ΟΣΚΑΡ 2026: ΦΑΒΟΡΙ, ΑΠΟΔΟΣΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΒΑΘΟΣ… ΤΡΑΜΠ!
Τη Δευτέρα 16 Μαρτίου, λίγο μετά από τα μεσάνυχτα, ξεκινά η μετάδοση της 98ης απονομής των βραβείων Όσκαρ στην COSMOTE TV, σε μια φορτισμένη τελετή που θα γίνει σε μια βαθιά διχασμένη χώρα. Είναι τελικά τα Όσκαρ μια γιορτή του σινεμά ή μια πολιτική διαμαρτυρία για όλα όσα γίνονται στις ΗΠΑ, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο; Η απάντηση μάλλον βρίσκεται στη μέση.
Από τη μία πλευρά, τα Όσκαρ λειτουργούν σαν μια καλλιτεχνική επετηρίδα, όπου το ταλέντο και τα κινηματογραφικά κατορθώματα ενός επαγγελματία του σινεμά αναγνωρίζεται από τους συναδέλφους του. Ας μην ξεχνάμε ότι τα Όσκαρ δεν είναι τίποτα άλλο παρά οι διακρίσεις που δίνονται μετά από ψηφοφορία των μελών της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογραφικών Τεχνών και Επιστημών, δηλαδή των ανθρώπων που δουλεύουν στον κινηματογράφο των ΗΠΑ.
Συνεπώς, η φετινή απονομή των βραβείων φαίνεται ότι σίγουρα θα αποκαταστήσει μια ιστορική αδικία. Πιο συγκεκριμένα, ότι ο Πολ Τόμας Άντερσον, παρά τις 14 υποψηφιότητές του για Όσκαρ, δεν έχει κερδίσει ποτέ ένα αγαλματίδιο. Ο σπουδαίος Αμερικανός σκηνοθέτης, σεναριογράφος και παραγωγός είχε τη μεγάλη ατυχία, το 2007, στην καλύτερη στιγμή της εξαιρετικής καριέρας του με το «Θα Χυθεί Αίμα», να συναντήσει απέναντι του τη δημιουργική κορύφωση των αδελφών Κοέν με το αριστουργηματικό «Καμιά Πατρίδα για τους Μελλοθάνατους», σε μια από τις μεγαλύτερες οσκαρικές κόντρες όλων των εποχών.
Οι επόμενες ταινίες του, δηλαδή το «The Master» (2012) ήταν μια (πολύ) περίεργη κινηματογραφική εξτραβαγκάντζα, η «Αόρατη Κλωστή» (2017) παραήταν καλλιτεχνική για τα γούστα των Αμερικανών, ενώ το «Πίτσα Γλυκόριζα» (2021) δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τη νοσταλγική του γλυκύτητα και να μετασχηματιστεί σε «μεγάλη ταινία». Τώρα, με τη μαύρη κωμωδία «Μια Μάχη μετά την Άλλη» καταφέρνει από τη μία να μην βρει κάποιον αξιόλογο ανταγωνιστή απέναντί του και από την άλλη να πιάσει τον παλμό της αμερικανική προοδευτικής κοινωνίας σχολιάζοντας βιτριολικά τους ανθρώπους που ελέγχουν τα κέντρα εξουσίας στις ΗΠΑ.
Έτσι, ο Πολ Τόμας Άντερσον έχει σίγουρο το Όσκαρ σκηνοθεσίας, ενώ ταυτόχρονα το «Μια Μάχη μετά την Άλλη» φιγουράρει ως απόλυτο φαβορί στην κατηγορία Καλύτερης Ταινίας. Για να πάρει το κορυφαίο βραβείο, όμως, η μαύρη κωμωδία θα πρέπει να μαζέψει κάποια ακόμη αγαλματίδια στην πορεία της βραδιάς. Έτσι, τα Όσκαρ Διασκευασμένου Σεναρίου, το Φωτογραφίας, Μοντάζ και πιθανότατα αυτά του Β’ Ανδρικού Ρόλου (Σον Πεν) και Β’ Γυναικείου Ρόλου (Τιάνα Τέιλορ) θα καταλήξουν στο φιλμ του Πολ Τόμας Άντερσον.
Η πολιτική ένταση στις ΗΠΑ και οι οσκαρικές της συνέπειες
Η κατάσταση στο εσωτερικό της Αμερικής μυρίζει μπαρούτι. Οι τελευταίες επιδρομές σε μεγάλες αμερικανικές πόλεις της επίλεκτης ομάδας ICE που σύστησε ο Ντόναλντ Τραμπ για να αντιμετωπίσει τους «παράνομους μετανάστες», δημιούργησαν τεράστιο διχασμό στην Αμερική. Και σίγουρα, οι άνθρωποι του αμερικανικού κινηματογράφου, οι οποίοι παραδοσιακά ανήκουν στο προοδευτικό τόξο, δεν είναι θιασώτες του τραμπισμού.
Είναι σαφές ότι η κινηματογραφική κοινότητα των ΗΠΑ θέλει να περάσει ένα πολιτικό μήνυμα μέσα από την τελετή που θα την παρακολουθήσουν εκατομμύρια τηλεθεατές από ολόκληρο τον κόσμο. Ο μόνος εμφανής τρόπος για να γίνει αυτό είναι να δοθούν κάποια βραβεία στο αντιρατσιστικό horror φιλμ «Αμαρτωλοί» – και αυτό είναι που ίσως σταματήσει τελικά την πορεία του Τιμοτέ Σαλαμέ στην οσκαρική πηγή.
Ο Γαλλοαμερικανός ηθοποιός αποτελούσε το απόλυτο φαβορί μέχρι πριν από μερικές εβδομάδες για να κατακτήσει το πρώτο Όσκαρ της καριέρας του για την ερμηνεία του στο «Marty Supreme». Όμως, οι μετοχές του (διπλού) Αφροαμερικανού πρωταγωνιστή των «Αμαρτωλών», Μάικλ Μπακάρι Τζόρνταν, έχουν ανέβει τον τελευταίο καιρό. Πρώτον, λόγω του κατορθώματος να ενσαρκώσει και τους δύο δίδυμους πρωταγωνιστές. Κατά δεύτερον, γιατί οι «Αμαρτωλοί», που έσπασαν κάθε ρεκόρ με 16 συνολικά υποψηφιότητες, θα πρέπει να πάρουν και κάποια βραβεία στην απονομή – πέρα από το απίστευτο μπλουζ σάουντρακ που πρέπει οπωσδήποτε να ακούσετε. Τρίτον, γιατί με κάποιο τρόπο θα υπάρξει μια ξεκάθαρη αντιτραμπική δήλωση στη βραδιά που να πηγαίνει κόντρα στη λευκή κυριαρχία της τραμπικής ρητορικής και πραγματικότητας.
Τζέσι Μπακλεϊ: Η πρώτη ιρλανδέζα που κερδίζει Όσκαρ Α' Γυναικείου Ρόλου
Πλέον, οι στοιχηματικές εταιρίες δίνουν τη πιθανότητα η Τζέσι Μπάκλεϊ να απευθύνει τον παρθενικό της οσκαρικό λόγο στην τελετή της 16ης Μαρτίου με την ιστορική χαμηλή απόδοση του 1.03.
Έτσι, μετράμε ανάποδα μέχρι η γλυκύτατη Τζέσι να γίνει η πρώτη Ιρλανδέζα που κερδίζει το βραβείο Α’ Γυναικείου Ρόλου για τη μοναδική ερμηνεία της στο «Άμνετ»!
Όσο για την πάντοτε απρόβλεπτη κατηγορία της Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας, θα είναι μεγάλη αδικία εάν η εξαιρετική «Συναισθηματική Αξία», η καλύτερη ταινία της προηγούμενης χρονιάς, δεν καταφέρει να πάρει έστω αυτό το βραβείο, παρά τις 9 οσκαρικές υποψηφιότητες.
Πάντως, αν θα θέλαμε να βγάλουμε ένα συμπέρασμα από τη φετινή κινηματογραφική παραγωγή είναι ότι το σινεμά, συνολικά ως μέσο, αδυνατεί να βάλει φρένο στην πτωτική πορεία του. Όταν γυρίζεις φευγαλέα το βλέμμα σου στο οσκαρικό παρελθόν, διαβάζοντας τους τίτλους και μόνο των ταινιών που θριάμβευσαν για παράδειγμα τη δεκαετία του ’70, όπως ο «Νονός 1 & 2», «το Κεντρί», «Ο Νευρικός Εραστής», «Ο Ελαφοκυνηγός», η «Φωλιά του Κούκου», ακόμη και ο εμπορικός «Ρόκυ», σε πιάνει μια μικρή έως μεγάλη απογοήτευση για το επίπεδο των ταινιών που παράγονται στο εδώ και το τώρα.
Η άλλοτε δραστήρια και πρωτοπόρα αμερικανική κινηματογραφική παραγωγή, μοιάζει να μην έχει κάτι καινούργιο και ρηξικέλευθο να προτείνει. Το σινεμά βρίσκεται σε ένα διαρκές μεταβατικό στάδιο, σε ένα ατελείωτο ψάξιμο της ταυτότητάς του στην streaming περίοδο που διανύουμε, παραμένοντας σε δημιουργικά ρηχά νερά. Μακάρι, κάποια στιγμή να καταφέρει το κινηματογραφικό μέσο να βγει από το φαύλο κύκλο της εσωστρέφειας και της ανασφάλειας, κάνοντας νέα, θαρραλέα βήματα προς το μέλλον.