ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΥΠΟΨΙΑΖΕΣΑΙ ΟΤΙ ΣΟΥ ΛΕΝΕ ΨΕΜΑΤΑ
Ένας πρώην ντετέκτιβ αποκαλύπτει ότι το πρώτο λεπτό έπειτα από κάτι που ακούγεται σαν ψέμα είναι το σημαντικότερο για να ανακαλύψεις την αλήθεια. Και εξηγεί πώς να οδηγηθείς εκεί.
Μερικές φορές, όταν κάποιος μας λέει ένα ψέμα, το ένστικτό μας χτυπά καμπανάκι: Κάτι δεν ακούγεται σωστό. Την ίδια ώρα, όμως, το ένστικτο αυτό συνήθως μας οδηγεί σε εντελώς λάθος αποφάσεις: Μας λέει, ας πούμε, να το δηλώσουμε. Το μυαλό μας ουρλιάζει να πούμε στον άλλον «δεν σε πιστεύω!» ή «γιατί μου λες ψέματα;», όμως αυτές είναι μάλλον οι χειρότερες φράσεις που μπορούμε να ξεστομίσουμε εκείνη τη στιγμή. Έτσι λέει ο Joshua Mason, πρώην αστυνομικός και ερευνητής που έκανε μεταπτυχιακό στην Ψυχολογία με σκοπό να καταλάβει καλύτερα την ανθρώπινη συμπεριφορά και τη διαδικασία λήψης αποφάσεων υπό πίεση.
Όπως εξηγεί, ο λόγος που οι παραπάνω αντιδράσεις είναι λάθος είναι ότι δημιουργούν αυτόματα ένα εχθρικό περιβάλλον, αφού με τη στάση μας δείχνουμε ότι κατηγορούμε τον άλλον. Τότε εκείνος σταματά να αφηγείται τα γεγονότα και αρχίζει να υπερασπίζεται τον εαυτό του, οπότε η συζήτηση παίρνει μια εντελώς διαφορετική τροπή από αυτήν που θέλουμε να πάρει.
Ο Mason προτείνει τρία διαφορετικά βήματα που αν τα κάνουμε το πρώτο λεπτό μετά τον εντοπισμό του ψέματος, ίσως μας βοηθήσουν να οδηγηθούμε πιο αποτελεσματικά στην αλήθεια.
Όταν υποψιάζεσαι ότι σου λένε ψέματα, ονομάτισε αυτό που βλέπεις
«Είναι ίσως το τελευταίο που σκέφτεται κανείς να κάνει όταν σε μια αφήγηση υποψιάζεται ένα ψέμα: μια παρατήρηση», λέει Mason. «Τη στιγμή εκείνη, δηλαδή, αντί να κατηγορήσεις τον άλλον πες: Φαίνεται πως κάτι σε απασχολεί ή καταλαβαίνω ότι υπάρχει κάτι παραπάνω πίσω από αυτό που μου λες. Αυτή και μόνο η παρατήρηση είναι αρκετή».
Αυτό που κάνεις εκείνη τη στιγμή είναι να του δίνεις μια έξοδο διαφυγής. Δεν πρόκειται για παγίδα, παρά για μια πόρτα. Εσύ κάνεις την παρατήρηση και ο άλλος έχει μια επιλογή: να περάσει από αυτήν ή να την κλείσει. Ό,τι κι αν επιλέξει, θα σου «πει» κάτι χρήσιμο.
ΟΣΟ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΚΟΥΒΑΛΑ ΚΑΝΕΙΣ ΕΝΑ ΨΕΜΑ, ΤΟΣΟ ΠΙΟ ΒΑΡΥ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΥΤΟ.
«Τα άτομα που έχουν κάτι να κρύψουν κατά κανόνα διασχίζουν αυτήν την πόρτα, γιατί η εναλλακτική (το να αφήσουν, δηλαδή, την παρατήρηση αναπάντητη) είναι πιο άβολη από το να δώσουν εξηγήσεις. Τη μέθοδο αυτή οι έμπειροι ανακριτές την αποκαλούν labeling, δηλαδή λεκτική κατονομασία του συναισθήματος ή της κατάστασης του άλλου. Δεν είναι ερώτηση, οπότε δεν προκαλεί μια αμυντική απάντηση. Δεν είναι κατηγορία, οπότε δεν επιβεβαιώνει τον φόβο του άλλου ότι η ειλικρίνεια θα τον βάλει σε κίνδυνο. Αυτό που κάνει είναι να δίνει στον άλλον την ψευδαίσθηση του ελέγχου: Δεν νιώθει ότι ανακρίνεται. Νιώθει ότι ακούγεται. Και αυτή η διαφορά (όσο κι αν φαίνεται μικρή) είναι που θα οδηγήσει σε μια χρήσιμη συζήτηση και όχι σε μια κουβέντα η οποία θα περιστρέφεται γύρω από κατηγορίες».
Ρώτα «τι» και όχι «γιατί»
Το επόμενο που ο Mason προτείνει να κάνεις είναι να θέσεις το σωστό ερώτημα. Αντί να πεις «γιατί λες ψέματα;», είναι πιο χρήσιμο να ξεκινήσεις μια ερώτηση με «τι», για παράδειγμα «τι έγινε στη συνέχεια;» ή «τι εννοούσες όταν είπες αυτό;» ή «τι θα σε βοηθούσε αυτή τη στιγμή;».
Καμία από αυτές τις ερωτήσεις δεν είναι απειλητική, αφού ζητά από τον άλλον να απαντήσει με μια νέα πληροφορία, αντί να υπερασπιστεί την παλιά. Και το να «παράγει» κανείς νέες πληροφορίες υπό πίεση είναι ο καλύτερος τρόπος για να έρθουν στην επιφάνεια ασυνέπειες. Δεν χρειάζεται καν να τις ψάξεις εσύ – εμφανίζονται μόνες τους.
Οι ερωτήσεις που ξεκινούν με «τι» έχουν και μια επιπλέον λειτουργία: Μεταθέτουν το πρόβλημα. Όπως λέει ο Mason, «πλέον δεν είσαι εσύ που αναζητάς την αλήθεια. Έχεις κάνει τον άλλον υπεύθυνο για την παραγωγή της».
Άσε την αλήθεια να έρθει στην επιφάνεια μόνη της
Η τελευταία συμβουλή που δίνει ο Mason είναι, στην πραγματικότητα, να μην κάνεις… τίποτα. Όπως εξηγεί: «Η απόκρυψη ενός ψέματος είναι μια κουραστική διαδικασία. Το να συνεχίζεις μια αφήγηση με ψέματα, ενώ παράλληλα προσπαθείς να διαβάζεις και τις αντιδράσεις του άλλου, δεν είναι βιώσιμο. Και όσο περισσότερο κουβαλά κανείς ένα ψέμα, τόσο πιο βαρύ γίνεται αυτό. Άρα για να ξεσκεπάσεις το ψέμα πρέπει να αφήσεις τον άλλον να το κουβαλήσει».
Δεν χρειάζεται, λοιπόν, ούτε να τον καθησυχάσεις, ούτε να προσπαθήσεις να συνοψίσεις τα λεγόμενά του, ούτε βέβαια να προχωρήσεις στο επόμενο θέμα. Απλά περίμενε. Όχι μια ομολογία, αλλά μια λεπτομέρεια που θα προκύψει και θα έρχεται σε αντίθεση με μια προηγούμενη. Ή μια ξαφνική προθυμία να μιλήσει ο άλλος για κάτι που νωρίτερα απέφευγε – αυτή μπορεί να είναι η αλήθεια. Η οποία ξαφνικά έγινε πιο άνετη από το ψέμα, που πλέον δεν σηκώνεται.
Και δεν χρειάστηκε καν να την εκβιάσεις για να έρθει: απλά δημιούργησες τις κατάλληλες συνθήκες για να βγει στην επιφάνεια.
Φυσικά, κανείς δεν σου εγγυάται ότι το άτομο που έχεις απέναντί σου δεν θα μείνει ακλόνητο στο ψέμα του. Και το να χειριστείς σωστά τα 60 δευτερόλεπτα μετά το ψέμα δεν σημαίνει πάντα ότι θα φτάσεις αμέσως στην αλήθεια. Αυτό που έχεις, όμως, καταφέρει σίγουρα είναι να κάνεις το ψέμα αυτό πολύ βαρύ. Δυσβάσταχτο. Και την επιλογή να το κουβαλά κανείς αφάνταστα δύσκολη.