ΕΛΕΝΗ ΚΟΥΤΣΟΥΔΗ-ΙΟΛΑ: «ΤΑ ΤΡΑΥΜΑΤΑ ΔΕΝ ΦΕΥΓΟΥΝ ΠΟΤΕ, ΟΜΩΣ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΤΑ ΕΛΕΓΞΕΙΣ ΚΑΙ ΝΑ ΜΑΘΕΙΣ ΑΠΟ ΑΥΤΑ»
Στις «Ερινύες του Χθες», η Ελένη Κουτσούδη-Ιόλα αφηγείται την ιστορία της μέσα από την Ελπίδα: το αυτοκινητικό δυστύχημα που σημάδεψε την παιδική της ηλικία, τις ενοχές της επιβίωσης, τις πληγές της εγκατάλειψης και τη δύσκολη διαδρομή προς την αυτογνωσία. Με αφορμή το νέο της βιβλίο, η κλινική ψυχολόγος και συγγραφέας ανοίγει το σπίτι της και την καρδιά της, σε μια συζήτηση για το τραύμα, τη συγχώρεση, τον θάνατο και όσα μαθαίνουμε από τις πληγές μας.
Στο σπίτι της κλινικής ψυχολόγου και συγγραφέα Ελένης Κουτσούδη-Ιόλα επικρατεί το πράσινο. Έξω, το περιβάλλει ένας κήπος κατάφυτος. Στο εσωτερικό, διάφορες αποχρώσεις του είναι διάσπαρτες παντού, σε πίνακες, διακοσμητικά και έπιπλα. «Φύση, τέχνη και πράσινο» σημείωσα στο τετράδιό μου, πλάι σε σχόλια για βιβλία και συγγραφείς στη βιβλιοθήκη της, όσο την περίμενα στο καθιστικό για τη συζήτησή μας με αφορμή το νέο βιβλίο της «Οι Ερινύες του Χθες».
Έβγαζαν νόημα ο καταπράσινος κήπος από τη μία, αντάξιος της εντυπωσιακής κατοικίας, και η αγάπη για την τέχνη από την άλλη, «κληρονομιά» και παράδοση από τον θείο της, τον μεγάλο γκαλερίστα Αλέξανδρο Ιόλα. Μα, κοιτάζοντας ξανά τις σημειώσεις μου και ακούγοντας όσα συζητήσαμε, συνειδητοποιώ ότι δεν τη ρώτησα ποτέ: Γιατί τόσο πράσινο;
Το πράσινο, σύμφωνα με την ψυχολογία των χρωμάτων, συμβολίζει τη φύση και τη δημιουργία, την αναγέννηση και την ελπίδα. Ελπίδα, όπως το όνομα που έδωσε στην ηρωίδα του τελευταίου της βιβλίου, όπως η ελπίδα που επέλεξε για τρόπο ζωής, παρά τις αντιξοότητες και τα τραύματα.
Οι «Ερινύες του Χθες», αναγράφει το οπισθόφυλλο, «είναι μια βαθιά ανθρώπινη αφήγηση για το σύνθετο τραύμα, τη δύναμη της επιβίωσης και τη δύσκολη, αλλά λυτρωτική πορεία προς την αυτογνωσία». Αυτό που δεν αναφέρει είναι πως πρόκειται για αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα.
Η Ελένη Κουτσούδη-Ιόλα βάζει την Ελπίδα να μιλήσει για τη δική της ιστορία: τις ενοχές που επέζησε από ένα αυτοκινητικό δυστύχημα στα πέντε της, την εγκατάλειψη στο οικοτροφείο, τη σκληρότητα μιας ασύγγνωστης γιαγιάς, τη συναισθηματική σύγχυση. Και, με την ιδιότητα της κλινικής ψυχολόγου, κάθεται απέναντί της –απέναντι στον εαυτό της– για να βρουν μαζί τη διαδρομή προς το φως.
«Τα τραύματα», μου λέει σε κάποιο σημείο, «δεν φεύγουν. Μπορείς να τα χαλιναγωγείς ή και να μάθεις πράγματα από αυτά». Το μυαλό μου πάει σε ένα απόσπασμα για τον θάνατο του πατέρα της, πώς κλήθηκε να πάρει τη ζωή στα χέρια της: «Με τη σφράγιση του τάφου, ο βηματισμός μου προς την ενηλικίωση έγινε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Οι πυλώνες της οικογένειας είχαν καταρρεύσει ο ένας μετά τον άλλο. Είχε φτάσει η ώρα να ανασκουμπώσω τα μανίκια, αναλαμβάνοντας τις υποχρεώσεις χωρίς καμία εκπαίδευση».
Και κάπως έτσι αρχίζουν όλα να συνδέονται και το ελπιδοφόρο πράσινο να εξηγείται, τουλάχιστον με μια δική μου αυθαίρετη ερμηνεία. Μπορεί να είναι σύμπτωση ή απλώς το αγαπημένο της χρώμα. Αφού διαβάσετε όσα μου είπε, ίσως να έχετε κι εσείς την ίδια γνώμη.
Μνήμη
Άνοιξη τη δεκαετία του ’50, ένα μικρό κορίτσι επιβιβάζεται στο αυτοκίνητο για εκδρομή με τους γονείς της και δύο φίλες της μητέρας της, δυο αδελφές 18 και 19 χρονών. Μια στιγμή αρκεί· το όχημα ανατρέπεται και η πεντάχρονη Ελπίδα με τον πατέρα της είναι οι μόνοι που θα επιζήσουν. Ακολουθούν ενοχές, σιωπές, κακοποιητικές συμπεριφορές, πολύς πόνος και ενδυνάμωση, μια ολόκληρη διαδρομή μέχρι την απολύτρωση που αποτυπώνεται στις «Ερινύες του Χθες», το δεύτερο συγγραφικό βήμα της κ. Κουτσούδη-Ιόλα μετά τη βιογραφία «Ο θείος μου ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΙΟΛΑΣ – Ο άνθρωπος πίσω από τον Μύθο».
– Κυρία Κουτσούδη-Ιόλα, στις «Ερινύες του Χθες» γράφετε ως Ελπίδα και ως η ψυχολόγος της. Πριν περάσουμε στο θέμα του βιβλίου, πείτε μου πώς μπήκαν στη ζωή σας η ψυχολογία και, αρκετά αργότερα, η συγγραφή;
Αποφάσισα στα 14 μου ότι θα γίνω ψυχολόγος. Αγαπούσα τα βιβλία από μικρή, έτυχε να βρω ένα βιβλίο του Φρόιντ, το διάβασα και είπα: Αυτό μου αρέσει. Θα γίνω ψυχολόγος, τελείωσε! Βέβαια, δεν ήταν εύκολο. Σπούδασα στη Γενεύη γιατί, στην Ελλάδα του ’70, δεν υπήρχε αμιγώς ψυχολογία στο πανεπιστήμιο, μόνο η φιλοσοφία.
Επιστρέφοντας, πήγα και δούλεψα στο Δαφνί δύο-τρεις μήνες, αλλά δεν έβλεπα εξέλιξη, κάτι να προσφέρω. Το μόνο που έκανα ήταν να πηγαίνω τα τσιγάρα που ζητούσαν οι καημένοι οι άνθρωποι εκεί μέσα. Είχα λοιπόν τη δασκάλα των γαλλικών μου, τη «μαμά» μου όπως έλεγα, που τη λάτρευα και με λάτρευε, και με πήρε στις Ουρσουλίνες. Για έναν χρόνο αρχικά, που τελικά έγιναν 10. Και, επιτέλους, μπορούσα να πω ότι είμαι «ψυχολόγος».
Ως προς τη συγγραφή, πάντα έλεγα ότι θέλω να γράψω, δεν ήταν όμως εύκολο με δουλειά και δυο παιδιά. Όταν βγήκα στη σύνταξη –και επειδή δεν μ’ αρέσει να κάθομαι– είπα «θα κάνω το δώρο του μπαμπά». Ήθελε πολύ να ασχοληθώ με τη λογοτεχνία γιατί, στα 14 ή 15, είχα γράψει δύο βιβλία ποίησης, με πολύ καλά σχόλια. Απλώς δεν ήθελα τότε να μπω σε έναν χώρο «ηλικιωμένων».
«ΜΑΣ ΧΩΡΙΖΑΝ 40 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΙΟ ΜΟΥ. ΛΥΠΑΜΑΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΜΟΥΝ ΛΙΓΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΤΟΤΕ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟΥ ΜΙΛΗΣΩ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ. ΟΥΤΕ ΚΙ ΕΚΕΙΝΟΣ ΜΟΥ ΕΛΕΓΕ ΟΣΑ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΩΣ ΘΑ ΗΘΕΛΕ».
– Το νέο βιβλίο σας, λοιπόν, είναι μια βαθιά προσωπική εξομολόγηση. Γιατί επιλέξατε να τη μοιραστείτε με το κοινό τώρα;
Για να γράψω πρέπει πάντα να υπάρχει ένας λόγος. Ξεκίνησα με τον θείο μου γιατί τον αδίκησαν πολύ στην Ελλάδα [σ.σ. ο Αλέξανδρος Ιόλας υπήρξε από τα μεγαλύτερα θύματα του Αυριανισμού]. Όχι ότι δεν έφταιγε κι εκείνος, αλλά το παρατράβηξαν. Ήθελα να μιλήσω με ντοκουμέντα, γιατί στις εφημερίδες γράφονταν πράγματα χωρίς καμία βάση. Λίγο πριν ολοκληρώσω τη βιογραφία του, είχα σκεφτεί ποιο θα ήταν το επόμενο θέμα. Είχα ξεκινήσει από την οικογένεια και τώρα θα περνούσα στον εαυτό μου.
Η αφορμή για το νέο βιβλίο δόθηκε επί Covid, όταν άκουσα σε κάποιο podcast μια ψυχολόγο –δεν θυμάμαι το όνομά της– να ισχυρίζεται ότι οι ψυχολόγοι θα ήταν καλό να ανοιγόμαστε και να μιλάμε, κόντρα στις σχολές που υποδείκνυαν απόσταση από τον πελάτη. Ήμουν κι εγώ αυτής της φιλοσοφίας ως ψυχολόγος, ότι πρέπει να μιλάς αλλά να ξέρεις τα όρια. Ήθελα να βοηθήσω κι άλλους ανθρώπους να μην ταλαιπωρηθούν όσο ταλαιπωρήθηκα.
– Έχετε πει ότι, κάποια στιγμή, ο θείος σας σας είχε σαν κόρη. Πού βρισκόταν ο ίδιος όταν συνέβησαν τα γεγονότα που περιγράφονται στο βιβλίο; Τα συζητήσατε ποτέ;
Όταν συνέβησαν όλα αυτά, ο θείος μου ζούσε στην Αμερική, όπου ξεκινούσε την καριέρα του. Όταν έγινε το ατύχημα, ήρθε για μόλις τρεις μέρες στην Ελλάδα – δεν τον θυμάμαι καν, το διάβασα απλώς σε ένα γράμμα που είχε αφήσει. Δεν έζησε, λοιπόν, από κοντά αυτή την περίοδο.
Παράλληλα, μας χώριζαν 40 χρόνια. Λυπάμαι που δεν ήμουν λίγο μεγαλύτερη τότε για να του μιλήσω ουσιαστικά. Άκουγα, πρόσεχα, αλλά μέχρι εκεί. Ούτε κι εκείνος μου έλεγε όσα ενδεχομένως θα ήθελε. Η σχέση μας είχε συγκεκριμένες πλευρές, γι' αυτό και τέτοια θέματα δεν συζητήθηκαν ποτέ μεταξύ μας.
Τραύμα
– Μιλάτε για δύσκολες καταστάσεις, σκληρές. Υπήρξε μια μαμά που έδερνε με την κρεμάστρα, μια γιαγιά που σας έβαζε να πείτε τον πατέρα σας δολοφόνο μετά το ατύχημα, ένας παππούς που εξαφανίστηκε ενώ πιστεύατε ότι θα σας πάρει από το οικοτροφείο... Πολύς πόνος και εγκατάλειψη για ένα παιδί.
Υπάρχουν τραύματα που με σημάδεψαν βαθιά. Πρώτα απ’ όλα, το παραμύθι της Σταχτοπούτας που μου έλεγε η μητέρα μου. «Αν πεθάνω», μου έλεγε, «θα έχεις κι εσύ μια μητριά» και μετά, έτσι όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα, μου έμεινε ένας φόβος ότι ο μπαμπάς θα κάνει άλλη οικογένεια, μέχρι που έφυγε από τη ζωή, όταν ήμουν πια 23 ετών.
Τα άλλα δύο ήταν από τη γιαγιά· το πρώτο, που με έβαζε να λέω «ο μπαμπάς είναι δολοφόνος» για τον θάνατο της κόρης της και το δεύτερο, όταν με πήγε στο οικοτροφείο, χωρίς κουβέντα ότι θα με αφήσει εκεί. Το κατάλαβα μόνη μου. Και με θύμωνε, τελικά, που νομίζουν ότι τα παιδιά είναι ηλίθια. Ένα παιδί καταλαβαίνει τα πάντα, κι ας είναι μόλις τεσσάρων ετών.
«Η ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑ ΑΠΟΔΥΝΑΜΩΝΕΙ ΤΟ ΤΡΑΥΜΑ, ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΤΟ ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ. ΜΑΘΑΙΝΕΙΣ ΝΑ ΤΟ ΕΛΕΓΧΕΙΣ ΕΣΥ, ΑΝΤΙ ΕΚΕΙΝΟ ΕΣΕΝΑ. ΚΑΙ ΘΕΛΕΙ ΔΟΥΛΕΙΑ. ΤΙΠΟΤΑ ΣΤΗ ΖΩΗ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΧΩΡΙΣ ΚΟΠΟ, ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΤΟ ΝΑ ΝΟΜΙΖΟΥΜΕ ΟΤΙ Η ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΣΑΝ ΑΣΠΙΡΙΝΗ ΕΙΝΑΙ ΟΥΤΟΠΙΑ».
– Και ήρθαν οι ενοχές που επιβιώσατε, οι Ερινύες που σας κυνήγησαν για χρόνια. Σταμάτησαν ποτέ; Ήρθε μια ηρεμία, ένα «όχι, δεν έφταιγα εγώ για ό,τι έγινε»;
Ποτέ. Τα τραύματα, ακόμα και με τη θεραπεία, δεν φεύγουν. Μπορείς όμως να τα χαλιναγωγείς ή και να μάθεις πράγματα μέσα από αυτά. Για παράδειγμα, το αυτοκίνητο για μένα είναι κάτι τραυματικό. Δεν ήθελα να μπαίνω, αλλά χρειάστηκε να κάνω υπερβάσεις, όπως σε μια εκδρομή με τα παιδιά μου, γιατί δεν έπρεπε να τους μεταφέρω τον φόβο μου.
– Ποιος είναι ο ρόλος της ψυχοθεραπείας στη διαχείριση τραυματικών και άλλων δυσάρεστων εμπειριών; Τι πρέπει να περιμένει κανείς από αυτήν, ιδίως αν βιάζεται να δει αποτελέσματα;
Η ψυχοθεραπεία αποδυναμώνει το τραύμα ώστε να μη σου κάνει τη ζωή τραγική, όμως το τραύμα δεν εξαφανίζεται. Μαθαίνεις να το ελέγχεις εσύ, αντί εκείνο εσένα. Αλλά θέλει δουλειά. Τίποτα στη ζωή δεν γίνεται χωρίς κόπο, γι’ αυτό το να νομίζουμε ότι η ψυχοθεραπεία λειτουργεί σαν ασπιρίνη είναι ουτοπία. Ο θεραπευτής οφείλει να εξηγεί στον θεραπευόμενο ότι είναι μια διαδικασία που απαιτεί χρόνο. Αν κάποιος περιμένει ότι μέσα σε έναν μήνα θα είναι εντάξει, θα πέσει σε τοίχο και θα τα παρατήσει, γιατί δεν είναι προετοιμασμένος για αυτό που χρειάζεται να κάνει.
– Τι γίνεται με τον φόβο ή τη θλίψη; Εξαφανίζονται ή παραμένουν σε έναν μικρό χώρο και πορευόμαστε παράλληλα;
Δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς αυτά· είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης μας. Γι’ αυτό ζητούμενο είναι να βρίσκεις τρόπους να βουλώνεις αυτές τις τρύπες, να κάνεις πράγματα που σε ανακουφίζουν. Ξέρεις ότι οι πληγές σου είναι εκεί και δεν θα φύγουν, αλλά συμφιλιώνεσαι μαζί τους: κάθονται εκείνες από τη μία πλευρά κι εσύ από την άλλη.
– Αν το τραύμα μένει, πώς μπορεί να ζεις χωρίς να ορίζεσαι από αυτό; Εσείς πώς τα καταφέρατε;
Προσπάθησα κι εγώ να καταλάβω πώς. Ίσως ήταν η επιθυμία μου να βοηθώ τους άλλους για να αποπληρώσω το «χρέος» μου για τον χαμό εκείνων των δύο κοριτσιών. (Όταν είσαι τεσσάρων χρονών –και ξέρουμε πως ο εγκέφαλος ωριμάζει στα 25– νομίζεις ότι εσύ ορίζεις τα πάντα, τα καλά και τα κακά.) Όσα έζησα με βοήθησαν πολύ στη δουλειά μου. Στις συνεδρίες, μπορούσα να μπω ουσιαστικά στα παπούτσια των θεραπευομένων, γιατί πιο καλός ψυχολόγος γίνεσαι όταν έχεις περάσει δύσκολα. Άλλο να διαβάσεις θεωρητικά σε ένα βιβλίο κι άλλο να το έχεις βιώσει.
«Ο ΦΟΒΟΣ ΚΑΙ Η ΘΛΙΨΗ ΕΙΝΑΙ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ ΜΑΣ. ΞΕΡΕΙΣ ΟΤΙ ΟΙ ΠΛΗΓΕΣ ΣΟΥ ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙ ΚΑΙ ΔΕΝ ΘΑ ΦΥΓΟΥΝ, ΑΛΛΑ ΣΥΜΦΙΛΙΩΝΕΣΑΙ ΜΑΖΙ ΤΟΥΣ: ΚΑΘΟΝΤΑΙ ΕΚΕΙΝΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΜΙΑ ΠΛΕΥΡΑ ΚΙ ΕΣΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΛΗ».
Ίσως κι ότι προσπαθούσα πάντα στη ζωή μου να βρίσκω τη θετική πλευρά. Ακόμα κι όταν διαγνώστηκα με καρκίνο για δεύτερη φορά [σ.σ. το 2023, στον πνεύμονα, δύο χρόνια μετά τη διάγνωση καρκίνου στον μαστό], ένιωθα ευτυχισμένη που είχα τα παιδιά μου να με φροντίζουν. Όλα αυτά τα πήρα ως μαθήματα. Ερχόμαστε σε αυτή τη ζωή για να μάθουμε – και ο άνθρωπος συνήθως μαθαίνει από τον δύσκολο δρόμο, όχι από τον εύκολο.
Συγχώρεση
– Με τη συγχώρεση, πάλι, τι γίνεται; Καταφέρατε να συγχωρέσετε για όσα περάσατε από τόσο τρυφερή ηλικία;
Έχω γίνει πολύ πιο ευέλικτη στο να συγχωρώ κάποιον που κάνει κάτι. Όμως, μπορώ να σας πω ότι με τη γιαγιά μου ακόμα δεν έχω συμφιλιωθεί καθόλου – και δεν με ενοχλεί που δεν την έχω συγχωρέσει. Δεν ξέρω αν θα μπορέσω κάποια στιγμή.
Τον τελευταίο καιρό, μετά την παρουσίαση του βιβλίου, σκέφτομαι πώς τα κατάφερε ο μπαμπάς και τη συγχώρεσε. Βέβαια, κι εκείνος θα κουβαλούσε τις ενοχές του, όχι μόνο για το ατύχημα, αλλά γιατί εκείνη την ημέρα δεν ήταν να πάμε εκδρομή. Η μαμά μου δεν ήθελε να ταξιδέψει. Ο μπαμπάς, για να την κάνει να βγει λίγο από το σπίτι, της είπε: «Πάρε και τις φίλες σου για να πάμε». Κι εγώ, χωρίς να λέω τίποτα, καθόμουν στη γωνία της πόρτας, παρακολουθούσα, και όταν άκουσα ότι θα πάμε, πετούσα από τη χαρά μου. Έτσι ανέπτυξα κι εγώ ενοχές, θεωρώντας ότι έφταιγα που πιέζαμε για την εκδρομή.
– Είχατε απώλειες να διαχειριστείτε. Γράμμα τους γράψατε ποτέ αφότου έφυγαν από τη ζωή;
Του μπαμπά, ναι. Τη μαμά... πλέον τα κατάφερα και έχω βάλει κάτω όλες τις φωτογραφίες: την κόρη μου, εμένα και τη μαμά από κάτω. Τη μαμά τη συγχώρησα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά τη συγχώρησα και νιώθω ευχαριστημένη γι’ αυτό. Η γιαγιά μου είναι που μου έχει «κάτσει».
Συμφιλίωση
– Μάθατε τον θάνατο από παιδί, με το δυστύχημα και τις απώλειες ανθρώπων σας, και ζήσατε την ανθρώπινη ευθραυστότητα μέσα από τις δικές σας περιπέτειες υγείας. Σήμερα, πού στέκεστε σε σχέση με το τέλος της ζωής;
Έχω ηρεμήσει και έχω συμφιλιωθεί με την ιδέα. Όχι πως βιάζομαι, πως τρίβω τα χέρια μου να φύγω, αλλά δεν νιώθω πια τον παλιό πανικό. Με βοήθησε πολύ σ’ αυτό και ένα περιστατικό με έναν γείτονά μας.
Το περασμένο καλοκαίρι, ενώ ήταν διακοπές με τη γυναίκα του, της φώναξε από το δωμάτιο «Μαρία, πεθαίνω» κι εκείνη, που βρισκόταν στην κουζίνα και μαγείρευε, του είπε «Τι βλακείες λες;». Τον πλησίασε, εκείνος έπεσε στην αγκαλιά της κι αυτό ήταν. Εκεί κατάλαβα πως αυτό που με φοβίζει περισσότερο είναι το πώς πεθαίνεις· να μην υποφέρεις, να μην είναι τίποτα άγριο. Η σκέψη ότι μπορώ να φύγω όπως εκείνος ο άνθρωπος, με επίγνωση ότι πεθαίνω και ψύχραιμη, με ηρέμησε.
«ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΗΣ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ ΔΕΝ ΣΤΑΜΑΤΑ ΠΟΤΕ, ΕΚΤΟΣ ΑΝ ΑΠΟΦΑΣΙΣΕΙΣ ΕΣΥ Ο ΙΔΙΟΣ ΝΑ ΣΒΗΣΕΙΣ ΤΗ ΜΗΧΑΝΗ. ΑΝ ΕΧΕΙΣ ΓΥΡΙΣΜΕΝΟ ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ, ΜΙΑ ΧΑΡΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙΣ ΝΑ ΜΑΘΑΙΝΕΙΣ».
– Υπάρχουν πράγματα που συνεχίζετε να ανακαλύπτετε για τον εαυτό σας, ως ψυχολόγος όσο και ως συγγραφέας;
Βέβαια. Μέχρι να φύγω, θα καταλαβαίνω πράγματα. Δεν σταματά το ταξίδι της αυτογνωσίας, εκτός αν αποφασίσεις εσύ ο ίδιος να σβήσεις τη μηχανή. Αν έχεις γυρισμένο το κλειδί για να δουλεύει το αυτοκίνητο, μια χαρά συνεχίζεις να μαθαίνεις.
– Αν είχατε μπροστά σας σήμερα τη μικρή Ελπίδα –τη μικρή Ελένη– και είχατε λίγο χρόνο να της μιλήσετε, τι θα θέλατε να της πείτε;
Σκέφτομαι πόσο δύσκολο ήταν να γράψω αυτό το βιβλίο, τα τρία χρόνια που μου πήρε γιατί έκλαψα πολύ στη διάρκεια της συγγραφής του. Αυτό που θα της έλεγα, λοιπόν, είναι: Μια χαρά τα κατάφερες. Προχώρα.
Το βιβλίο της Ελένης Κουτσούδη-Ιόλα «Οι Ερινύες του Χθες» κυκλοφορεί σε όλα τα βιβλιοπωλεία.