iStock

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΓΑΠΗΣ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΙ ΠΩΣ Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΟΥ ΑΛΛΑΞΕΙ ΤΗ ΖΩΗ

Ο σπουδαίος Κούρδος ποιητής İlhan Sami Çomak συνάντησε κατά τον 30ετή εγκλεισμό του σε φυλακές της Τουρκίας τη γυναίκα που έμελλε να του αλλάξει τη ζωή.

Ο İlhan Sami Çomak ήταν μόλις 21 έτους όταν συνελήφθη από Τούρκους αξιωματούχους και καταδικάστηκε ως μέλος του ΡΚΚ (Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν), της κουρδικής αυτονομιστικής οργάνωσης που έχει χαρακτηριστεί τρομοκρατική τόσο από την Τουρκία όσο και από τις Η.Π.Α. και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο ίδιος δεν αποδέχτηκε ποτέ τις κατηγορίες.

Το διάστημα εκείνο, μάλιστα, σπούδαζε στην Κωνσταντινούπολη όπου είχε ξεσπάσει μια μεγάλη εξέγερση του PKK και οι Κούρδοι φοιτητές συλλαμβάνονταν μαζικά και ανεξέλεγκτα. Κατηγορήθηκε ότι έβαλε δασικές πυρκαγιές, βασανίστηκε για 19 ημέρες, υπέγραψε μια αναγκαστική ομολογία και τελικά καταδικάστηκε σε θάνατο.

Μέχρι εκείνη την ώρα θα παρέμενε έγκλειστος σε φυλακές υψίστης ασφαλείας. Πώς θα περνούσε ένας νέος άνθρωπος εκεί τις ατελείωτες ώρες του; Παρατηρώντας τι έκαναν οι συγκρατούμενοί του κατέφυγε στη μοναδική για εκείνον λύση: το διάβασμα.

Όσο περνούσε ο καιρός, το διάβασμα έγινε η μεγάλη του αγάπη: Καταβρόχθιζε ό,τι έπεφτε στα χέρια του – από Μαρξ και Μαγιακόφσκι, μέχρι Μποντλέρ και Μπόρχες. «Όταν συνειδητοποίησα ότι δεν θα έβγαινα από τη φυλακή, σύντομα ξεκίνησα να αναζητώ κάτι που θα μπορούσε να δώσει στη ζωή μου εκεί μέσα νόημα – και έτσι στράφηκα στην ποίηση», λέει ο ίδιος σε συνέντευξη. Ωστόσο, δεν ήταν εύκολο να βρει τη δική του φωνή ως ποιητής, γιατί «σε μεγάλο βαθμό η ποίηση βασίζεται στη μνήμη. Και οι δικές μου μνήμες περιορίζονταν κατά κύριο λόγο στην παιδική μου ηλικία. Δεν είχα αρκετές εμπειρίες».

Μια ρηξικέλευθη στιγμή ήρθε όταν διαπίστωσε πως, ακόμα και μέσα στους στενούς του περιορισμούς, παρέμενε περικυκλωμένος από απεριόριστα «θέματα». Όπως λέει, «οτιδήποτε μπορούσε να γίνει αφορμή για ποίημα: λίγη μουσική, μια ταινία, ένα όμορφο διήγημα, μια φωτογραφία της Catherine Deneuve».

«Μπορούσα να προσκαλέσω τη ζωή και τα πάθη μου με την πένα μου» και αυτή η αλλαγή τρόπου σκέψης ήταν σα να άνοιξε μια βρύση που «έτρεχε» ποιήματα, κυρίως στην τουρκική γλώσσα.

Και μετά ήρθε η αγάπη…

Το 2004 η Τουρκία κατήργησε τη θανατική ποινή, έτσι η καταδίκη του Çomak έγινε ισόβια. Οι δικηγόροι του έφεραν την υπόθεσή του στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το οποίο δήλωσε το 2007 ότι δεν είχε τύχει δίκαιης δίκης – και ζήτησε νέα.

Την εποχή εκείνη η Margaret Owen, μια Βρετανίδα δικηγόρος ανθρωπίνων δικαιωμάτων, έτυχε να διαβάσει κάποια ποιήματά του και εντυπωσιάστηκε από το θέμα και τον τόνο τους, γραμμένα από έναν άνδρα που είχε κάθε λόγο να είναι δυσαρεστημένος. Κι όμως, όπως με έκπληξη παρατήρησε, «κανένα ποίημα δεν είναι πολιτικό ή οργισμένο».

Τα χρόνια συνέχισαν να περνούν. Το 2013 ο Çomak δημοσίευσε το πρώτο του βιβλίο, το «Ύμνοι που συνέθεσαν οι γάτες», ένα αντίγραφο του οποίου έστειλε, μεταξύ άλλων, και στην Ipek Ozel, μια γυναίκα που δεν είχε συναντήσει ποτέ κι όμως έμελλε να γίνει η μεγαλύτερη αγάπη της ζωής του. Πώς τη γνώρισε;

Η Ozel, προερχόμενη από εξαιρετικά εύπορη οικογένεια, είχε μόλις αρχίσει να επισκέπτεται ως εθελόντρια τις φυλακές της Σμύρνης, όπου κρατούνταν ο Çomak, για να προσφέρει στους κρατούμενους όποια πρακτική βοήθεια μπορούσε και να τους κρατά συντροφιά. Ο ρόλος αυτός είναι γνωστός στο βρετανικό νομικό σύστημα ως «Φίλη McKenzie» και αναφέρεται σε άτομα χωρίς νομική εκπαίδευση που προσφέρουν πρακτική ή ηθική υποστήριξη σε κάποιον που επιλέγει να εκπροσωπήσει τον εαυτό του στο δικαστήριο – εκείνη είχε επιλέξει να το κάνει αυτό σε τρεις Κούρδους φοιτητές που εκτίαν ποινή φυλάκισης μαζί με τον Çomak.

«Μιλούσαν γι' αυτήν με τόσο καλά λόγια», είπε αργότερα ο ίδιος για τους φοιτητές, εξηγώντας πώς αποφάσισε να επικοινωνήσει μαζί της.

Εκείνη, εντυπωσιασμένη από την τρυφερότητα των ποιημάτων, του έστειλε ένα ευχαριστήριο σημείωμα, δίνοντας ώθηση στην αλληλογραφία τους. «Γράφαμε για τα πάντα», λέει στη συνέντευξη. «Κάποια στιγμή άρχισε να με φλερτάρει ανοιχτά».

Κάποια από τα γράμματά του –των 20 και 30 σελίδων– συνοδεύονταν από πούπουλα πουλιών που κρατούσε στο κελί του. «Έλεγε ότι με αυτά θα μου φτιάξει φτερά αγγέλου», θυμάται η Ozel.

Το ίδιο διάστημα εκείνη ζούσε στην Κωνσταντινούπολη, όπου είχε μια πολύ δραστήρια επαγγελματική και κοινωνική ζωή – είχε σπουδάσει στο Λονδίνο, εργαζόταν στον χώρο της διαφήμισης, στον ελεύθερο χρόνο της χόρευε τάνγκο και πολύ συχνά ταξίδευε ανά τον κόσμο.

Οι δυο τους συναντήθηκαν για πρώτη φορά το 2016 σε δικαστήριο της Κωνσταντινούπολης, όπου διεξαγόταν ακρόαση σχετικά με την επανάληψη της δίκης του.

Καθώς τον συνόδευαν εκεί οι φρουροί, ο Çomak έστειλε στην Ozel ένα φιλί στον αέρα. Σε επόμενο γράμμα της εκείνη του έγραψε: «Δεν ξέρω αν προοριζόταν για μένα, αλλά το δέχτηκα». Και εκείνος απάντησε: «Χαίρομαι που δεν χάθηκε».

Το δικαστήριο εκείνο αποφάσισε ότι η δίκη του ήταν δίκαιη και αργότερα τον έστειλε σε άλλες φυλακές υψίστης ασφαλείας, έξω από την Κωνσταντινούπολη. Τότε ζήτησε από την Ozel να γίνει η δική του «Φίλη McKenzie» και εκείνη δέχτηκε, οπότε μπορούσαν πλέον να συνομιλούν μέσω ενός βρώμικου τζαμιού για 45 λεπτά κάθε εβδομάδα. «Ξυπνούσα από τις 5 για να είμαι σίγουρη ότι θα έχω φτάσει εκεί στις 9:30», λέει η ίδια.

Ανέλαβε επίσης μια άλλη αποστολή: «Του είπα ότι δεν ήθελα να είναι ένας ακόμα φυλακισμένος Κούρδος ποιητής. Ήθελα να αναγνωριστεί. Τα ποιήματά του είναι τόσο όμορφα, τόσο αθώα. Δεν είναι τα ποιήματα ενός τρομοκράτη».

Ήξερε πως ο στόχος αυτός θα είναι δύσκολος, αλλά δεν θα τον εγκατέλειπε: Ζήτησε από την PEN Norway, τη μεγαλύτερη ένωση συγγραφέων και υποστηρικτών της ελευθερίας της έκφρασης στον κόσμο, να δημιουργήσει μια καμπάνια που θα ζητά την απελευθέρωση του Çomak. Ογδόντα οκτώ ποιητές από όλο τον κόσμο του έστειλαν από ένα ποίημα και εκείνος απάντησε στον καθένα με ένα δικό του. Η καμπάνια δεν κατάφερε να τον ελευθερώσει – θα έπρεπε να κλείσει 30ετία φυλάκισης – ωστόσο τα ποιήματά του άρχισαν να εκδίδονται (έβγαλε συνολικά 11 τόμους), ενώ έγραψε και ένα θεατρικό, καθώς και την αυτοβιογραφία του.

Μαζί με την αγάπη ήρθε και η ελευθερία

Το 2019 ο Çomak δήλωσε στην Ozel ανοιχτά πλέον την αγάπη του. Εκείνη στην αρχή δεν τον πήρε στα σοβαρά. «Και πώς θα μπορούσα; Ήμουν η μόνη γυναίκα που είχε συναντήσει εδώ και δεκαετίες».

Εκείνος δεν απογοητεύτηκε. Όπως λέει, «ένα από τα πρώτα μαθήματα που έμαθα στη φυλακή είναι να μην περιμένω ποτέ τίποτα. Έτσι, δεν υπάρχει απογοήτευση». Αυτό δεν σήμαινε, όμως, ότι δεν ονειρευόταν τη ζωή του ελεύθερος, μαζί της.

Το 2024 ο Çomak απελευθερώθηκε. Έξω από τις πύλες της φυλακής τον περίμενε η Ozel. Αγκαλιάστηκαν με αγάπη μεν αλλά σαν φίλοι, κι εκείνος πήγε να συναντήσει την οικογένειά του.

Ήταν, όμως, αθεράπευτα ερωτευμένος μαζί της – όποιος έχει διαβάσει το ποίημα που έγραψε γι’ αυτήν, το «I came to You, Life», μπορεί να το καταλάβει.

Όσο για εκείνη, η ιδέα ότι μετά την αποφυλάκισή του μπορεί να τον έχανε την τάραξε. Βέβαια, είχε τις δικές της προσδοκίες από τη ζωή. Όπως λέει, «είναι ένα πράγμα να είσαι φίλη McKenzie και άλλο να είσαι σύντροφος. Αφήστε που οι οικογένειες των Κούρδων είναι πολύ δεμένες και παραδοσιακές, ενώ εγώ δεν είμαι καθόλου».

Χρειάστηκε παραπάνω από ένας μήνας και πολλά τηλεφωνήματα για να συναντηθούν ξανά. Ο Çomak τη συνάντησε, χωρίς εκείνη να το περιμένει, σε μια αεροπορική πτήση στην οποία γνώριζε πως θα βρίσκεται η αγαπημένη του και από τότε είναι μαζί.

Πλέον ζουν σε ένα διαμέρισμα στην Κωνσταντινούπολη και κάθε τόσο ταξιδεύουν ανά την Ευρώπη, όπου η Ozel διοργανώνει για τον Çomak αναγνώσεις ποίησης.

Ο Burhan Sönmez, πρόεδρος της PEN International και Κούρδος συγγραφέας, λέει για τον Çomak πως πρόκειται για έναν από τους καλύτερους σύγχρονους ποιητές παγκοσμίως. Και πως τη φήμη του χρωστά στις προσπάθειες της συντρόφου του. «Αν δεν ήταν η Ipek, κανείς δεν θα είχε μάθει γι’ αυτόν», προσθέτει.

Η γνωριμία και η αγάπη τους ήταν πραγματικά καθοριστική για την πορεία της ζωής και των δύο: «Η μποέμικη ζωή μου τελείωσε όταν γνώρισα τους φυλακισμένους ποιητές και μέσω αυτών τον Ilhan», λέει στη συνέντευξη η Ozel, της οποίας η πρόσφατη διάγνωση με καρκίνο θέτει μία ακόμα δοκιμασία στο ζευγάρι.

Η νέα κοινή ζωή τους, όμως, είναι γεμάτη δώρα. Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, η ίδια δημοσίευσε μια φωτογραφία τους στο Βερολίνο στην οποία γράφει: «Πέρασα ίσως μία από τις πιο ευτυχισμένες χρόνιες της ζωής μου».

Όσο για τον Çomak, τα δικά του συναισθήματα για τη νέα του ζωή εκφράζονται στο ποίημά του με τίτλο «Με τι θα έμοιαζα;». Σε αυτό γράφει:

«Τη βρήκα επιτέλους, τη σκάλα που ανεβαίνει προς την ελευθερία και τον ουρανό
Στο φως του φεγγαριού, η ζωή γινόταν όλο και πιο όμορφη…»

SLOW MONDAY NEWSLETTER

Θέλεις να αλλάξεις τη ζωή σου; Μπες στη λογική του NOW. SLOW. FLOW.
Κάθε Δευτέρα θα βρίσκεις στο inbox σου ό,τι αξίζει να ανακαλύψεις.