ΚΛΕΙΤΙΑ ΚΟΚΑΛΑΡΙ: «Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΕΡΧΕΤΑΙ ΟΤΑΝ ΕΧΕΙΣ ΒΡΕΙ ΤΙ ΕΙΣΑΙ ΚΑΙ ΠΟΥ ΠΑΣ ΚΑΙ ΑΡΧΙΖΕΙΣ ΝΑ ΑΣΧΟΛΕΙΣΑΙ ΜΕ ΤΟ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ»
Γυναίκα, μετανάστρια, με καταγωγή από την Αλβανία. Η Κλειτία Κοκαλάρι, παρά τις δυσκολίες, κατάφερε να γίνει καλλιτέχνιδα, να «δουλέψει» το προσωπικό της τραύμα και να βοηθήσει κι άλλους ανθρώπους να «θεραπευτούν» ψυχικά μέσα από τη ζωγραφική.
Η Κλειτία Κοκαλάρι είναι εικαστικός. Όταν τη γνώρισα εντυπωσιάστηκα από την απροσποίητη ομορφιά και την ηρεμία που εξέπεμπε. Βρεθήκαμε σε ένα τραπέζι κοινών φίλων και πιάσαμε τη συζήτηση. Μου μίλησε για τη ζωγραφική, για το πώς της αρέσει να την προσεγγίζει στα μαθήματα που παραδίδει, για την εργασιακή της εμπειρία της σε δομές ψυχικής υγείας – και όλα αυτά χωρίς ίχνος αλαζονείας (πολύ το εκτιμώ αυτό στους ανθρώπους).
Πολύ αργότερα, καθώς προχωρούσε η συζήτησή μας, έμαθα ότι η Κλειτία γεννήθηκε στα Τίρανα το 1985. Ήταν έξι χρονών όταν αναγκάστηκε να φτάσει μαζί με την οικογένειά της στην Ελλάδα, διασχίζοντας με τα πόδια ένα τμήμα της διαδρομής, καθώς τα σύνορα είχαν κλείσει.
Χρόνια μετά, και με τη βοήθεια της ψυχοθεραπείας, συνειδητοποίησε ότι εκείνη τη στιγμή ζούσε μια τραυματική εμπειρία. Χρειάστηκε να παλέψει πολύ για να γίνει καλλιτέχνης. Όλα ήταν εναντίον της – ήταν γυναίκα, μετανάστρια, με καταγωγή από την Αλβανία. Είχα πολλούς λόγους να της ζητήσω να κάνουμε μια συνέντευξη.
Βρεθήκαμε ένα φθινοπωρινό πρωινό στο εργαστήριό της, στην Αχαρνών, σε μια πολυπολιτισμική γειτονιά, ανάμεσα σε μαγαζιά μεταναστών και μεταναστριών. Μιλήσαμε για τη ζωγραφική ως «θεραπευτικό» μέσο, για τη δύναμη της ψυχοθεραπείας, για το πώς είναι να δουλεύεις με προσφυγόπουλα, για το πώς διαχειρίστηκε η ίδια το δικό της τραύμα.
Ήσουν έξι χρονών όταν πέρασες τα σύνορα με τα πόδια. Πώς ένιωθες τη στιγμή που το ζούσες;
Αυτό δεν συνέβη μόνο σε μένα, αλλά σε πολλούς ανθρώπους που μετανάστευσαν στην Ελλάδα από την Αλβανία. Ήταν η περίοδος μετά τον θάνατο του Χότζα. Υπήρξε ένα χρονικό περιθώριο κατά το οποίο οι άνθρωποι μπορούσαν να έρχονται νόμιμα στην Ελλάδα. Μετά, για κάποιο διάστημα, έκλεισαν τα σύνορα. Οι γονείς μου, όπως και πολλοί γονείς τότε, είχαν έρθει στην Ελλάδα πριν από μας – εγώ και η μικρότερη αδερφή μου μείναμε στην Αλβανία και έτσι για 6 μήνες ήμασταν χώρια. Στη συνέχεια, έπρεπε να ταξιδέψουν πίσω στην Αλβανία για να φέρουν κι εμάς στην Ελλάδα. Αυτό συνέβη όταν είχαν κλείσει τα σύνορα, επομένως έπρεπε να διασχίσουμε ένα κομμάτι με τα πόδια.
Εκείνη την ώρα, αυτό που ζούσα δεν το βίωνα ως τραυματική εμπειρία. Ο πατέρας μου είχε βρει έναν τρόπο όλο αυτό να μας το περάσει σαν παιχνίδι – παίζουμε κρυφτό, αν χρειαστεί να σας πούμε «κάντε ησυχία» θα το κάνετε, κλπ. Και όντως, βιώθηκε εκείνη την στιγμή σαν μια πάρα πολύ έντονη ενέργεια, όλες οι αισθήσεις ήταν σε εγρήγορση, έπρεπε να είμαστε διαρκώς alert. Εννοείται ότι μέσα στο «παιχνίδι» αυτό, υπάρχει και η αίσθηση ότι τελικά δεν πρόκειται για παιχνίδι. Μέσα από τέτοιες εμπειρίες διαμορφώνεται και ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Αυτή ήταν η πρώτη επαφή με αυτό που αναφέρω στη ζωγραφική μου ως «Το ταξίδι της νύχτας».
ΣΤΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΥΠΑΡΧΕΙ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΟ ΕΡΓΟ – ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕΤΑΞΥ ΕΣΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΡΑΥΜΑΤΟΣ, ΤΩΝ ΣΚΕΨΕΩΝ ΣΟΥ, ΤΩΝ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ ΣΟΥ. ΑΠΟ ΜΟΝΗ ΤΗΣ Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΥΤΗ «ΘΕΡΑΠΕΥΕΙ».
Το «Το ταξίδι της νύχτας» επανέρχεται σε πολλά έργα σου. Πώς είναι να ξαναζείς μια παιδική τραυματική ανάμνηση κάθε φορά που ζωγραφίζεις; Σε ανακουφίζει ή σε γυρνάει πίσω στον πόνο;
Αυτή η εμπειρία ήταν η αφορμή για να φτιάξω μια συλλογή από έργα λάδι σε καμβά, τα οποία μιλάνε γι’ αυτό το ταξίδι και την ανεύρεση του ανοίκειου. Την εποχή που έφτιαχνα αυτή τη συλλογή είχα μπει στη διαδικασία της ψυχοθεραπείας. Δεν καταλάβαινα ακριβώς τι είναι αυτό που ζωγραφίζω – γενικά ο τρόπος που ζωγραφίζω έχει μια αρχή, αλλά το τέλος είναι κάτι το οποίο έρχεται στη συνέχεια.
Η ζωγραφική είναι μια διαδικασία αυτογνωσίας. Όσο περισσότερο εξασκείσαι, τόσο περισσότερο καταλαβαίνεις τι σου «λένε» οι μορφές που φτιάχνεις και γιατί τις φτιάχνεις. Υπάρχει διάλογος με το έργο – διάλογος μεταξύ εσού και του τραύματος, των σκέψεών σου, των συναισθημάτων σου. Από μόνη της η διαδικασία αυτή «θεραπεύει».
Πώς ορίζεις το «θεραπευτικό» στην τέχνη – είναι η πράξη τού να ζωγραφίζεις ή το αποτέλεσμα;
Είναι πολλοί οι λόγοι, οι οποίοι εν τέλει καταλαβαίνω ότι καθιστούν τη ζωγραφική «θεραπευτικό» μέσο. Και δεν είναι μόνο η ζωγραφική, μπορεί να είναι ο χορός και η μουσική, αλλά ας μιλήσουμε για τη ζωγραφική που εγώ κάνω πράξη. Οι μορφές και οι εικόνες «λένε» πράγματα τα οποία υποσυνείδητα μπορεί να μην καταλαβαίνουμε. Υπάρχουν έργα τα οποία έχω κάνει π.χ. πριν από έξι χρόνια, και τα καταλαβαίνω τώρα.
Η ζωγραφική, ως διαδικασία, μας αφήνει χώρο και χρόνο. Κλεινόμαστε μέσα σ’ έναν χώρο με τον εαυτό μας, πράγμα που λίγο-πολύ αποφεύγουμε να κάνουμε στην καθημερινότητά μας, και μέσα από αυτή τη διαδικασία του διαλόγου με τον καμβά, με το σώμα, με τις αναμνήσεις, με το υποσυνείδητο, γίνεται μια ζύμωση, η οποία εκείνη την ώρα δεν καταλαβαίνουμε πόσο ουσιαστική και θεραπευτική είναι. Όταν βγαίνω από το εργαστήριο ή επιστρέφω σε αυτό έπειτα από μήνες, παρατηρώ στο σώμα, στο μυαλό και στην ψυχή μου πόσο με έχει βοηθήσει αυτή η διαδικασία.
Αυτό το οποίο ονομάζουμε ψυχική νόσο συνδέεται, κατά τη γνώμη μου, με εσωτερικές δυσκολίες που, υπό ορισμένες συνθήκες, παραμένουν άλυτες και δεν βρίσκουν τρόπο να εκφραστούν και να μεταφραστούν. Θεωρώ, λοιπόν, πως μία λύση όταν δεν ξέρουμε πώς μπορούμε να αγγίξουμε τέτοια ζητήματα, είναι η ζωγραφική, ο χορός ή οτιδήποτε άλλο βοηθάει κάποιον να εκφραστεί.
Έχω δουλέψει στο παρελθόν σε κέντρα φιλοξενίας ανθρώπων με ψυχασθένεια. Οι άνθρωποι αυτοί μετά από την ενασχόλησή τους με την τέχνη, ήταν χαρούμενοι και μας περίμεναν πώς και πώς και την επόμενη μέρα. Αναρωτιόμουν, λοιπόν, μέχρι πού φτάνει αυτό. «Θεραπεύει» δηλαδή η ζωγραφική όταν υπάρχει ήδη ψυχική νόσος; Το έχω συζητήσει και με γιατρούς και επιστήμονες. Αυτό που σίγουρα πετυχαίνει είναι μια βελτίωση στην ποιότητα της ζωής. Οπότε, με βάση αυτό, θα μπορούσε σε νεαρές ηλικίες η ζωγραφική να λειτουργήσει και ως τρόπος πρόληψης. Θα ήταν σημαντικό να υπήρχε μία παραπάνω βοήθεια από οργανισμούς και κρατικούς φορείς, να υπήρχαν χώροι για να μπορούν οι άνθρωποι μέσα από καλλιτεχνικές διαδικασίες να αισθάνονται πιο υγιείς.
ΟΠΟΙΟΣΔΗΠΟΤΕ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΖΩΓΡΑΦΙΣΕΙ. ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΛΕΜΕ ΟΤΙ ΕΧΕΙ «ΚΑΛΟ» ΧΕΡΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΤΟΛΜΗΣΕ ΚΑΙ ΞΕΚΙΝΗΣΕ.
Πώς βρέθηκες να δουλεύεις σε δομές ψυχικής υγείας; Έχεις εργαστεί και με ασυνόδευτα προσφυγόπουλα. Ήταν σύμπτωση ή συνειδητή επιλογή;
Με τα ασυνόδευτα παιδιά μπορώ να ταυτιστώ, νιώθω ότι μπορώ να τα καταλάβω καλύτερα από κάποιον χωρίς το δικό μου βίωμα, και θέλω να τα βοηθήσω. Όσον αφορά τα άτομα με ψυχικές νόσους, σκέφτηκα ότι, αφού η ζωγραφική και η τέχνη γενικότερα έχουν βοηθήσει τόσο πολύ εμένα, θα μπορούσαν να βοηθήσουν και άλλους ανθρώπους. Έτσι, επιδίωξα να εργαστώ σε δομές ψυχικής υγείας.
Τι σε δίδαξαν αυτοί οι άνθρωποι για τη σχέση εικόνας και ψυχής που δεν θα μπορούσες να το μάθεις αλλού;
Παρατήρησα ότι οι περισσότεροι από τους ανθρώπους αυτούς ξεκινούσαν ανοιχτά, ήθελαν να αφεθούν και να εκφραστούν, δεν είχαν άμυνες. Στο σήμερα, παρατηρώ πως όταν βρίσκομαι με έναν «υγιή» ψυχικά άνθρωπο, θα μου πάρει πολύ περισσότερο χρόνο να τον κάνω να αφεθεί. Άρα, αυτό που με δίδαξαν είναι ότι τα άτομα με ψυχικές νόσους ζουν μια ελευθερία, κάποιες φορές ακραία, η οποία δεν είναι αποδεκτή από αυτούς που έχουν άμυνες. Μιλάμε, λοιπόν, για δυο διαφορετικούς κόσμους με άλλα όρια.
Κάτι που επίσης με δίδαξε αυτή μου η εμπειρία, είναι το πόσο δημιουργικοί μπορούν να γίνουν μέσα από τη ζωγραφική, άνθρωποι που εμείς μπορεί να χαρακτηρίζουμε ως «μη λειτουργικούς».
ΤΑ ΑΤΟΜΑ ΜΕ ΨΥΧΙΚΕΣ ΝΟΣΟΥΣ ΜΠΑΙΝΟΥΝ ΣΤΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΑΝΟΙΧΤΑ, ΧΩΡΙΣ ΑΜΥΝΕΣ, ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΑΦΕΘΟΥΝ ΚΑΙ ΝΑ ΕΚΦΡΑΣΤΟΥΝ. ΠΑΡΑΤΗΡΩ ΠΩΣ ΟΙ «ΥΓΙΕΙΣ» ΨΥΧΙΚΑ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΔΥΣΚΟΛΕΥΟΥΝΤΑΙ ΝΑ ΑΦΕΘΟΥΝ.
Έχεις κάποια ιστορία, κάποια εικόνα, κάποια φράση είτε από τα ασυνόδευτα παιδιά είτε από τους ανθρώπους στις δομές ψυχικής υγείας που σου έχει μείνει πολύ έντονα στο μυαλό σου;
Όταν δούλευα στο διαπολιτισμικό σχολείο, όπου μαθητές και μαθήτριες ήταν προσφυγόπουλα, έτυχε να έχω δύο μαθητές Ρομά αλβανικής καταγωγής. Δεν γνώριζαν την καταγωγή μου και κάποια στιγμή με ρώτησαν την πορεία μου, το πώς είχα φτάσει εκεί. Όταν τους είπα την ιστορία μου, αντιλήφθηκα ότι τους έκανε μεγάλη εντύπωση ότι υπάρχει μια τέτοια δυνατότητα – να είσαι γυναίκα, μετανάστρια, να κατάγεσαι από την Αλβανία, να έχεις περάσει δύσκολα στη ζωή σου, αλλά να έχεις κάνει σπουδές και να μπορείς να είσαι δασκάλα. Κατάλαβα ότι μέσα από αυτό το παράδειγμα ένιωσαν τι μπορεί να κάνει κανείς.
Άλλο ένα παράδειγμα είναι ένα παιδί που συνάντησα σε μια Δομή φιλοξενίας, ο Μοχάμεντ, πρόσφυγας από τη Συρία με τον οποίο κάναμε μια κουβέντα με αφορμή το ότι είχε επισκεφτεί τη χώρα του λίγο καιρό νωρίτερα. Είχαμε πάει σε αυτή τη Δομή για να ζωγραφίσουμε μαζί με τα παιδιά, το δωμάτιο στο οποίο έμεναν, για να κάνουμε κάτι δημιουργικό μαζί.
Δημιουργήσαμε, λοιπόν, στους τοίχους μια διαδρομή, σαν έναν χάρτη που οδηγούσε προς το παράθυρο, περνώντας μέσα από βιβλία. Ο Μοχάμεντ προσπαθούσε να καταλάβει τι εννοώ με αυτό. Προσπαθούσα να του εξηγήσω ότι μέσα από τη διαδικασία αυτή μπορείς να βγεις, να φύγεις από αυτό που ζεις τώρα, να πας κάπου αλλού – όλα είναι ανοιχτά για όλους.
Πράγματι, το να είσαι γυναίκα, να είσαι μετανάστρια, να είσαι από την Αλβανία και να καταφέρεις να γίνεις καλλιτέχνιδα ακούγεται κάτι πάρα πολύ δύσκολο.
Απλώς δεν θα μπορούσα να ζω χωρίς την τέχνη – μπορεί να ακούγεται κλισέ, αλλά είναι πραγματικότητα για μένα. Η ζωγραφική είναι για μένα τρόπος επιβίωσης, όχι οικονομικός – για να είμαι εδώ και να σου μιλάω και να είμαι εντάξει πρέπει να ζωγραφίζω. Άρα, έκανα τα πάντα, σεβόμενη εννοείται την ηθική μου, για να μπορέσω να το πετύχω. Δούλεψα σκληρά, παράλληλα με τη σχολή είχα τρεις δουλειές. Όποιος θέλει κάτι πάρα πολύ, θεωρώ ότι μπορεί να το κάνει.
ΔΕΝ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑ ΝΑ ΖΩ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ – ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ ΚΛΙΣΕ, ΑΛΛΑ ΕΙΝΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΓΙΑ ΜΕΝΑ.
Πώς διαχειρίστηκες το δικό σου τραύμα; Τι σου έδωσε η ψυχοθεραπεία και τι η ζωγραφική;
Πρόκειται για διαφορετικούς τρόπους προσέγγισης, οι οποίοι όταν συναντιούνται έχουν ένα πολύ δυνατό αποτέλεσμα. Όταν έκανα ψυχοθεραπεία, για κάποιο διάστημα δεν μπορούσα να ζωγραφίζω – λειτουργούσε το μυαλό και είχε μπλοκαριστεί το συναίσθημα. Όταν ζωγράφιζα, δεν σκεφτόμουν – είχε μπλοκαριστεί το μυαλό και λειτουργούσε υποσυνείδητα το συναίσθημα. Θα έλεγα πως εμένα με βοήθησαν και τα δύο συμπληρωματικά.
Η ζωγραφική προϋπάρχει της ψυχοθεραπείας, της ψυχανάλυσης, του λόγου, της ανάλυσης γενικά – οι άνθρωποι από την εποχή των σπηλαίων επικοινωνούσαν μέσα από τις εικόνες. Η ψυχοθεραπεία με βοήθησε να βάλω σε τάξη όλα όσα έβλεπα και καταλάβαινα, ώστε να μπορώ να τα εκφράσω με λόγια.
Διάβασα ότι η φράση του πατέρα σου «Τα λουλούδια είναι εκεί για να διακοσμούν την φυλακή» είναι η έμπνευση πίσω από τον πίνακά σου με τίτλο “Social Garden”. Πώς σε σημάδεψε αυτή η φράση;
Θα σε γυρίσω πίσω στην Αλβανία, στην πόλη που μεγάλωσα, η οποία είναι μία ώρα έξω από τα Τίρανα. Επί κομμουνισμού, στην πόλη υπήρχε αυστηρός αρχιτεκτονικός σχεδιασμός. Υπήρχε μία σειρά από κτίρια σε μορφή «Π» και το κάθε μπλοκ, είχε τον δικό του δημόσιο χώρο, έναν μικρό κηπάκο. Έδινε μεγάλη βάση και προσοχή το κράτος στο πώς διατηρείται αυτός ο κηπάκος. Ήταν ο δημόσιος χώρος, όπου όλες οι οικογένειες από τα κτίρια συναντιόντουσαν και βοηθούσαν η μία την άλλη – η μία μαμά μεγάλωνε το παιδί της άλλης όταν εκείνη δεν μπορούσε. Υπήρχε αυτό που λέμε κοινότητα, και ο κηπάκος έπαιζε πρωταγωνιστικό ρόλο στην καθημερινότητα.
Πολιτικά καταλαβαίνεις ότι αυτό ήταν πολύ μελετημένο – υπάρχει μια ολόκληρη ανάλυση πίσω από το τι λουλούδια επέλεγαν και πώς τα φρόντιζαν. Μιλάμε για μια χώρα η οποία δεν είχε χρήματα να δώσει στους ανθρώπους που ζούσαν εκεί για να φάνε, αλλά ο κήπος ήταν πάντα φροντισμένος. Τους ένοιαζε πάρα πολύ λοιπόν το πώς θα έκαναν τους ανθρώπους να νιώσουν στην κοινωνία, ένα. Δεν υπήρχαν πάρκα, παιδικές χαρές, mall, υπήρχε αυτός ο κήπος. Στην καθημερινότητά μας λοιπόν το μόνο μας παιχνίδι ήταν αυτός ο κήπος και τα λουλούδια.
Θυμάμαι όταν ήμουν γύρω στα πέντε, να λέω στον πατέρα μου πόσο ωραία είναι τα λουλούδια του κήπου. Ο πατέρας μου δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος με το καθεστώς. Υπήρχαν όρια στην έκφραση, δεν μπορούσε να ταξιδέψει, έπρεπε να προσέχει τη συμπεριφορά του γιατί υπήρχαν «τιμωρίες» από το κράτος – αισθανόταν ότι υπάρχει έλλειψη ελευθερίας. Και η φράση που μου είπε είναι: «Ναι, ωραία είναι παιδί μου τα λουλούδια αυτά, αλλά είναι εδώ για να διακοσμήσουν μια φυλακή».
Στο μυαλό ενός πεντάχρονου η φράση αυτή ήταν ένα σοκ – ξαφνικά ο δημόσιος χώρος που αποτελούσε την ασφάλειά μας, την οικογένειά μας, γίνεται απειλή. Και τι σημαίνει αυτό; Από ποιον απειλούμαστε; Ποιος έβαλε τα λουλούδια για να μας απειλήσει; Τα λουλούδια συνεργάζονται με αυτόν που θέλει να μας απειλήσει. Οπότε αυτόματα ο εξωτερικός χώρος γίνεται μια απειλή ως προς την οικογένεια και ως προς το άτομο.
Αυτό με ακολούθησε στη ζωή μου, το ότι υπάρχει μια απειλή εκεί έξω. Τα λουλούδια πήραν μια μορφή απειλητική. Έτσι, ξεκίνησα να ζωγραφίζω αυτή τη σειρά από λουλούδια, τα οποία κάπως είναι έντονα. Θα παρατηρήσεις επίσης ότι στο σύνολό τους τα έργα δίνουν την αίσθηση μιας πύλης. Είναι αυτό το δίπολο, το γεγονός ότι ζω ανάμεσα σε δύο κόσμους – Ελλάδα, Αλβανία.
Και όταν ήρθατε στο καπιταλιστικό καθεστώς;
Αυτό ήταν το οξύμωρο! Βγαίνοντας από την υποτιθέμενη φυλακή, μπήκαμε σε μια άλλη «φυλακή». Ήταν έντονη η αντίθεση που βίωσα ως παιδί. Κίνηση, αυτοκίνητα, φασαρία, δεν είχα βιώσει κάτι αντίστοιχο στην Αλβανία. Μία μεγάλη αντίθεση, η οποία με έβαλε στη διαδικασία να κρατήσω γερά τις μνήμες, γιατί υπήρχε αυτός ο φόβος ότι θα χάσω αυτό το οποίο ξέρω σαν οικείο.
ΓΙΑ ΜΕΝΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΝΑ ΦΤΑΣΕΙ ΣΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ ΜΕ ΤΟ ΤΙ ΕΙΜΑΙ, ΤΙ ΘΕΛΩ ΚΑΙ ΠΟΥ ΠΑΩ, ΓΙΑ ΝΑ ΜΠΟΡΕΣΕΙ ΝΑ ΑΡΧΙΣΕΙ ΝΑ ΑΣΧΟΛΕΙΤΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΠΛΑΝΟ ΤΟΥ, ΜΕ ΤΟΥΣ ΓΥΡΩ ΤΟΥ.
Στο σήμερα, τι θεωρείς εσύ ότι είναι φυλακή και τι ελευθερία;
Τη φυλακή πλέον θεωρώ ότι τη βάζουμε μόνοι μας σε εμάς. Για να μπορέσουμε να μιλήσουμε για κάτι συλλογικό, θα πρέπει πρώτα να δούμε τι γίνεται μέσα μας – κι εκεί έχουμε χαθεί λίγο σήμερα. Με όλα αυτά τα σύγχρονα στερεότυπα, με τη διαρκή ενασχόληση με το Εγώ, έχουμε φυλακιστεί και δυσκολευόμαστε να δούμε το έξω.
Για μένα ελευθερία είναι κάποιος να φτάσει στο σημείο να τελειώσει με το τι είμαι, τι θέλω και πού πάω, για να μπορέσει να αρχίσει να ασχολείται με τον διπλανό του, με τους γύρω του. Άρα, η ελευθερία νομίζω πως είναι αυτή η εύκολη πρόσβαση του μέσα και του έξω, που δυσκολευόμαστε να πετύχουμε σήμερα.
Έχεις χρησιμοποιήσει πολλές φορές στη ζωγραφική σου τη θάλασσα για να συμβολίσεις το υποσυνείδητο. Γιατί επιλέγεις τη θάλασσα;
Πέρα από το γεγονός ότι όταν ήρθα στην Ελλάδα έμεινα δίπλα στη θάλασσα και επομένως αυτή έγινε η καθημερινότητά μου, θυμάμαι τον πατέρα μου να μου μιλάει συχνά για την «Οδύσσεια» του Ομήρου. Ήταν ένα από τα απαγορευμένα βιβλία επί κομμουνισμού – θεωρούνταν ελευθεριακό. Θεωρούσαν ότι δημιουργεί την αίσθηση της ελευθερίας, της αναζήτησης. H «Οδύσσεια» έχει επίσης αρκετά στοιχεία ψυχαναλυτικά. Παρ’ όλα αυτά, ο πατέρας μου είχε καταφέρει να τη διαβάσει πριν έρθει στην Ελλάδα, και τον είχε στιγματίσει. Μεγαλώνοντας συνέδεσα το ταξίδι του Οδυσσέα με τη διαδικασία της ψυχανάλυσης, μέσα από τη θάλασσα. Η θάλασσα έχει το στοιχείο της ρευστότητας, την αισθανόμαστε οικεία γιατί ζούμε στην Ελλάδα, αλλά τη φοβόμαστε κιόλας. Έχει δηλαδή τα ίδια στοιχεία με αυτά της ψυχανάλυσης και της ψυχοθεραπείας. Επομένως, χρησιμοποιώ τη θάλασσα ως μέσο μεταφοράς.
ΔΕΝ ΑΙΣΘΑΝΟΜΑΙ ΟΥΤΕ ΕΛΛΗΝΙΔΑ, ΟΥΤΕ ΑΛΒΑΝΙΔΑ. ΑΙΣΘΑΝΟΜΑΙ ΟΤΙ ΔΕΝ ΑΝΗΚΩ ΚΑΠΟΥ, ΑΛΛΑ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΑΝΗΚΩ ΚΑΙ ΠΑΝΤΟΥ.
Πότε ένιωσες τελευταία φορά ξένη στην Ελλάδα και πότε ένιωσες ότι βρίσκεσαι στο σπίτι σου;
Με ρωτάνε πολλοί τι αισθάνομαι περισσότερο – Ελληνίδα ή Αλβανίδα; Δεν αισθάνομαι ούτε το ένα ούτε το άλλο, είμαι κάπου ανάμεσα. Νιώθω ότι έχω το δικό μου «σπίτι», το οποίο μεταφέρεται και πάει όπου υπάρχουν άνθρωποι που με κάνουν να αισθάνομαι καλά, οικεία, χώροι που με κάνουν να νιώθω ευχάριστα, τοπία που μου αρέσουν. Αισθάνομαι ότι δεν ανήκω κάπου, αλλά μπορώ να ανήκω και παντού.
Αν το επόμενο κεφάλαιο της ζωής σου ήταν πίνακας, τι θα έδειχνε;
Μαγικά τοπία. Έχω επηρεαστεί από ένα πρόσφατο ταξίδι μου στο Ομάν – η έρημος με το φανταστικό ηλιοβασίλεμα, που ξαφνικά χάνεται και γίνεται θάλασσα, τα κόκκινα βράχια που μοιάζουν με σώμα, σάρκα... Έχει ένα στοιχείο το Ομάν, το οποίο με συγκίνησε. Αυτά θα ήθελα να ζωγραφίσω.
Τι θα έλεγες σε έναν άνθρωπο που δεν έχει πιάσει ποτέ στη ζωή του πινέλο και φοβάται, αλλά θα ήθελε να δοκιμάσει τη ζωγραφική;
Να το κάνει! Να σταθεί απλώς απέναντι από έναν λευκό καμβά, ένα λευκό χαρτί, το οποίο είναι το άπειρο στην ουσία, και να μην φοβηθεί για το τι θα δει – αυτό φοβούνται οι αρχάριοι, τις άπειρες δυνατότητες. Έχουν επίσης το άγχος μήπως κάνουν λάθος ή αν αυτό που θα κάνουν δεν θα είναι καλό, ξεκινούν δηλαδή με έναν φόβο επίκρισης. Πρέπει να κάνει το πρώτο βήμα κανείς – είναι ο μόνος τρόπος να μπει κανείς στη διαδικασία της εξέλιξης.
Ζωγραφική μπορεί να κάνει όποιος/α έχει «καλό» χέρι ή απευθύνεται σε όλους και όλες;
Οποιοσδήποτε μπορεί να κάνει ζωγραφική. Αυτός που λέμε ότι έχει «καλό» χέρι είναι αυτός που τόλμησε και ξεκίνησε.