iStock

ΓΙΑΤΙ ΚΑΤΑΛΗΞΑΜΕ ΝΑ ΔΟΥΛΕΥΟΥΜΕ ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ;

Δεν υποτίθεται ότι η τεχνολογία θα μείωνε τον χρόνο εργασίας μας; Γιατί συνεχίζουμε να δουλεύουμε τόσο πολύ;

Είμαστε φτιαγμένοι για να δουλεύουμε; Όχι βέβαια! Στην κλίμακα της ανθρώπινης εξέλιξης η εργασία –το να ανταμείβεσαι, δηλαδή, για τον κόπο σου– αποτελεί μια σχετικά νέα «εφεύρεση». Ως έννοια προέκυψε λόγω της γεωργίας, καθώς οι άνθρωποι έπρεπε να κοπιάζουν ατελείωτες ώρες καλλιεργώντας τη γη για να τραφούν και να ζήσουν από αυτήν. Μέχρι τότε, όπως μαθαίναμε και στο σχολείο, οι άνθρωποι ήταν κυνηγοί και συλλέκτες. Και δεν κυνηγούσαν, βέβαια, από το πρωί μέχρι το βράδυ.

Ερευνητές που έχουν βρεθεί σε απομακρυσμένα μέρη της γης και έχουν περάσει χρόνο με αυτόχθονες φυλές που συνεχίζουν να επιβιώνουν μέχρι σήμερα ως κυνηγοί-συλλέκτες, έχουν διαπιστώσει πως ο χρόνος που χρειάζονται για να κάνουν αυτό που εμείς, στη δική μας κουλτούρα ονομάζουμε «δουλειά», είναι πολύ λιγότερος.

Σύμφωνοι, πρόκειται για μια άδικη σύγκριση, οπότε ας επιστρέψουμε στη δική μας κουλτούρα και ας αναρωτηθούμε: αφού η δουλειά δεν είναι βιολογική ανάγκη, μήπως είναι ψυχοσυναισθηματική; Μήπως χρειαζόμαστε τη δουλειά για να είμαστε δραστήριοι και ευτυχισμένοι; Μήπως χωρίς αυτήν θα πλήτταμε; Θα ζούσαμε ανούσια και οκνηρά;

Ο Αμερικανός ερευνητής ψυχολογίας και ακαδημαϊκός Peter Gray σε ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο του, απαντά κατηγορηματικά «όχι»: «Πάρτε ως παράδειγμα τα παιδιά προσχολικής ηλικίας, που τίποτα δεν έχει καταπιέσει την περιέργεια, την ενέργεια και την παιχνιδιάρικη διάθεσή τους για χάρη κάποιας υποχρέωσης ή δουλειάς. Είναι οκνηρά; Ούτε καν! Συνεχώς βρίσκουν κάτι νέο να κάνουν, να σκεφτούν, να φανταστούν, να δημιουργήσουν! Μετά, όμως, αρχίζουν το σχολείο, το οποίο δίνει περισσότερη αξία στη δουλειά παρά στο παιχνίδι και έτσι προετοιμάζει κατάλληλα τους αυριανούς εργαζόμενους που καλούνται να ζήσουν σε έναν κόσμο ανταγωνιστικό και υπερ-καταναλωτικό».

Δεν δουλεύουμε, λοιπόν, ούτε επειδή το έχουμε βιολογικά ανάγκη ούτε επειδή έτσι θέλουμε. Δουλεύουμε, κατά κύριο λόγο, για να κερδίσουμε χρήματα με τα οποία να μπορούμε να ζήσουμε. Μήπως, όμως, δουλεύουμε υπερβολικά;

Γιατί δουλεύουμε τόσο πολύ;
iStock

Γιατί δουλεύουμε τόσο πολύ;

Ο οικονομολόγος John Maynard Keynes το 1930 είχε προβλέψει ότι μέχρι το τέλος του 20ού αιώνα, χάρη στην αυτοματοποίηση η μέση εργάσιμη εβδομάδα δεν θα έπρεπε να ξεπερνά τις 15 ώρες. Αυτές, είχε πει τότε, θα είναι αρκετές για να παράγεται οτιδήποτε χρειαζόμαστε για μια άνετη ζωή. Και κατά μία έννοια είχε δίκιο: Η αυτοματοποίηση και η τεχνολογία μείωσαν σημαντικά τον όγκο της ανθρώπινης εργασίας, σωματικής ή πνευματικής. Όμως δεν δουλεύουμε λιγότερο. Για τους περισσότερους από εμάς, οι εβδομαδιαίες ώρες εργασίας δεν διαφέρουν ιδιαίτερα από αυτές 100 χρόνια πριν. Γιατί;

– Δεν έχουμε προσαρμόσει ανάλογα το οικονομικό μας σύστημα

Όπως εξηγεί ο Gray, ζούμε σε έναν κόσμο που ενώ δεν χρειάζεται να δουλεύουμε τόσο, δεν έχουμε προσαρμόσει ανάλογα το οικονομικό σύστημα ώστε να μας επιτρέπεται κάτι τέτοιο. Συνεχίζουμε να έχουμε ένα σύστημα εργασίας με μισθούς ως μέσο διανομής όσων χρειάζονται οι άνθρωποι. Και συνεχίζουμε να έχουμε μισθούς καθορισμένους σε ένα επίπεδο που, για πολλούς ανθρώπους, απαιτεί πολλές ώρες εργασίας για να συντηρήσουν τον εαυτό τους και την οικογένειά τους. Οι ισχυροί που βρίσκονται στις κορυφές της οικονομικής μας ιεραρχίας (οι λεγόμενοι «δημιουργοί θέσεων εργασίας») δεν ενδιαφέρονται να αυξήσουν τους μισθούς (για οποιονδήποτε εκτός του εαυτού τους), οπότε οι περισσότεροι άνθρωποι συνεχίζουν να πρέπει να δουλεύουν τουλάχιστον 40 ώρες ανά εβδομάδα.

Ο Gray πιστεύει, ωστόσο, πως θα μπορούσαμε, αν υπήρχε η πολιτική θέληση, να μειώσουμε μέσω νομοθεσίας τις ώρες εργασίας μας, βελτιώνοντας έτσι τις συνθήκες ζωής μας και ωφελώντας το περιβάλλον. Το 15ωρο που είχε προβλέψει ο Keynes ακούγεται ιδανικό! Θα μπορούσαμε, επίσης, σταδιακά να αυξήσουμε τον κατώτατο μισθό, με τρόπους που να μην επηρεάσουν την οικονομία. Ή θα μπορούσαμε, όπως κάποιοι έχουν προτείνει, να παρέχουμε ένα παγκόσμιο ενιαίο εισόδημα, το οποίο θα προσφέρεται από τη φορολογία των πολύ πλούσιων όλου του πλανήτη στους φτωχούς. (Οι δυνάμεις, βέβαια, που αναφέραμε παραπάνω δεν θα επέτρεπαν ποτέ κάτι τέτοιο.)

«Πιστεύω, ωστόσο, ότι υπάρχουν κι άλλοι λόγοι που οι κοινωνίες δεν απαιτούν να γίνουν τέτοιες αλλαγές», συνεχίζει ο Gray και εξηγεί:

– Είμαστε προϊόντα μιας πολιτισμικά ριζωμένης εργασιακής ηθικής

Έχουμε μεγαλώσει πιστεύοντας στην ηθική αρετή της εργασίας. Οι θρησκείες μετέφεραν κατά καιρούς αυτά τα μηνύματα (οι Προτεστάντες πίστευαν πως η δουλειά ήταν θέλημα Θεού και το παιχνίδι γόνιμο έδαφος της αμαρτίας), η Βιομηχανική Επανάσταση έπαιξε ρόλο όταν η οικονομία από αγροτική έγινε κυρίως βιομηχανική, η υποχρεωτική φοίτηση στο σχολείο μείωσε την αξία του παιχνιδιού και έδωσε έμφαση στην μάθηση ως προϋπόθεση για μια αξιοπρεπή δουλειά. Και βέβαια όσοι έχουν να κερδίσουν από τη δουλειά των άλλων, έχουν φροντίσει χρόνια τώρα να διαιωνίσουν τη σχετική προπαγάνδα.

Και έχει τόσο πολύ ριζώσει μέσα μας αυτή η εργασιακή ηθική με την οποία έχουμε μεγαλώσει, ώστε ενώ παραπονιόμαστε για το πόσο πολύ ή πόσο σκληρά δουλεύουμε, εμμέσως είναι σαν να καμαρώνουμε γι’ αυτό. Μελέτη του 2016 έδειξε ότι οι άνθρωποι θεωρούν πως όσοι δουλεύουν πολλές ώρες έχουν υψηλότερο στάτους από αυτούς που έχουν περισσότερο ελεύθερο χρόνο, καθώς η εργατικότητα αποτελεί ιδιότητα που εκτιμάται πολύ από έναν εργοδότη. «Αυτό, βέβαια, ισχύει για ανθρώπους που δουλεύουν περισσότερο από επιλογή, παρά από ανάγκη», σημειώνει ο Gray. Έτσι, ως κοινωνία δεν πιέζουμε όσο θα μπορούσαμε για μείωση του χρόνου εργασίας.

– Έχουμε ξεχάσει πώς να παίζουμε

Σε μελέτη που διεξήχθη τη δεκαετία του ’80 και δημοσιεύτηκε το 1989, πολλοί εργαζόμενοι δήλωσαν ότι ήταν πιο χαρούμενοι στη δουλειά τους, παρά στον ελεύθερο χρόνο τους. Αυτό εξηγήθηκε ως εξής: Οι άνθρωποι στη δουλειά κοινωνικοποιούνται και αναλαμβάνουν εργασίες που δοκιμάζουν τις ικανότητες και τις δυνάμεις τους, συνήθως δίνοντάς τους τον έλεγχο μιας κατάστασης και παίρνοντας επιβράβευση όταν όλα πάνε καλά. Όλο αυτό θυμίζει λίγο παιχνίδι. Στο σπίτι πολλές φορές οι συνθήκες είναι εντελώς διαφορετικές: Οι άνθρωποι είναι παθητικοί, περνούν ώρες σε έναν καναπέ βλέποντας τηλεόραση.

Ο χρόνος, λοιπόν, που ως παιδιά περνούσαμε παίζοντας, στην ενήλικη ζωή γίνεται χρόνος εργασίας. Έτσι, επιστρέφουμε στο σπίτι για να χαλαρώσουμε, να ξεκουραστούμε, να γίνουμε σωματικά και πνευματικά πιο παθητικοί, ακόμα και να μην κάνουμε τίποτα. Στην πραγματικότητα, όμως, έτσι στερούμαστε τη χαρά των δραστηριοτήτων που από τη φύση μας έχουμε ανάγκη, όπως το παιχνίδι. «Περιέργως δε», παρατηρεί ο Gray χωρίς όμως να υπάρχει κάποια σχετική μελέτη που να το στηρίζει, «τα προηγούμενα χρόνια που οι άνθρωποι θεωρητικά δούλευαν πιο σκληρά, έδειχναν να έχουν περισσότερη διάθεση για παιχνίδι ή άλλες ευχάριστες κοινωνικές δραστηριότητες κατά τον ελεύθερο χρόνο τους, π.χ. πήγαιναν για πικ-νικ, για ψάρεμα, ασχολούνταν με τους κήπους τους, έπαιζαν χαρτιά και επιτραπέζια. Συμμετείχαν, δηλαδή, σε δραστηριότητες πιο ανταποδοτικές από το να περνάς ένα απόγευμα στον καναπέ».

Γιατί δουλεύουμε τόσο πολύ;
iStock

Κάτι φαίνεται να αλλάζει στον τρόπο που δουλεύουμε

Ο κόσμος αλλάζει και όπως φαίνεται τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια αναβίωση των εκκλήσεων για λιγότερη εργασία. Κανείς δεν λέει, βέβαια, ότι μπορούμε να ζήσουμε χωρίς να δουλεύουμε, αλλά πολλοί πιστεύουν ότι μπορούμε να μειώσουμε τις ώρες ή τις μέρες εργασίας μας (όπως η 4ήμερη εργασία που ήδη εφαρμόζεται σε πολλά κράτη).

Μπορούμε, επιπλέον, να αλλάξουμε τον τρόπο που δουλεύουμε. Στη μετά-Covid εποχή αποδείχθηκε ότι μπορούμε να δουλεύουμε ψηφιακά από οπουδήποτε στον κόσμο, κάνοντας ταυτόχρονα και άλλα πράγματα ή έχοντας στο πλευρό μας τους αγαπημένους μας ανθρώπους, κερδίζοντας χρόνο στις μετακινήσεις.

Πολλοί άνθρωποι στις μέρες μας επιλέγουν να δουλεύουν λιγότερες ώρες, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει να κερδίζουν λιγότερα χρήματα, προκειμένου να έχουν περισσότερο χρόνο για άλλες, πιο ουσιαστικές για τη ζωή τους δραστηριότητες.

Και βέβαια η επανάσταση της τεχνητής νοημοσύνης οδηγεί στην πρόβλεψη ότι αμέτρητες δουλειές σύντομα θα σταματήσουν να είναι απαραίτητες, αλλά και στην ανησυχία ότι δεν θα υπάρχουν στο μέλλον αρκετές δουλειές για όλους, ειδικά αν επιμένουμε να δουλεύουμε 40 ώρες την εβδομάδα.

«Θα έχει ενδιαφέρον να δούμε τι θα φέρει το μέλλον», καταλήγει ο Gray. Μέχρι τότε όμως, συμπληρώνει, ας μην ξεχνάμε ότι η φυσική προδιάθεση του ανθρώπου –όταν δεν κοιμάται και δεν πρέπει να αναζητήσει την τροφή του– είναι το παιχνίδι και γενικότερα οι δραστηριότητες που τον κάνουν να διασκεδάζει, να κοινωνικοποιείται, να νιώθει καλά. «Ας φροντίσουμε να επαναφέρουμε αυτές τις χαρές στην καθημερινότητά μας και δεν θα το μετανιώσουμε. Ίσως, μάλιστα, τότε αρχίσουμε να απολαμβάνουμε περισσότερο τον χρόνο μας εκτός δουλειάς, παρά όταν είμαστε εκεί».

SLOW MONDAY NEWSLETTER

Θέλεις να αλλάξεις τη ζωή σου; Μπες στη λογική του NOW. SLOW. FLOW.
Κάθε Δευτέρα θα βρίσκεις στο inbox σου ό,τι αξίζει να ανακαλύψεις.