ΠΩΣ ΕΠΗΡΕΑΖΟΥΝ ΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ ΓΟΝΙΔΙΑ ΤΩΝ ΓΟΝΙΩΝ ΠΟΥ ΔΕΝ ΚΛΗΡΟΝΟΜΗΣΑΜΕ
«Αόρατη κληρονομιά» φαίνεται πως αποτελούν τα γονίδια που δεν πήραμε από τους γονείς μας, σύμφωνα με νέα μελέτη. Ακόμη κι αν δεν πέρασαν στο δικό μας DNA, αφήνουν το αποτύπωμά τους στην ανάπτυξή μας. Δες πώς.
Από ποιον πήρε το παιδί και βγήκε όμορφο, έξυπνο ή καλό; Σε ποιανού τα γονίδια χρωστάει την έφεση στις τέχνες ή στον αθλητισμό; Όλοι μας, κάποια στιγμή, θέσαμε ή συναντήσαμε τέτοια ερωτήματα, στα σοβαρά ή στ’ αστεία, ίσως και να τα απαντήσαμε με μεγάλη βεβαιότητα και αυτοπεποίθηση, έχοντας διαβάσει στο OW ποια χαρακτηριστικά κληρονομείς απ’ τη μαμά και ποια απ’ τον μπαμπά.
Οι πιο ψαγμένοι πετάξαμε και μια «επιγενετική», αναφερόμενοι στο πώς το περιβάλλον μπορεί να επηρεάσει την έκφραση των γονιδίων. Κι αφού φτάσαμε ως εδώ, ας μιλήσουμε για τη «γενετική ανατροφή» και πώς τα γονίδια των γονιών μάς επηρεάζουν, ακόμη κι αν δεν τα κληρονομήσαμε.
Η «γενετική ανατροφή» και το αόρατο αποτύπωμα των γονιών
Σύμφωνα με διεθνή μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Cell Genomics, το περιβάλλον που διαμορφώνουν οι γονείς μέσω του δικού τους γενετικού προφίλ, από την ανατροφή που δίνουν έως τις καθημερινές συνήθειες και τις ευκαιρίες που παρέχουν, μπορεί να επηρεάζει χαρακτηριστικά όπως το ύψος, το σωματικό βάρος και οι σχολικές επιδόσεις του παιδιού εξίσου ή περίπου το ίδιο με τα γονίδια που του κληροδότησαν.
Το φαινόμενο της γενετικής ανατροφής (genetic nurture), όπως αποκαλείται, εξηγεί, για παράδειγμα, γιατί ένας γονιός με γενετική προδιάθεση για υψηλό μορφωτικό επίπεδο μπορεί να δημιουργήσει ένα σπίτι πλούσιο σε βιβλία και ερεθίσματα και να βοηθήσει το παιδί στην εκπαιδευτική του πορεία, ακόμη κι αν δεν κληρονόμησε τα σχετικά γονίδια.
Ποιος γονιός επηρεάζει περισσότερο
Η επιστημονική ομάδα από το Ινστιτούτο Επιστήμης και Τεχνολογίας της Αυστρίας (ISTA) και το Νορβηγικό Ινστιτούτο Δημόσιας Υγείας, με επικεφαλής τον καθηγητή Matthew Robinson, ανέπτυξε μια νέα στατιστική μέθοδο που διαχωρίζει ταυτόχρονα τις τρεις πηγές γενετικής επίδρασης, κάτι που παλαιότερες μέθοδοι αδυνατούσαν να κάνουν αξιόπιστα, οδηγώντας σε λανθασμένα αποτελέσματα. Στη συνέχεια ανέλυσε γενετικά και φαινοτυπικά δεδομένα περισσότερων από 30.000 παραδοσιακών οικογενειών (μητέρα, πατέρας, παιδί), μέσα από τη νορβηγική μελέτη Μητέρας-Πατέρα-Παιδιού και την Εσθονική Βιοτράπεζα.
Στο μικροσκόπιο μπήκαν το ύψος, ο δείκτης μάζας σώματος (ΔΜΣ) και οι επιδόσεις των παιδιών σε εθνικά σχολικά τεστ που πραγματοποιήθηκαν στην ηλικία των 10 ετών περίπου. Στόχος τους ήταν να υπολογίσουν:
- τι ποσοστό από τις διακυμάνσεις μεταξύ των παιδιών εξηγείται από το DNA τους,
- το μέγεθος επιρροής του περιβάλλοντος που είχαν διαμορφώσει οι γονείς,
- αν έχει σημασία ποια γονίδια προέρχονται από τη μητέρα ή τον πατέρα.
Το τελευταίο ζήτημα σχετίζεται με το «φαινόμενο της γονεϊκής προέλευσης» (parent-of-origin effect). Σύμφωνα με αυτό, κάποια γονίδια λειτουργούν διαφορετικά ανάλογα με το αν κληρονομήθηκαν από τη μητέρα ή τον πατέρα καθώς, σε κάποιες περιπτώσεις, είναι βιολογικά ενεργό (εκφράζεται) μόνο το αντίγραφο που προέρχεται από τον έναν γονέα. Έτσι, θα μπορούσε να εξηγεί γιατί ορισμένες γενετικές διαταραχές εμφανίζονται με διαφορετικό τρόπο ανάλογα με τον γονέα που μεταβίβασε το γονίδιο, αλλά και γιατί πανομοιότυπες γενετικές αλληλουχίες ενδέχεται να οδηγούν σε διαφορετικά σωματικά ή μεταβολικά χαρακτηριστικά.
Από τη μελέτη δεν προέκυψε κάποιο σταθερό μοτίβο, αλλά ένα συνδυασμός από μητρικές, πατρικές και πιο σύνθετες μορφές γονιδιακής έκφρασης που διαφέρουν από γονίδιο σε γονίδιο.
Νέες ευκαιρίες για τη μελέτη ασθενειών και θεραπειών
Το DNA του ίδιου του παιδιού αποδείχτηκε σταθερά ο ισχυρότερος μεμονωμένος παράγοντας για τα χαρακτηριστικά που εξετάστηκαν. Ωστόσο, οι έμμεσες επιδράσεις των γονιών, μαζί με τις επιδράσεις που σχετίζονται με την προέλευση των γονιδίων, διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο. Μάλιστα, φάνηκε ότι μητέρα και πατέρας συμβάλλουν σχεδόν ισοδύναμα στις εν λόγω έμμεσες επιδράσεις, εύρημα που αμφισβητεί την ευρέως διαδεδομένη αντίληψη περί επικρατούσας μητρικής επιρροής.
Παράλληλα, διαπιστώθηκε ότι 276 ανεξάρτητες περιοχές DNA μπορούν να επηρεάζουν ένα παιδί μέσω δύο διαδρομών:
- Άμεσα, μέσω των γονιδίων που κληρονόμησε.
- Έμμεσα, μέσω του περιβάλλοντος που διαμορφώνουν οι γονείς, το οποίο συνδέεται με τα δικά τους γενετικά χαρακτηριστικά.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, οι ανακαλύψεις θα μπορούσαν να συμβάλουν στην καλύτερη κατανόηση διαφόρων παθήσεων, από ψυχιατρικκές διαταραχές έως μεταβολικά νοσήματα, και να υποστηρίξουν πιο στοχευμένες προσεγγίσεις στην εξατομικευμένη ιατρική. Βέβαια, θα πρέπει να ακολουθήσουν έρευνες σε ποικίλο γεωγραφικά και δημογραφικά πληθυσμιακό δείγμα, παρότι οι 30.000 οικογένειες αποτέλεσαν το μεγαλύτερο σε μελέτη του είδους.