέτης, δήλωσε χαρακτηριστικά ότι «οι άνθρωποι έχουν μια φυσική αγάπη για τη γλυκιά γεύση, η οποία έχει οδηγήσει πολλούς οργανισμούς, συμπεριλαμβανομένου του ΠΟΥ, να διατυπώνουν διατροφικές συστάσεις για τη συνολική μείωση της γλυκύτητας της διατροφής μας. Ωστόσο, τα αποτελέσματά μας δεν υποστηρίζουν αυτή τη συμβουλή, η οποία δεν λαμβάνει υπόψη εάν η γλυκιά γεύση προέρχεται από ζάχαρη, γλυκαντικά χαμηλών θερμίδων ή φυσικές πηγές.
»Οι ανησυχίες για την υγεία σχετίζονται με την κατανάλωση ζάχαρης. Ορισμένα είδη fast food μπορεί να μην έχουν γλυκιά γεύση, αλλά μπορεί να περιέχουν υψηλά επίπεδα ζάχαρης. Ομοίως, πολλά φυσικά γλυκά προϊόντα, όπως τα φρέσκα φρούτα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα, μπορούν να έχουν οφέλη για την υγεία. Συνεπώς, η δημόσια συμβουλή πρέπει να επικεντρωθεί στο πώς οι άνθρωποι μπορούν να μειώσουν την ποσότητα ζάχαρης που καταναλώνουν και την κατανάλωση τροφίμων υψηλής ενεργειακής πυκνότητας».
Και πώς μπορεί να γίνει αυτό; Με το να επικεντρώνονται οι διατροφικές οδηγίες «στη θρεπτική ποιότητα των τροφίμων, ιδιαίτερα στην περιεκτικότητα σε ζάχαρη και θερμίδες, παρά στο αν έχουν γλυκιά γεύση».