ΓΙΑ ΠΟΙΟ ΛΟΓΟ ΚΛΑΙΝΕ ΑΝΤΡΕΣ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ; ΠΟΙΟ ΦΥΛΟ ΘΑ ΝΙΩΣΕΙ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΜΕΤΑ;
Οι γυναίκες κλαίνε, οι άντρες κλαίνε, αλλά όπως έδειξε νέα έρευνα, η ένταση, η διάρκεια, οι λόγοι και οι συναισθηματικές επιπτώσεις δεν είναι ίδιες για τα δύο φύλα.
Το πολύ κλάμα, το βαρύ, σαν αερόβιο, που μόλις τελειώσεις σου βγαίνει μια κούραση, μια γλυκιά νάρκη, είναι λυτρωτικό. Μα σίγουρα σ’ έκανε να νιώσεις καλύτερα; Γιατί, καλές οι συμβουλές «κλάψε να το βγάλεις από μέσα σου, να ξελαφρώσεις», αλλά τα προσδοκώμενα αποτελέσματα; Μπορούν να τα εγγυηθούν;
Πολλές ψυχολογικές έρευνες έχουν επιχειρήσει να δώσουν απαντήσεις και, απ’ ό,τι φαίνεται, τα συμπεράσματα δεν είναι καθολικά. Μια από τις πιο πρόσφατες, που δημοσιεύτηκε στο Collabra: Psychology, το περιοδικό της Εταιρείας για τη Βελτίωση της Ψυχολογικής Επιστήμης (SIPS), κατέληξε πως κάθε κλάμα έχει ποιότητες που το κάνουν διαφορετικό και, όχι, δεν είναι όλα τα δάκρυα βάλσαμο για την ψυχή.
Ο Stefan Stieger, καθηγητής και πρόεδρος του Τμήματος Ψυχολογίας στο Karl Landsteiner University, και οι συνεργάτες του παρακολούθησαν 106 ενήλικες μέσω εφαρμογής σε smartphone για τέσσερις εβδομάδες. Όπως εξήγησε, η μέθοδος θα επέτρεπε στους συμμετέχοντες να είναι πιο αυθόρμητοι και ακριβείς στις καταγραφές, χωρίς τον κίνδυνο να συγκρατήσουν τα δάκρυά τους ή να παραλείψουν επεισόδια κλάματος, συνήθη προβλήματα στα κλασικά πειράματα με τους συμμετέχοντες στο εργαστήριο.
Εν προκειμένω, έπρεπε να καταγράψουν το ερέθισμα που προκάλεσε το ξέσπασμα σε δάκρυα, το πόσο έντονα έκλαψαν, πόσα λεπτά διήρκεσε το κλάμα και τα τρέχοντα επίπεδα θετικών και αρνητικών συναισθημάτων τους. Στη συνέχεια, η εφαρμογή τους ζητούσε αυτομάτως να αναφέρουν ξανά τη συναισθηματική τους κατάσταση 15, 30 και 60 λεπτά αργότερα.
Γιατί κλαίνε γυναίκες και άντρες
Οι γυναίκες έκλαιγαν συχνότερα από τους άντρες, σχεδόν έξι επεισόδια μέσα στον μήνα έναντι λιγότερων από τρία για τους άντρες. Έκλαιγαν, επίσης, για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα και με μεγαλύτερη ένταση, όσο και για διαφορετικούς λόγους:
- Οι γυναίκες είχαν περισσότερες πιθανότητες να κλάψουν λόγω μοναξιάς ή προσωπικών συγκρούσεων με αγαπημένα πρόσωπα.
- Οι άντρες έτειναν να κλαίνε ως αντίδραση σε αισθήματα αδυναμίας ή ως απάντηση σε ερεθίσματα από τα μίντια, όπως μια συγκινητική ταινία.
Σε όλη την ομάδα, η πιο συχνή αιτία κλάματος ήταν η κατανάλωση μιντιακού περιεχομένου. Τα δάκρυα που προκλήθηκαν από συναισθηματική υπερφόρτωση ή μοναξιά ήταν τα πιο έντονα και διαρκούσαν περισσότερο, κατά μέσο όρο από 11 έως 13 λεπτά.
Κύριο εύρημα ήταν πως το κλάμα δεν σε κάνει αυτομάτως να νιώθεις καλύτερα, παρά εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από το γιατί κλαις:
- Αν τα αίτια ήταν η μοναξιά ή συναισθηματική υπερφόρτωση, τα θετικά συναισθήματα μειώνονταν ραγδαία και παρέμεναν χαμηλά για μία ολόκληρη ώρα. Τέτοια επεισόδια επιβάρυναν τη διάθεση του ατόμου για το υπόλοιπο της ημέρας.
- Το κλάμα λόγω αδυναμίας προκαλούσε επίσης πτώση, ωστόσο οι συμμετέχοντες επανέρχονταν στη συναισθηματική τους βάση μέσα σε 15 λεπτά.
- Το κλάμα σε μια ταινία προκαλούσε αρχικά πτώση τόσο στα θετικά όσο και στα αρνητικά συναισθήματα, αλλά μέχρι το τέλος της ώρας τα τελευταία είχαν μειωθεί αισθητά.
- Τα δάκρυα χαράς, όπως αυτά που προκαλεί η συγκίνηση για μια πράξη καλοσύνης, επιδρούσαν πιο αργά, έχοντας καταφέρει να μειώσουν σημαντικά τα αρνητικά συναισθήματα μέσα σε 15 λεπτά.
Το κλάμα ως μηχανισμός αυτορρύθμισης
Μια μελέτη του 2011 διαπίστωσε ότι το κλάμα βελτιώνει τη διάθεση μόνο 1 στις 3 φορές, με τις περιστάσεις να παίζουν σημαντικό ρόλο. Το να κλαις μόνος σου ή μπροστά σε άτομα μη συμπονετικά και υποστηρικτικά συνήθως κάνει τα πράγματα χειρότερα. Ένα δεύτερο στοιχείο που αναδείχθηκε ήταν ο ρόλος της προσωπικότητας, καθώς τα άτομα με τάσεις να αναμασούν σκέψεις και γεγονότα του παρελθόντος είχαν πολύ λιγότερες πιθανότητες να νιώσουν ανακούφιση.
Άλλη έρευνα με προβολή συγκινητικής ταινίας, που δημοσιεύτηκε το 2015, έριξε φως στη χρονική διάσταση του κλάματος. Συγκεκριμένα, έδειξε πως, αν και αρχικά χειροτέρευε τη διάθεση του ατόμου αυξάνοντας τα αρνητικά συναισθήματα, ακολουθούσε σταδιακή ανάκαμψη και στο τέλος βελτίωση, κάτι σαν το κλάμα να είχε λειτουργήσει καθαρτικά.
Ως προς τους φυσιολογικούς μηχανισμούς, μια τυχαιοποιημένη μελέτη του 2020 κατέγραψε τις σωματικές λειτουργίες των συμμετεχόντων ενόσω παρακολουθούσαν συγκινητικά βίντεο και βρήκε πως όσοι έκλαιγαν διατηρούσαν σταθερό ρυθμό αναπνοής, σε αντίθεση με την επιταχυνόμενη αναπνοή όσων δεν έκλαιγαν. Παράλληλα, οι παλμοί επιβραδύνονταν λίγο πριν ξεκινήσει το κλάμα και στη συνέχεια επέστρεφαν στο φυσιολογικό.
Σε παρόμοια κατεύθυνση, μια εκτενής ανασκόπηση του 2014 υποστήριξε ότι το κλάμα ενεργοποιεί τα ίδια βιολογικά συστήματα με άλλες συμπεριφορές που έχουν κατευναστική δράση. Σύμφωνα με τους ερευνητές, οι κοινωνικές και σωματικές ομοιοστατικές αντιδράσεις που επαναφέρουν το σώμα σε ισορροπία συνδέονται με την αίσθηση ανακούφισης και πιθανότατα λειτουργούν μέσω των ίδιων υποκείμενων μηχανισμών.