Φωτογραφία: Ανδρέας Σιμόπουλος

ΒΑΣΙΛΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΣ: «ΤΟ ΟΤΙ ΠΕΝΘΕΙΣ ΠΟΛΥ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΟΤΙ ΕΧΕΙΣ ΑΓΑΠΗΘΕΙ ΠΟΛΥ»

Είναι συναρπαστικό να συναντάς τον Βασίλη Χαραλαμπόπουλο, και να γελάς και να κλαις στην ίδια συνέντευξη.

Η γλυκύτητα που βγάζει ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος στο γυαλί ή στο σανίδι είναι πέρα για πέρα αληθινή – θα το καταλάβεις στο πρώτο κιόλας βλέμμα όταν τον συναντήσεις από κοντά.

Βρεθήκαμε ένα μεσημέρι Παρασκευής στην Καλλιθέα – γελάσαμε πολύ (αναμενόμενο) και κλάψαμε ακόμα περισσότερο (καθόλου αναμενόμενο). Στις 16 Μαΐου ο Βασίλης έχασε τον πατέρα του. Το Πάσχα είχε ένα ατύχημα, έμεινε παραπληγικός και ήταν θέμα λίγων εβδομάδων να αντέξει ο οργανισμός του. Μιλήσαμε για απώλεια, πένθος, αλλά και για πολλή αγάπη – αυτό δεν είναι άλλωστε το ζητούμενο, να αγαπηθείς πολύ κι ας πενθήσεις πολύ;

Ο Βασίλης Χραλαμπόπουλος δεν χρειάζεται μακροσκελείς εισαγωγές, είναι ένας συναρπαστικός άνθρωπος, που αγαπάει τη ζωή και τώρα που είδε τον θάνατο τόσο κοντά του, θέλει να τη ζήσει στο έπακρο. Ανυπομονεί να αρχίσει τις περιοδείες σε όλη τη Ελλάδα ως Τρουφαλντίνο με τον «Υπηρέτη δύο αφεντάδων» γιατί θέλει να πάει κάπου να κουρνιάσει – «και εμένα η ζωή μου ήταν πάντα το θέατρο».

Βασίλης Χαραλαμπόπουλος
Φωτογραφία: Ανδρέας Σιμόπουλος

Βασίλη, τι σημαίνει πένθος για σένα; Πώς αντιμετωπίζεις τις δυσκολίες γενικά;

Ανάλογα τη δυσκολία – δεν ξέρεις πώς θα αντιμετωπιστεί η καθεμία. Αυτό που συνειδητοποιείς όσο περνάνε τα χρόνια είναι ότι η πιο γ@μημένη λέξη στο ελληνικό λεξικό είναι η λέξη «απώλεια». Ακόμα και η «απώλεια βάρους» δεν ακούγεται καλό! Το ότι πενθείς, όμως, πολύ σημαίνει ότι έχεις αγαπηθεί πολύ – και ίσως αυτό να είναι και το ζητούμενο. Δεν θα μπορούσα να φανταστώ στον χαμό ενός ανθρώπου δικού μου να μην πενθήσω, γιατί αυτό θα σήμαινε ότι κάτι δεν έγινε σωστά. Είναι πολύ πρόσφατος ο θάνατος του πατέρα μου και νιώθω ευλογημένος που με μεγάλωσε και που αγαπήθηκα τόσο πολύ.

Βασίλης Χαραλαμπόπουλος
Φωτογραφία: Ανδρέας Σιμόπουλος

Θα κλάψουμε τώρα…

Βέβαια θα κλάψουμε – τι να κάνουμε; Αφού ξεκινήσαμε έτσι την κουβέντα για να το ξορκίσουμε. Η αλήθεια είναι ότι μέσα στη ζωή είναι και ο θάνατος. Απλώς όταν είμαστε νέοι, νιώθουμε ότι είμαστε αθάνατοι. Έχουμε αυτή την περίεργη αίσθηση ότι δεν θα τελειώσει τίποτα – αυτό βοηθάει, γιατί έτσι χτίζουμε πράγματα. Είναι ωραία αίσθηση να νιώθουμε την αθανασία, αλλά και την ευθανασία! Είναι μέσα στο πρόγραμμα, είναι μέσα στη ζωή. Δεν μπορεί να υπάρξει το Α χωρίς το Ω.

ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΠΡΟΣΦΑΤΟΣ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ – ΝΙΩΘΩ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟΣ ΠΟΥ ΜΕ ΜΕΓΑΛΩΣΕ ΚΑΙ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΘΗΚΑ ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ.

Το ότι πενθείς τόσο τον πατέρα σου σημαίνει ότι είχες μια πολύ καλή παιδική ηλικία;

Ναι, είχα μια υπέροχη παιδική ηλικία, ανέμελη. Είμαστε τρία αδέρφια. Οι γονείς μου ήταν άνθρωποι της βιοπάλης και το ζητούμενό τους ήταν να δουλεύουν για να μπορούν να μας παρέχουν ό,τι τους ζητήσουμε – όχι ότι ζητούσαμε πολλά. Άλλωστε, ήμασταν μία μικροαστική οικογένεια. Ο πατέρας μου ήταν οικοδόμος τα περισσότερα χρόνια της ζωής του. Η μητέρα μου είχε σπουδάσει κομμωτική στον «Αμάραντο» – εξ ου και ο «Αμάραντος», που έλεγα διαρκώς ως κομμωτής στους «10 Μικρούς Μήτσους» του Λάκη Λαζόπουλου! Είχε ένα κομμωτήριο όταν ήμουν μικρός και μετά διέπρεψε στην πώληση τάπερ – ήταν αρχηγός. Θυμάμαι ότι της είχανε δώσει από την εταιρεία ένα Fiat 127 – τότε το να έχεις αυτοκίνητο ήταν σαν να αγόραζες σπίτι!

Βασίλης Χαραλαμπόπουλος
Φωτογραφία: Ανδρέας Σιμόπουλος

Η μητέρα μου ήταν (και είναι ακόμα) τσαχπίνα, η ενέργεια της οικογένειας. Ο πατέρας μου ήταν πάντα ο συνοδηγός στο αυτοκίνητο, δεν οδηγούσε, η μητέρα μου ήταν η σοφερίνα. Πάντα τον ρωτούσα «Γιατί δεν οδήγησες ποτέ στη ζωή σου;» Μου απαντούσε ότι είχε κάτι νευρικό στο πόδι, αλλά εγώ νομίζω ότι του άρεσε πολύ να τον πηγαίνει η μάνα μου ταξίδια.

Γεννήθηκα στο Αίγιο και όταν ήμουν ενός έτους πήγαμε Αθήνα, στον Βύρωνα – όλα τα σπίτια που αλλάξαμε ήταν στο Βύρωνα. Τους πρώτους μου έρωτες, τα πρώτα βήματα στο σχολείο, στο θέατρο, όλα τα έζησα εκεί. Μες στην καρδιά μου είναι αυτός ο Βύρωνας! Τα αδέρφια μου είναι ακόμα εκεί, το πατρικό μου είναι εκεί, έχω ακόμα αυτή τη σύνδεση με τη γειτονιά.

Στα 10 μου είδα την πρώτη μου παράσταση εκεί. Εκείνη την εποχή, τα καλοκαίρια, στο δάσος απέναντι από το νεκροταφείο του Βύρωνα, έστηναν μία εξέδρα και γινόντουσαν συναυλίες, θεατρικές παραστάσεις. Είχα ανέβει λοιπόν πάνω σε ένα δέντρο (ήμουν κοντούλης πάντα – δεν το έχασα στην πορεία!) για να παρακολουθήσω τον Δον Καμίλο με τον Μίμη Φωτόπουλο. Ήμουν τόσο εντυπωσιασμένος όχι μόνο από την παράσταση, αλλά και από αυτό που υπήρχε πίσω από το σκηνικό – με γοήτευε η ζωή πίσω από τη σκηνή.

Βασίλης Χαραλαμπόπουλος
Φωτογραφία: Ανδρέας Σιμόπουλος

Τότε αποφάσισες ότι ήθελες να γίνεις ηθοποιός;

Όχι, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου – από τριών χρονών. Μαγευόμουν από τις ελληνικές ταινίες. Στο εξοχικό μας έχουμε ακόμα ένα παλιό ξύλινο κρεβάτι. Τότε καθόμασταν με τα αδέρφια μου μπρούμυτα πάνω στο κρεβάτι και βλέπαμε ελληνικές ταινίες. Επειδή τότε έβγαιναν τα δόντια μου, μασούσα τη γωνία του ξύλου – είναι μαγικό να βλέπεις τώρα τα σημάδια από τα δόντια!

ΔΕΝ ΠΑΛΕΥΩ ΚΑΘΟΛΟΥ ΤΟ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΑΡΕΣΤΟΣ. ΕΙΜΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΙΜΑΙ. ΕΙΝΑΙ ΣΤΗ ΦΥΣΗ ΜΟΥ ΝΑ ΕΧΩ ΜΙΑ ΔΟΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΝΑ ΜΗΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΚΑΝΩ ΚΑΚΟ ΣΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ.

Τι είναι αυτό που σε εντυπωσίαζε τόσο πολύ στις ελληνικές ταινίες που σε έκανε να θες να γίνεις κι εσύ ηθοποιός;

Βλέπεις κάποιους ανθρώπους που νιώθεις ότι είναι ο θείος σου, η θεία σου. Νιώθεις μια συγγένεια περίεργη, λατρεύεις να τους βλέπεις. Σου δίνουν χαρά. Τότε τους ηθοποιούς τούς έβλεπες σπάνια σε συνεντεύξεις, οπότε περίμενα πως και πως κάποιο Πρωτοχρονιάτικο σόου όπου μπορούσα να δω σαν κανονικούς ανθρώπους, και όχι σαν ρόλους, τον Ηλιόπουλο, τον Βουτσά, τον Βέγγο, τον Κωνσταντάρα…

Βασίλης Χαραλαμπόπουλος
Φωτογραφία: Ανδρέας Σιμόπουλος

Βασίλη, έχεις μία φοβερή γλυκύτητα και είσαι πολύ συμπαθής. Επίσης, νιώθω ότι είσαι ένας άνθρωπος που «ακούει» πραγματικά τους άλλους και νοιάζεται. Υποθέτω ότι αυτά τα χαρακτηριστικά σού βγαίνουν σε μεγάλο βαθμό αυθόρμητα. Είναι όμως και κάτι που σε έχει δυσκολέψει; Το να είσαι διαρκώς αρεστός, το να παίρνεις μέσα σου όλα τα προβλήματα των άλλων;

Θα ήταν πολύ κουραστικό το να προσπαθώ να είμαι αρεστός. Και ευτυχώς σε αυτή τη δουλειά, επειδή έχει μία ματαιοδοξία, πολύ σύντομα θα «βγει» ο χαρακτήρας σου. Δεν παλεύω καθόλου το να είμαι αρεστός. Είμαι αυτό που είμαι. Είναι στη φύση μου να έχω μια δοτικότητα, να μην θέλω να κάνω κακό στους άλλους. Δεν θέλω να είμαι σώνει και καλά το επίκεντρο – αυτά τα πέρασα σε παιδική ηλικία.

Όσο για το αν βάζω μέσα μου τα προβλήματα των άλλων, θα είμαι ειλικρινής: Φιλτράρω το τι πρέπει να περάσω μέσα μου. Θα ήταν αδιανόητα ψυχοφθόρο το να πρέπει να ακούω σαν εξομολογητής το κάθε πρόβλημα – όσο σημαντικό ή ασήμαντο είναι, γιατί ο καθένας δίνει άλλη σημαντικότητα στο πρόβλημά του. Νομίζω ότι με τα χρόνια, η εμπειρία και η ωριμότητα μάς κάνουν να φιλτράρουμε περισσότερο και να αποφασίζουμε το πού πρέπει να δώσουμε περισσότερο τις δυνάμεις μας και πού λιγότερο.

ΕΙΝΑΙ ΣΥΝΑΡΠΑΣΤΙΚΟ ΓΙΑ ΜΕΝΑ ΠΟΥ ΕΙΜΑΙ ΧΑΜΗΛΩΝ ΤΟΝΩΝ ΝΑ ΠΑΙΞΩ ΕΝΑΝ ΓΚΡΟΤΕΣΚΟ, ΕΝΑ ΑΛΑΝΙ, ΕΝΑΝ ΔΟΛΟΦΟΝΟ. ΤΟ ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΚΟ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΟΛΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΡΟΛΟΥΣ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΠΑΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΦΥΛΑΚΗ!

Ξεκίνησες ως «Τζόνι» με τα «Εγκλήματα», συνέχισες ως «Γρηγόρης» στο «Είσαι το ταίρι μου», μετά ήρθε ο «Λεωνίδας» στους «10 μικρούς Μήτσους»… Πρόκειται για εντελώς διαφορετικούς ρόλους. Έχεις πει ότι μπαίνοντας σε τόσο διαφορετικούς ρόλους είναι σαν να κάνεις ψυχοθεραπεία.

Έχεις τη δυνατότητα να φορέσεις τα παπούτσια κάποιου άλλου ανθρώπου και να αφουγκραστείς το πώς θα μπορούσες να νιώσεις εσύ ο ίδιος όταν παίζεις έναν χαρακτήρα εντελώς κόντρα σε σένα, έναν δολοφόνο για παράδειγμα. Είναι συναρπαστικό, ψυχοθεραπευτικό για μένα που είμαι χαμηλών τόνων άνθρωπος να μπορώ να παίξω έναν γκροτέσκο, ένα αλάνι. Το εντυπωσιακό είναι ότι μπορείς να κάνεις αυτούς τους ρόλους χωρίς να πας πραγματικά φυλακή!

Βασίλης Χαραλαμπόπουλος
Φωτογραφία: Ανδρέας Σιμόπουλος

Ψυχοθεραπεία έχεις κάνει ποτέ;

Έχω κάνει, αλλά όχι για μεγάλο διάστημα. Ήταν μια δύσκολη στιγμή στη ζωή μου, ένιωθα μπερδεμένος και είχα ανάγκη να μιλήσω κάπου. Ήθελα να τα πω για να τα ακούσω εγώ ο ίδιος. Έβγαλα άκρη τελικά. Αλλά η αλήθεια είναι πως ήταν πολύ μικρό το διάστημα. Αν διαβάσει τη συνέντευξη η ψυχοθεραπεύτριά μου, θα γελάει γιατί θα λέει «Βασίλη, σιγά την ψυχοθεραπεία που έκανες! Μου το έσκασες γρήγορα».

Υπάρχουν άλλα πράγματα που κάνεις για να φροντίσεις τον εαυτό σου;

Είμαι σε μια φάση που θα ήθελα να κοιτάξω τον εαυτό μου λίγο καλύτερα, να στρέψω το βλέμμα μου, να δω τη ζωή με άλλο μάτι. Θα ήθελα να σταματήσω το τρέξιμο και να πω «Πάρε δυο ανάσες, απόλαυσε κάτι».

Βασίλης Χαραλαμπόπουλος
Φωτογραφία: Ανδρέας Σιμόπουλος

Αυτό νομίζω ότι συμβαίνει μετά από έναν θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου – θέλεις να ζήσεις τη ζωή στο έπακρο.

Ναι, έτσι είναι.

ΑΝ ΔΙΑΒΑΣΕΙ ΤΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ Η ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΥΤΡΙΑ ΜΟΥ, ΘΑ ΓΕΛΑΕΙ. ΘΑ ΛΕΕΙ  «ΒΑΣΙΛΗ, ΣΙΓΑ ΤΗΝ ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑ ΠΟΥ ΕΚΑΝΕΣ! ΜΟΥ ΤΟ ΕΣΚΑΣΕΣ ΓΡΗΓΟΡΑ».

Κάνεις μια δουλειά που σου αρέσει πάρα πολύ. Αυτό επηρεάζει τον τρόπο που διαπραγματεύεσαι (ή δεν διαπραγματεύεσαι!) τα χρήματα;

Το μεγάλο πρόβλημα στο να φροντίσεις τα οικονομικά σου σωστά είναι το να αγαπάς πάρα πολύ αυτό που κάνεις. Όταν συμβαίνει αυτό, υπάρχει μία συμφωνία με εσένα και τον εαυτό σου: «Προς Θεού, μην το καταλάβει κανείς άλλος ότι θα μπορούσες να κάνεις τη δουλειά και χωρίς λεφτά!» Εγώ που θεωρούμαι καλός ηθοποιός, είμαι κάκιστος στο να παίξω καλά και να διαπραγματευτώ την αξία μου. Πώς να διαπραγματευτείς την αξία σου σε χρήματα;

Τις καλύτερες συμφωνίες τις έχω κάνει στις δουλειές που δεν με ενδιαφέρουν καθόλου. Όταν δεν θέλω να κάνω κάτι, λέω «Δεν θέλω». Με ρωτάνε «Πόσα;» «Δεν θέλω λέμε» «Πόσα;» Λες ένα ποσό για να γλιτώσεις, και σου λένε «ΟΚ!»

Βασίλης Χαραλαμπόπουλος
Φωτογραφία: Ανδρέας Σιμόπουλος

Βασίλη, τα χρήματα τι ρόλο παίζουν στη ζωή σου; Οι γονείς σου ήταν, όπως είπες, άνθρωποι της βιοπάλης, αλλά είχατε όσα χρειαζόσασταν ως παιδιά.

Είχαμε αυτά που μας έκαναν να νιώθουμε ότι είμαστε ευτυχισμένοι, χωρίς να ξέρουμε ότι θα μπορούσαμε να ήμασταν με περισσότερα – αυτό μας το έδωσαν οι γονείς μας. Έτσι κι αλλιώς, δεν απαιτούσαμε τίποτα περισσότερο από το να είμαστε χαρούμενοι με απλά πράγματα στην παιδική ηλικία.

Υλιστές είμαστε όλοι σε έναν βαθμό, ακόμα όμως και το να αποκτήσεις κάποια πράγματα είναι ένα ωραίο μάθημα για να καταλάβεις ότι μόλις τα αποκτήσεις, δεν έγινε και κάτι. Όταν όλα αυτά τα φιλτράρεις, αναρωτιέσαι «Τι έχει πραγματικά αξία;» Τα χρήματα δεν είναι μόνο για να πάρεις ένα ωραίο αυτοκίνητο ή να χτίσεις ένα σπίτι με πισίνα. Είναι ουσιαστικά και για να μπορείς να χτίσεις σχέσεις – όχι να αγοράσεις σχέσεις.

Βασίλης Χαραλαμπόπουλος
Φωτογραφία: Ανδρέας Σιμόπουλος

Τι εννοείς για να «χτίσεις σχέσεις»;

Εννοώ ότι όταν έχεις χρήματα δεν χρειάζεται να τα ξοδεύεις μόνο για την πάρτη σου. Μπορείς να κάνεις και πράγματα για τους άλλους, και ας μην το καταλάβουν ποτέ. Αν έχω 10, κρατάω για μένα τα 7 και τα 3 θέλω να τα χαρίσω, να τα κάνω δώρο σε κάποιον – για έναν ανεξήγητο λόγο σού επιστρέφονται πολλαπλάσια.

Όλα γυρίζουν γύρω από μια λέξη που αφορά το σύμπαν γύρω μας: Αγάπη. Όταν αγαπάς και θέλεις να το δείξεις με χίλιους τρόπους, είναι σαν να κάνεις καλό στο σύμπαν και το σύμπαν στο επιστρέφει. Είναι σαν να πρόκειται για τη μοναδική αποστολή μας σ’ αυτό το σύμπαν – απλώς κάποιοι το καταλαβαίνουν, κάποιοι όχι.

Βασίλης Χαραλαμπόπουλος
Φωτογραφία: Ανδρέας Σιμόπουλος

Αυτό το ένιωθες πάντα;

Δεν το είχα αποκρυπτογραφήσει, δεν το είχα μεταφράσει έτσι. Συνειδητοποιώ πάντως ότι από μικρό παιδί δεν μπορούσα να βλέπω στενοχωρημένους ανθρώπους. Ίσως γι’ αυτό να έγινα ηθοποιός, και μάλλον κωμικός, γιατί ήθελα να τους κάνω να γελάνε. Mε ενδιέφερε πάντα η ευτυχία των άλλων, έστω και η πρόσκαιρη, μέσα από ένα γέλιο.

ΟΛΑ ΓΥΡΙΖΟΥΝ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΜΙΑ ΛΕΞΗ ΠΟΥ ΑΦΟΡΑ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΓΥΡΩ ΜΑΣ: ΑΓΑΠΗ. ΟΤΑΝ ΑΓΑΠΑΣ ΚΑΙ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΤΟ ΔΕΙΞΕΙΣ ΜΕ ΧΙΛΙΟΥΣ ΤΡΟΠΟΥΣ, ΕΙΝΑΙ ΣΑΝ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΚΑΛΟ ΣΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΣΤΟ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ.

Ποια χαρακτηριστικά στους ανθρώπους σε κάνουν να νιώθεις έλξη γι’ αυτούς;

Η ευγένειά τους, ο σεβασμός τους. Ακόμα κι αν είναι σε μια «ανώτερη» κοινωνική θέση, ο σεβασμός τους απέναντι στην «κατώτερη» κοινωνική θέση. Με έλκει απίστευτα όταν καταλαβαίνω ότι ο άνθρωπος απέναντί μου έχει ψυχούλα, σε όποια θέση κι αν βρίσκεται.

Όταν μιλάω για σεβασμό εννοώ και σεβασμό απέναντι στα ζωντανά – στα σκυλιά, στα γατιά, στα ζώα γενικά. Το πώς τους φέρεσαι, δείχνει και τι άνθρωπος είσαι. Είμαι φανατικά ερωτευμένος με όλα αυτά τα πλάσματα, τα οποία μας δίνουν αγάπη.

Φοβόμουν να έχω ένα σκυλί γιατί φοβόμουν την απώλεια. Όταν ήρθε το πρώτο σκυλί στη ζωή μου (τώρα έχω τρία), όλα άλλαξαν. Όταν αγαπήσεις το πρώτο σκυλί, έχεις αγαπήσει όλα τα σκυλιά του κόσμου. Δεν μπορείς να δεις ένα αδέσποτο στον δρόμο που υποφέρει και να το προσπεράσεις επειδή δεν είναι το δικό σου.

Τι σε εξοργίζει στους ανθρώπους;

Δεν θυμώνω εύκολα, δεν τσακώνομαι εύκολα. Θα με εξοργίσουν λίγα πράγματα, αλλά ουσιαστικά, όπως η αγένεια. Ο αγενής άνθρωπος με εξοργίζει αφάνταστα, πόσο μάλλον όταν δεν τον νοιάζει να κάνει κακό στον διπλανό του – εκεί αν είμαι μπροστά, θα του αλλάξω τα φώτα, εκεί χάνω τον εαυτό μου.

Πάμε στην παράσταση! Είπες ότι περιμένεις πώς και πώς την περιοδεία του «Υπηρέτη δύο Αφεντάδων».

Επειδή ήταν πολύ δύσκολο όλο αυτό που πέρασα με τον πατέρα μου, είναι σαν να θέλω να πάω κάπου να κουρνιάσω. Και εμένα η ζωή μου ήταν πάντα το θέατρο.

Βασίλης Χαραλαμπόπουλος
Φωτογραφία: Ανδρέας Σιμόπουλος

Σε κάνει να ξεχνιέσαι;

Νομίζω ότι είναι η πρώτη φορά που έχω τόσο μεγάλη ανάγκη το κοινό. Είμαι ευλογημένος άνθρωπος, γιατί έχω κάνει πολλές περιοδείες και πολλές παραστάσεις, και πάντοτε ο κόσμος με έχει τιμήσει, έχει γεμίσει τα θέατρα όλα αυτά τα χρόνια.

Έζησα και κάτι πολύ ωραίο μέσα από τα social media. Είμαι ένας άνθρωπος που δεν θέλω να δημιουργώ καταστάσεις για την προσωπική μου ζωή, ούτε να φαίνομαι. Ωστόσο, είχα ένα περίεργο συναίσθημα σε σχέση με τον πατέρα μου, σαν να ήθελα να πω σε όλους «Κοιτάξτε, δεν ήταν διάσημος, αλλά αυτός ήταν ο πατέρας μου». Ανέβασα ένα post και εντυπωσιάστηκα, γιατί ήταν πάνω από 1.000.000 οι ευχές για την ψυχή του. Ήθελα να τους ευχαριστήσω – ντρέπομαι όμως και να γράψω «Σας ευχαριστώ όλους». Ο Ίωνας Δραγούμης είχε πει ότι «Οι μεγάλες λύπες και οι μεγάλες χαρές ενώνουν τον λαό». Και εδώ νιώσανε μια μεγάλη λύπη δικιά μου και όλοι με αγκάλιασαν.

Ο ΑΓΕΝΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΕΞΟΡΓΙΖΕΙ ΑΦΑΝΤΑΣΤΑ. ΕΚΕΙ ΑΝ ΕΙΜΑΙ ΜΠΡΟΣΤΑ, ΘΑ ΤΟΥ ΑΛΛΑΞΩ ΤΑ ΦΩΤΑ, ΕΚΕΙ ΧΑΝΩ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ.

Πρέπει να είναι συγκλονιστική αυτή η επαφή με το κοινό – το λέτε όλες και όλοι οι ηθοποιοί.

Είναι μια περίεργη ιεροτελεστία. Όποτε κάνουν σε έναν ηθοποιό την ερώτηση «Τι αγαπάτε πιο πολύ; Την τηλεόραση, τον κινηματογράφο ή το θέατρο;» πολύ σπάνια ένας ηθοποιός δεν θα επιλέξει το θέατρο – μόνο αν είναι κολλημένος με τον κινηματογράφο. Ποιο είναι το έντομο που ζει μόνο λίγες μέρες – η λιβελούλα; Το θέατρο είναι σαν τη λιβελούλα, η παράσταση είναι σαν τη λιβελούλα. Πρόκειται για μια σύμπραξη δυνάμεων, μια παρέα ανθρώπων που κάποια στιγμή θα τελειώσει, θα πεθάνει, αλλά θα μας μείνει η ανάμνηση. Αυτή η θνησιμότητα του θεάτρου είναι που το κάνει και αθάνατο. Κάθε μέρα είναι άλλη παράσταση επειδή είναι άλλο το κοινό. Όταν λέμε «Απόψε κάναμε την παράσταση της ζωής μας», αυτό σχετίζεται με την ενέργεια που μας έδωσε το κοινό.

Βασίλης Χαραλαμπόπουλος
Φωτογραφία: Ανδρέας Σιμόπουλος

Το θέμα είναι τι ζητάει κανείς από το θέατρο. Αν κάποιος ζητάει μέσα από την αναγνωρισιμότητά του να μεγαλώσει το Εγώ του, για μένα είναι λάθος τρόπος για να αγγίξεις το θέατρο και να σε αγγίξει κι αυτό. Αν περιμένεις από το θέατρο να σε κάνει να νιώσεις σημαντικός άνθρωπος, έχεις χάσει. Είναι άλλη η σημαντικότητά σου ως άνθρωπος και άλλη ως καλλιτέχνης.

Όσο πιο έτοιμος άνθρωπος είσαι, λοιπόν, με την έννοια του να δώσεις μέσα από το θέατρο πράγματα στον εαυτό σου αλλά και στον κόσμο, τότε πρόκειται για ένα πολύ ωραίο αλισβερίσι. Όσοι έχουν βρεθεί στη σκηνή, όσοι έχουν αγαπήσει το θέατρο και όσοι το έχουν σεβαστεί, έχουν νιώσει τη μαγεία του.

Η παράσταση ταξιδεύει σε υπαίθριες σκηνές, από τα Γιάννενα μέχρι την Πάτρα. Πώς αλλάζει η σχέση σου με τον ρόλο όταν παίζεις κάτω από τα αστέρια;

Γιάννενα, Πάτρα, Βόλο, Λάρισα, Καλαμάτα… Έχουμε 34 παραστάσεις σε όλη την Ελλάδα. Θέλουμε να πάμε σε όσο το δυνατόν περισσότερα μέρη, αλλά δεν είναι εύκολο – είναι μεγάλη παραγωγή με μεγάλο κόστος. Εμένα πάντως η χαρά μου είναι διαφορετική όταν πηγαίνω σε μια πόλη που δεν υπάρχει θέατρο. Καταλαβαίνεις τη διαφορά από τον τρόπο που συμπεριφέρονται – νιώθουν ευγνώμονες. Αισθάνομαι πιο όμορφα όταν τρέχω σαν μπουλούκι με την παράσταση σε όλη την Ελλάδα, από το να είμαι στην Αθήνα χειμώνα.

Είναι μαγικό να παίζεις στην επαρχία, ειδικά όταν πρόκειται για μια παράσταση σαν αυτή. «Ο Υπηρέτης δύο αφεντάδων» είναι μια λαϊκή κωμωδία, ιταλιάνικη, του Κάρλο Γκολντόνι, που είναι μάγος. Η κωμωδία που γράφει ο Γκολντόνι εμπεριέχει, πέρα από τη μεταμόρφωση της commedia dell'arte, και ρεαλισμό. Από τη μία βλέπεις χαρακτήρες κωμικούς και από την άλλη χαρακτήρες που περνάνε ένα πραγματικό δράμα.

Οι δύο αφέντες είναι κυνηγημένοι κατά κάποιον τρόπο, επειδή ο ένας δολοφόνησε τον αδελφό της αγαπημένης του, Έχουν χαθεί στη Βενετία και ψάχνονται. Βρίσκεται, λοιπόν, ο Τρουφαλντίνο, ένας ωραίος σαλτιμπάγκος, λίγο λαμόγιο –αυτός είμαι εγώ–, ο οποίος χωρίς να ξέρει ότι αυτοί οι δυο γνωρίζονται μεταξύ τους, γίνεται υπηρέτης και των δύο, προσπαθώντας να μην το καταλάβουν. Και αυτό κάνει την κωμωδία σπαρταριστή για τον κόσμο.

Η κωμωδία που μου αρέσει είναι αυτή που κάνει τον θεατή να ξετρελαθεί επειδή περνάει πολύ όμορφα, αλλά φεύγοντας να μην ξεχάσει αυτό που είδε. Δεν μου αρέσει η κωμωδία με τα εύκολα αστεία, που πατάνε μπανανόφλουδες και πέφτουν κάτω, που κατεβάζουν τα βρακιά τους.

Βασίλης Χαραλαμπόπουλος
Φωτογραφία: Ανδρέας Σιμόπουλος

Ο Γιάννης Κακλέας φέρνει στοιχεία της commedia dell'arte σε μια σύγχρονη ανάγνωση. Πού βρήκατε οι δυο σας κοινό τόπο και πού συγκρουστήκατε δημιουργικά;

Με τον Γιάννη γνωριστήκαμε για πρώτη φορά πριν από 26 χρόνια. Ακούγεται τρελό όταν λέω κάτι τέτοια νούμερα! Γνωριστήκαμε το 2001, όταν κάναμε το «Μαγειρεύοντας με τον Έλβις», την υπέροχη αυτή παράσταση στο θέατρο «Διάνα», με την Ελένη Ράντου – αυτή μας έφερε σε επαφή. Από κει και πέρα κάναμε όλες τις παραστάσεις στο θέατρο «Διάνα», με τεράστια επιτυχία.

Το 2010 μου προτείνει ο Γιάννης να υποδυθώ τη «Λυσιστράτη» στο Εθνικό Θέατρο – κάτι μαγικά τρελό και πολύ όμορφο. Αυτή η παράσταση ήταν Κακλεΐστικη, που σημαίνει ότι είχε κάτι μεταμοντέρνο, κάτι ιδιαίτερο, είχε τη ματιά του Γιάννη, δεν ήταν σαν τις άλλες αριστοφανικές κωμωδίες. Έλεγε ο Γιάννης «Εγώ δεν τον αγαπάω πολύ τον Αριστοφάνη, οπότε για να τον κάνω, πρέπει να σκάψω βαθιά μέσα του να βρω την ουσία του – και έτσι λειτούργησε. Θυμάμαι λοιπόν ότι στην πρόβα τζενεράλε στην Επίδαυρο είχαν έρθει πολλοί φίλοι για να τη δουν και μας έλεγαν ανήσυχοι «Θα είναι αποτυχία, δεν θα αρέσει στον κόσμο» – αυτό εμάς μας σακάτεψε ψυχολογικά. Την ημέρα της πρεμιέρας ήταν γεμάτο το θέατρο, έξω από τις πύλες υπήρχε κόσμος που φώναζε «αφήστε μας να μπούμε!», εμείς είχαμε τρομερό άγχος.

Η παράσταση ξεκινούσε ως εξής: Δύο ηθοποιοί, ο Γιώργος Παπαγεωργίου και η Αλεξάνδρα Αϊδίνη, ήταν στο κοινό σαν ένα ζευγάρι θεατών. Λίγο πριν ξεκινήσει η παράσταση, αρχίζουν να τσακώνονται και αυτός φέρεται βίαια και της λέει «Πάμε να φύγουμε». Οπότε ο κόσμος αναστατώνεται, σηκώνονται να τον πλακώσουν στο ξύλο. Ο Γιάννης ήθελε να δείξει την ουσία της διαμάχης των δύο φύλων.

Το ξημέρωμα μάς βρήκε όλο τον θίασο στην παραλία της Επιδαύρου. Αυτό που ζήσαμε δεν θέλουμε να το ξεχάσουμε ποτέ. Εκείνο το ξημέρωμα αποφασίσαμε με τον Γιάννη, άνευ χαρτοφυλακίου, συνεργασία!

Αυτή τη στιγμή, εγώ και ο Γιάννης κλείνουμε έναν κύκλο επιλέγοντας να παίξουμε μετά από πολλά χρόνια δύο ρόλους εμβληματικούς – τον Τρουφαλντίνο και τον Σιρανό (θα «ανέβει» τον χειμώνα). Σκεφτήκαμε ότι θα ήταν κρίμα να μην δει το κοινό παραστάσεις που παίχτηκαν πριν από 15-20 χρόνια, για τις οποίες έχουν ακούσει τόσα πολλά. Η ματιά μας είναι πιο ώριμη τώρα. Και μετά με τον Γιάννη θα ανοίξουμε έναν καινούριο κύκλο.

ΕΙΝΑΙ ΣΑΝ ΝΑ ΕΙΧΑ ΓΕΝΝΗΘΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΝΩ ΤΟΝ «ΤΡΟΥΦΑΛΝΤΙΝΟ». ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ ΥΠΕΡΦΙΑΛΟ ΙΣΩΣ, ΑΛΛΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΡΟΛΟΥΣ ΠΟΥ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΜΕ ΚΑΝΟΥΝ ΝΑ ΑΙΣΘΑΝΘΩ ΚΑΘΩΣ ΠΑΙΖΩ ΟΤΙ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ Ο ΒΑΣΙΛΗΣ – ΕΙΜΑΙ ΑΥΤΟΣ Ο ΙΤΑΛΙΑΝΟΣ!

Ο Τρουφαλντίνο είναι ένας πολύ απαιτητικός κωμικός ρόλος. Τι έχεις ανακαλύψει σ’ αυτόν που δεν το ήξερες στην αρχή και το βρήκες στην πορεία;

Ακόμα κι όταν μου λένε ότι ένας ρόλος μου «πηγαίνει», έχω πάντα την αγωνία αν θα μπορώ να του δώσω μια ώθηση να πετάξει – αυτό μου συμβαίνει κάθε φορά. Στην περίπτωση του Τρουφαλντίνο, η λαχτάρα μου να βρεθώ στη σκηνή μαζί του πηγάζει από κάτι που είναι μέσα στη φύση μου και μου πάει πολύ. Δεν έχω την αγωνία αν θα μπορώ να τον κάνω, γιατί είναι σαν να είχα γεννηθεί για να τον κάνω. Ακούγεται υπερφίαλο ίσως. Είναι, όμως, από τους ρόλους που μπορούν να με κάνουν να αισθανθώ καθώς παίζω ότι δεν είμαι ο Βασίλης – είμαι αυτός ο Ιταλιάνος! Αυτό που μου αρέσει πολύ σ’ αυτό το έργο, είναι ότι πρόκειται για ένα ταξίδι στον χώρο και στον χρόνο.

Βασίλης Χαραλαμπόπουλος
Φωτογραφία: Ανδρέας Σιμόπουλος

Το έργο αυτό γράφτηκε το 1745 και μπορεί και «μιλάει» στο κοινό του 2026. Πώς γίνεται αυτό;

Έχει μια πολύ γερή βάση, γιατί μιλάει για διάφορα πράγματα. Από την πλευρά των αφεντάδων μιλάει για την ανάγκη για έρωτα, για το πάθος, για την αγωνία της αγάπης που είναι άπιαστη – αυτό πιάνει το λαϊκό κοινό κι ας μην είναι το κοινό της κοινωνικής τάξης των αφεντάδων.

Παράλληλα, μιλάει για την αγωνία να καταφέρει ο καθένας μας να βρει τα προς το ζην, που φυσικά σήμερα δεν έχει εξαλειφθεί. Στο έργο βλέπεις χαρακτήρες σημερινούς, όπως ο συμφεροντολόγος. Η  ανάγκη για τη λαμογιά, σε όποια κοινωνική τάξη κι αν ανήκεις – τι πιο σύγχρονο από αυτό; Δεν είναι μουσειακό είδος η κωμωδία του Γκολντόνι και γενικά των μεγάλων συγγραφέων. Γι’ αυτό έχουν λόγο ύπαρξης και σήμερα.

Μέσα από το θέατρο μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα – κοινωνικά, πολιτικά, προσωπικά;

Τα πράγματα δεν μπορούν να αλλάξουν μέσα απ’ το θέατρο. Μπορούν ν’ αλλάξουν κάποιες άγουρες συνειδήσεις νέων ανθρώπων που ψάχνονται για το τι είναι ζωή, ποιο είναι το σωστό μονοπάτι για να γίνουν καλύτεροι άνθρωποι ή για να φτιάξουν καλύτερα τον κόσμο. Το θέατρο μπορεί να αφυπνίσει συνειδήσεις. Όχι σαν να είναι η αποστολή του, αλλά σαν να έρχεται την κατάλληλη στιγμή στον κατάλληλο χώρο ένας άνθρωπος που ψάχνει να βρει κάτι για να του ξυπνήσει μια θέληση ώστε να ακολουθήσει έναν δρόμο στη ζωή του. Έρχεται μια παράσταση (με ένα θέμα είτε κλασικό είτε όχι) που τον κάνει ξαφνικά (είτε το συνειδητοποιεί είτε όχι) να διαλέξει στρατόπεδο.

Βασίλης Χαραλαμπόπουλος
Φωτογραφία: Ανδρέας Σιμόπουλος

Είπες προηγουμένως ότι σου φαίνονται τεράστια τα νούμερα – η ηλικία σου, τα 26 χρόνια που γνωρίζεστε με τον Γιάννη Κακλέα… Γιατί; Νιώθεις πολύ μικρός μέσα σου;

Αυτό που θα πω νομίζω ότι αγγίζει πιο πολύ τους ανθρώπους που είχαν μια υγιή παιδική ηλικία, και θα συμπεριλάβω τον εαυτό μου σ’ αυτούς. Μετά από τόσα χρόνια που υπάρχω σ’ αυτόν τον πλανήτη, έχω συνειδητοποιήσει ότι υποδυόμαστε κάποιους μεγαλύτερους ανθρώπους, μεταμφιεσμένοι μέσα από την φορεσιά της ηλικίας μας, των αριθμών μας. Αλλά επί της ουσίας, μέσα μας είμαστε τα παιδιά που ήμασταν τότε, και δεν θέλαμε να το αλλάξουμε ποτέ.

Εγώ νιώθω όπως όταν ήμουν 20. Σκέφτομαι όπως όταν ήμουν 20, απλώς λίγο πιο ώριμα λόγω εμπειριών. Αλλά το παιδί θέλει να παίξει, θέλει να ζήσει. Και είναι πολύ όμορφο να θέλεις να ζήσεις. Γι’ αυτό βλέπεις ανθρώπους 80 και 90 ετών που χορεύουν στη βροχή αγκαλιά. Γιατί ξέρουν ότι η ζωή ήταν πάντα μικρή, και από τη στιγμή που δεν έχουν φύγει ακόμα, μπορούν να χορέψουν.

Είναι πολύ μικρό το στάδιο που βρισκόμαστε σε αυτόν τον κόσμο. Είναι μ@λ@κία να ασχολούμαστε με χαζά πράγματα. Μπορεί να ακούγεται λίγο ιεραποστολικό αυτό που λέω, αλλά αυτό που πρέπει να εμπεριέχει η στάση ζωής μας σε οποιονδήποτε τομέα, είναι αγάπη σε ό,τι κι αν κάνουμε. Αυτό μας κάνει να νιώθουμε πιο ανάλαφροι. Και είναι πολύ σημαντικό να νιώθεις ανάλαφρος, γιατί δεν υπάρχει το βάρος των χρόνων!

Η καλοκαιρινή περιοδεία της θεατρικής παράστασης «Υπηρέτη δύο Αφεντάδων» ξεκινάει στις 29 Ιουνίου και θα διαρκέσει ως τις 10 Σεπτεμβρίου του 2026. Μάθε λεπτομέρειες και κλείσε εισιτήρια

SLOW MONDAY NEWSLETTER

Θέλεις να αλλάξεις τη ζωή σου; Μπες στη λογική του NOW. SLOW. FLOW.
Κάθε Δευτέρα θα βρίσκεις στο inbox σου ό,τι αξίζει να ανακαλύψεις.