ΓΙΑΤΙ (ΚΑΙ ΠΟΤΕ) ΕΝΑΣ ΕΦΗΒΟΣ Ή ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑ;
Καθώς τα στατιστικά στοιχεία για την ψυχική υγεία παιδιών και εφήβων εμφανίζονται αποθαρρυντικά, αναρωτιόμαστε αν οι έγκαιρες παρεμβάσεις μπορούν να αναστρέψουν μια ψυχογενή κατάσταση στην παιδική και εφηβική ηλικία, προτού καν ενορχηστρωθεί σε κάτι μόνιμο.
Στην παιδική και εφηβική ηλικία, μια ψυχική δυσκολία δεν εμφανίζεται πάντα με λόγια. Συχνά εμφανίζεται ως σώμα, ως συμπεριφορά, ως άρνηση, ως φόβος, ως απόσυρση. Ένα παιδί μπορεί να πονάει χωρίς σαφή οργανική αιτία. Ένας έφηβος μπορεί να μην αντέχει το σχολείο. Μπορεί να δυσκολεύεται να κοιμηθεί, να αποφεύγει φίλους, να γίνεται ευερέθιστος, να κλείνεται, να μοιάζει σαν να χάνει σιγά σιγά την επαφή με ό,τι πριν τον κρατούσε ζωντανό.
Αυτές οι εκδηλώσεις δεν σημαίνουν πάντα ότι υπάρχει μια βαριά ψυχική διαταραχή. Σημαίνουν όμως ότι κάτι ζητάει κατανόηση. Και όσο πιο νωρίς αυτό το «κάτι» αναγνωριστεί, τόσο μεγαλύτερη είναι η δυνατότητα να μη σταθεροποιηθεί ως μόνιμος τρόπος ζωής.
Μια ψυχογενής κατάσταση δεν είναι «φανταστική». Δεν είναι κάτι που το παιδί επινοεί. Είναι ένας πραγματικός τρόπος με τον οποίο ο ψυχισμός εκφράζει μια δυσκολία που δεν μπορεί ακόμη να γίνει σκέψη ή λόγος. Το σώμα, η συμπεριφορά, η αποφυγή, η σιωπή γίνονται τότε φορείς ενός μηνύματος. Το παιδί δεν «παίζει θέατρο». Προσπαθεί, με τα μέσα που διαθέτει, να αντέξει κάτι που το υπερβαίνει.
Ποια είναι η αξία της έγκαιρης θεραπευτικής παρέμβασης;
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η αξία της έγκαιρης θεραπευτικής παρέμβασης. Όταν η παρέμβαση γίνεται νωρίς, δεν αφήνει το σύμπτωμα να οργανώσει την ταυτότητα του παιδιού. Ένα παιδί που φοβάται, δεν προλαβαίνει να γίνει «το φοβικό παιδί».
Ένας έφηβος που αποφεύγει, δεν προλαβαίνει να πιστέψει ότι είναι ανίκανος. Ένα παιδί που εκφράζει την ένταση με το σώμα, δεν εγκλωβίζεται τόσο εύκολα στην ιδέα ότι το σώμα του είναι εχθρός. Η θεραπεία ανοίγει χώρο ανάμεσα στο σύμπτωμα και στον εαυτό.
Γιατί έχει σημασία να δοθεί «χώρος» στη θεραπεία;
Επειδή πρόκειται για έναν θεραπευτικό χώρο. Μέσα σε αυτόν, το παιδί μπορεί σταδιακά να καταλάβει τι του συμβαίνει. Να αναγνωρίσει το άγχος, την ντροπή, τον φόβο, τον θυμό, τη ματαίωση, την πίεση. Να συνδέσει αυτό που νιώθει με γεγονότα, σχέσεις, απαιτήσεις, αποχωρισμούς, αλλαγές, συγκρούσεις. Να δώσει νόημα εκεί όπου πριν υπήρχε μόνο ένταση.
Η θεραπεία δεν είναι απλώς μια τεχνική για να μειωθεί το σύμπτωμα. Είναι μια διαδικασία με την οποία το παιδί αποκτά ψυχικό χώρο. Μαθαίνει να μην κατακλύζεται τόσο εύκολα. Να μην απαντά σε κάθε εσωτερική δυσκολία με αποφυγή ή σωματοποίηση. Να μπορεί να σκέφτεται αυτό που πριν μόνο πάθαινε.
Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην εφηβεία, όπου ο ψυχισμός βρίσκεται ήδη σε αναδιοργάνωση. Το σώμα αλλάζει, οι σχέσεις αλλάζουν, η εικόνα του εαυτού δοκιμάζεται, η ανάγκη για αυτονομία συγκρούεται με την ανάγκη για ασφάλεια.
Σε αυτή τη φάση, μια ψυχογενής δυσκολία μπορεί να γίνει πολύ γρήγορα ένας φαύλος κύκλος: το παιδί φοβάται, αποφεύγει, ανακουφίζεται προσωρινά, αλλά την επόμενη φορά φοβάται περισσότερο. Η αποφυγή μειώνει το άγχος για λίγο, αλλά μακροπρόθεσμα το ενισχύει.
ΟΤΑΝ Η ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΓΙΝΕΤΑΙ ΝΩΡΙΣ, ΔΕΝ ΑΦΗΝΕΙ ΤΟ ΣΥΜΠΤΩΜΑ ΝΑ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙ ΤΗΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ. ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΦΟΒΑΤΑΙ, ΔΕΝ ΠΡΟΛΑΒΑΙΝΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ «ΤΟ ΦΟΒΙΚΟ ΠΑΙΔΙ».
Η πρώιμη παρέμβαση μπορεί να σπάσει τον κύκλο
Μπορεί να βοηθήσει το παιδί να επιστρέψει σταδιακά στο σχολείο, στις σχέσεις, στις δραστηριότητες, στην αίσθηση ότι μπορεί να τα καταφέρει. Μπορεί να βοηθήσει τους γονείς να σταθούν δίπλα του χωρίς πανικό, χωρίς πίεση, χωρίς ενοχή, αλλά και χωρίς να ενισχύουν άθελά τους την αποφυγή. Γιατί η θεραπεία του παιδιού δεν αφορά μόνο το παιδί. Αφορά και το περιβάλλον που χρειάζεται να μάθει πώς να το στηρίζει.
Οι γονείς συχνά αναρωτιούνται πότε πρέπει να ζητήσουν βοήθεια. Η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στην ένταση του συμπτώματος, αλλά και στη διάρκειά του, στην επίδρασή του στην καθημερινότητα και στον βαθμό στον οποίο περιορίζει τη ζωή του παιδιού. Όταν ένα παιδί αρχίζει να χάνει σχολείο, φίλους, ύπνο, χαρά, αυτοπεποίθηση ή λειτουργικότητα, δεν χρειάζεται να περιμένουμε να «φτάσει στο απροχώρητο».
Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΩΣ ΜΙΑ ΤΕΧΝΙΚΗ ΓΙΑ ΝΑ ΜΕΙΩΘΕΙ ΤΟ ΣΥΜΠΤΩΜΑ. ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΑΘΑΙΝΕΙ ΝΑ ΜΗΝ ΚΑΤΑΚΛΥΖΕΤΑΙ ΤΟΣΟ ΕΥΚΟΛΑ.
Η έγκαιρη αξιολόγηση δεν στιγματίζει, προστατεύει
Δεν σημαίνει ότι όλα είναι σοβαρά. Σημαίνει ότι δεν αφήνουμε το παιδί μόνο του μέσα σε κάτι που δεν μπορεί ακόμη να καταλάβει. Μερικές φορές λίγες συναντήσεις αρκούν για να φωτίσουν τι συμβαίνει. Άλλες φορές χρειάζεται πιο συστηματική θεραπευτική δουλειά. Σε κάθε περίπτωση, η πρώιμη παρέμβαση αυξάνει την πιθανότητα το σύμπτωμα να μην παγιωθεί, να μην επεκταθεί, να μην γίνει ο κεντρικός τρόπος με τον οποίο το παιδί σχετίζεται με τον κόσμο.
Η ψυχική υγεία στην παιδική και εφηβική ηλικία δεν είναι πολυτέλεια. Είναι μέρος της ανάπτυξης. Ένα παιδί που βοηθιέται εγκαίρως δεν μαθαίνει απλώς να «μην έχει συμπτώματα». Μαθαίνει να αναγνωρίζει τον εαυτό του, να αντέχει τα συναισθήματά του, να ζητά βοήθεια, να επιστρέφει στη ζωή μετά τη δυσκολία.
Και αυτό είναι η ουσία της θεραπευτικής αναστροφής: όχι να σβηστεί μηχανικά το σύμπτωμα, αλλά να πάψει να είναι ο μόνος δρόμος έκφρασης. Να γίνει λόγος. Να γίνει σχέση. Να γίνει δυνατότητα αλλαγής.
Η Κατερίνα Κοτσιφάκου είναι κλινική ψυχολόγος-αναλύτρια ομάδας και ψυχοθεραπεύτρια ζεύγους & οικογένειας.