ΕΙΝΑΙ Η ΕΥΤΥΧΙΑ ΜΑΣ ΓΕΝΕΤΙΚΑ ΠΡΟΚΑΘΟΡΙΣΜΕΝΗ;
Υπάρχουν άνθρωποι που γεννιούνται ευτυχισμένοι, ή απλώς υιοθετούν μια κατά κανόνα θετική διάθεση χάρη στα ανέμελα παιδικά χρόνια και το περιβάλλον τους; Τι λένε οι έρευνες;
Έμαθα πρόσφατα έναν επιστημονικό όρο που, ομολογώ, δεν είχα ξανακούσει και θέλω να μοιραστώ: Happiness set point. Πρόκειται για το βασικό επίπεδο υποκειμενικής ευημερίας στο οποίο, σύμφωνα με μια θεωρία της Ψυχολογίας, τείνουμε να επιστρέφουμε έπειτα από περιόδους συναισθηματικού σκαμπανεβάσματος (έντονης χαράς ή βαθιάς θλίψης). Το «σημείο αναφοράς της ευτυχίας», δηλαδή, σε ελεύθερη μετάφραση.
Το ακόμα πιο ενδιαφέρον σχετικά με αυτόν τον όρο είναι πως θα μπορούσε να παρομοιαστεί με μία στρογγυλή πίτσα, κάθε κομμάτι της οποίας έχει να κάνει με όσα συμβάλλουν στη βασική ευτυχία μας: με τις συνήθειές μας, τις σχέσεις μας, τον τρόπο που διαχειριζόμαστε το στρες, τις καθημερινές μας επιλογές – ενώ ένα από τα κομμάτια είναι και η γενετική. Σε αντίθεση με όλα τα προηγούμενα, που είναι λίγο-πολύ στο χέρι σου να επηρεάσεις, αυτό το τελευταίο δεν αλλάζει. Είναι, όμως, τόσο καθοριστικό; Μπορεί να μας επηρεάζει τόσο, ώστε να επικρατεί των άλλων παραγόντων;
Πόσο μεγάλο ρόλο παίζει η γενετική στο βασικό επίπεδο ευτυχίας μας;
Τι συμβαίνει με όλους αυτούς τους ανθρώπους που κατά καιρούς γνωρίζουμε, οι οποίοι τόσο στις καλές όσο και στις κακές μέρες τους έχουν πάντα ριζωμένο στο πρόσωπο ένα χαμόγελο; Άνθρωποι με θετική διάθεση, από τη φύση τους. Μπορεί να γεννιούνται έτσι; Η απάντηση είναι: εν μέρει, ναι.
Τα γονίδιά μας μπορούν να επηρεάζουν σε έναν βαθμό την ευτυχία μας. Για την ακρίβεια, η έρευνα λέει πως η ευεξία και η ικανοποίησή μας από τη ζωή (έννοιες στενά συνδεδεμένες με την ευτυχία) είναι κατά 30-40% κληρονομικές. Το υπόλοιπο –και βέβαια μεγαλύτερο– ποσοστό έχει να κάνει με τον τρόπο ζωής μας και το περιβάλλον.
Δεν είναι παράλογο, λένε οι επιστήμονες, αφού οι γενετικοί παράγοντες παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στα περισσότερα ανθρώπινα χαρακτηριστικά μας. Αξίζει, μάλιστα, η επίδραση της γενετικής στην ευτυχία να συγκριθεί με την κληρονομικότητα του δείκτη νοημοσύνης μας (IQ), που μπορεί να φτάνει και το 80%.
Για να καταλήξουν σε αυτό το συμπέρασμα περί κληρονομικότητας της ευτυχίας, οι ειδικοί πραγματοποίησαν μια σειρά από μετα-αναλύσεις, οι οποίες συνέκριναν μελέτες από διάφορες χώρες και περιέλαβαν περισσότερα από 30.000 ζεύγη διδύμων και τις ψυχολογικές τους διαφορές.
Μελέτη του 2018 σε διδύμους στη Νορβηγία, για παράδειγμα, έδειξε ότι το 30% της διακύμανσης (των διαφορών μεταξύ των ατόμων) στην ευτυχία οφειλόταν σε γενετικούς παράγοντες. Υπήρχαν, μάλιστα, συγκεκριμένες πτυχές της προσωπικότητας οι οποίες, όταν κληρονομούνταν από τους γονείς, επηρέαζαν αυτό το ποσοστό, όπως:
- Νευρωτισμός (που καθιστά τα άτομα πιο ευάλωτα στο άγχος και την κατάθλιψη).
- Εξωστρέφεια (που ενθαρρύνει τη δραστηριότητα και την πιο κοινωνική συμπεριφορά).
- Τάση προς θετικά συναισθήματα.
Οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι «η ευτυχισμένη ή ικανοποιημένη προσωπικότητα φαίνεται να παρουσιάζει χαμηλά επίπεδα άγχους και κατάθλιψης, καθώς και υψηλά επίπεδα θετικών συναισθημάτων και δραστηριότητας».
Άλλες έρευνες εστίασαν σε συγκεκριμένα γονίδια, όπως το 5-HTTLPR, το οποίο θεωρείται σημαντικό για τον έλεγχο της σεροτονίνης – μιας ουσίας που επηρεάζει τη διάθεση. Σε μία μελέτη διαπιστώθηκε ότι εθελοντές που έφεραν μια συγκεκριμένη παραλλαγή του γονιδίου –η οποία εκτιμάται ότι διευκολύνει τη μεταφορά του εν λόγω νευροδιαβιβαστή– έτειναν να αποφεύγουν τις αρνητικές εικόνες, προτιμώντας αντ' αυτών πιο ευχάριστες, όπως φωτογραφίες με κουτάβια.
Φυσικά, τόνισαν οι ίδιοι, στη μελέτη αυτή ελέγχθηκε μόνο ένας παράγοντας που συμβάλλει σε μια αισιόδοξη ιδιοσυγκρασία. Στην πραγματικότητα, είναι πιθανό να εμπλέκονται και πολλά άλλα γονίδια (καθώς και οι προδιαθέσεις που δημιουργούν).
Η ΕΥΕΞΙΑ ΜΑΣ ΚΑΙ Η ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΜΑΣ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ, ΕΝΝΟΙΕΣ ΣΤΕΝΑ ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΤΥΧΙΑ, ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑ 30-40% ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΕΣ.
Για παράδειγμα, μελέτη του 2019 που εξέτασε την ενσωμάτωση τριών διακριτών συστημάτων μάθησης και μνήμης (συμπεριλαμβανομένων της εξαρτημένης μάθησης, του αυτοελέγχου και της αυτοεπίγνωσης) εντόπισε 972 γονίδια που ενδέχεται να συμβάλλουν στο να είμαστε ευτυχισμένοι. Φαίνεται, λοιπόν, να υπάρχει ένα ψυχοβιολογικό μοντέλο ευημερίας, το οποίο ενσωματώνει τις σωματικές, νοητικές και πνευματικές πτυχές του ατόμου.
Τέλος, μελέτη του 2022 που συνέκρινε τα γονιδιώματα διαφόρων ατόμων (όχι διδύμων), εντόπισε μια γενετική βάση για τα «γενικά επίπεδα ευτυχίας» (σε αντίθεση με τις στιγμιαίες μεταβολές που οφείλονται σε προσωρινές συνθήκες). Η βάση αυτή επηρεάζει, επίσης, δομές του εγκεφάλου που παραμένουν σταθερές καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής μας.
Πιθανότατα γι’ αυτό, λέει ο Robert Waldinger, καθηγητής Ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ, «γνωρίζουμε ανθρώπους που είναι, ως επί το πλείστον, κατηφείς, αλλά και ανθρώπους που είναι χαρούμενοι και –σχεδόν ανεξάρτητα από τις συνθήκες– γεμάτοι ζωντάνια. Πιστεύουμε, λοιπόν, ότι αυτό έχει μια βιολογική βάση και είναι, κατά πάσα πιθανότητα, γενετικά καθορισμένο».
Συνεπώς, πράγματι η ευτυχία είναι σε ένα σημαντικό ποσοστό γενετικά προκαθορισμένη, όμως απομένει ένα ακόμα μεγαλύτερο ποσοστό, που αφορά τη σωματική μας ευεξία, την ποιότητα των κοινωνικών μας σχέσεων, την εργασία και το εισόδημά μας, αλλά και το γενικότερο περιβάλλον στο οποίο ζούμε, που συμβάλλει τελικά τόσο στην ηδονική (την προσωρινή και μεταβαλλόμενη) όσο και στην ευδαιμονική ευτυχία μας (τη βίωση μιας ζωής με νόημα και πληρότητα). Είμαι σίγουρη ότι θες να μάθεις περισσότερα, οπότε συνέχισε να διαβάζεις στο related άρθρο παρακάτω.