ΤΙ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ ΤΟ «ΜΕΓΑΛΟ ΦΑΓΟΠΟΤΙ» ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ ΣΗΜΕΡΑ;
Ο 30χρονος Κωνσταντίνος Βασιλακόπουλος σκηνοθετεί το «Μεγάλο Φαγοπότι», μεταφέροντας στη σύγχρονη θεατρική σκηνή έναν προβληματισμό που παραμένει επίμονα επίκαιρος.
Σε μια χώρα όπου η φράση «μαζί τα φάγαμε» έχει γράψει ιστορία, ενώ η επικαιρότητα κατακλύζεται με ειδήσεις για οικονομικά σκάνδαλα, δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσεις πολύ για το αν είναι επίκαιρη μια θεατρική παράσταση με τίτλο «Το Μεγάλο Φαγοπότι». Παρ’ όλ’ αυτά, το πρώτο πράγμα που ήθελα να ρωτήσω τον Κωνσταντίνο Βασιλακόπουλο, ο οποίος τη σκηνοθετεί, ήταν γιατί επέλεξε να την ανεβάσει ειδικά τώρα.
Πρόκειται για μια ελεύθερη, σύγχρονη θεατρική διασκευή της ομότιτλης ταινίας του Μάρκο Φερέρι, που κυκλοφόρησε το 1973 (Γαλλικός τίτλος: La Grande Bouffe) και θεωρείται από τις πιο τολμηρές και αμφιλεγόμενες του ευρωπαϊκού κινηματογράφου.
Στο επίκεντρο του έργου βρίσκονται τέσσερις φίλοι που αποσύρονται σε μια βίλα με έναν και μόνο σκοπό: να φάνε μέχρι τελικής πτώσεως.
«Σε μια εποχή όπου η υπερπροσφορά μάς αφήνει πιο άδειους από ποτέ, Το Μεγάλο Φαγοπότι λειτουργεί σαν καθρέφτης. Μας ρωτά τι καταναλώνουμε – και τι μας καταναλώνει», σημειώνει ο Κωνσταντίνος Βασιλακόπουλος, που γεννήθηκε περισσότερα από είκοσι χρόνια μετά την κυκλοφορία της ταινίας.
«Αυτό που κάνουμε εμείς δεν είναι αναπαραγωγή, αλλά μια παράσταση εμπνευσμένη από το σενάριό της», μου εξηγεί στη συνέντευξη που ακολουθεί, στην οποία η πιο μεγάλη έκπληξη για μένα ήταν ότι θα μπορούσε να ακολουθεί ένα τελείως διαφορετικό επαγγελματικό μονοπάτι, αντί να προσπαθεί να κάνει θέατρο με τους δικούς του όρους.
Τι ήταν αυτό που σε έκανε να καταπιαστείς τώρα με την ταινία «La Grande Bouffe»; Τι σου «μίλησε» πιο έντονα σε αυτή τη συγκυρία;
Το «La Grande Bouffe» είναι μια αλληγορία του δυτικού κόσμου σε κρίση – ενός κόσμου που καταναλώνει ασταμάτητα, σχεδόν αυτάρεσκα, την ίδια στιγμή που γύρω του καταρρέουν βασικές αξίες και πραγματικότητες.
Όταν ξέσπασε ο πόλεμος στην Παλαιστίνη, δούλευα σε ένα private event γενεθλίων. Η κοπέλα που γιόρταζε είχε προφανώς δουλέψει σκληρά και ήθελε να μοιραστεί αυτή τη στιγμή χαράς με τους φίλους της – και αυτό είναι απόλυτα ανθρώπινο και κατανοητό.
Παρ’ όλα αυτά, εγώ, ως παρατηρητής μέσα σε εκείνο το περιβάλλον, ένιωθα μια έντονη αντίφαση. Από τη μία πλευρά υπήρχε αυτή η υπερβολή, η κατανάλωση, η γιορτή. Από την άλλη, η γνώση ότι την ίδια στιγμή, κάπου αλλού, εξελίσσεται μια τραγωδία. Αυτή η συνύπαρξη με έκανε να συνειδητοποιήσω πόσο συχνά ζούμε μέσα σε μια «φούσκα», αποκομμένοι από το ευρύτερο πλαίσιο. Όχι απαραίτητα από αδιαφορία, αλλά επειδή το σύστημα μέσα στο οποίο κινούμαστε μάς το επιτρέπει – ίσως και το ενθαρρύνει.
Και εκεί ένιωσα ότι το «La Grande Bouffe» μου «μίλησε» πιο έντονα από ποτέ. Γιατί δεν αφορά μόνο την υπερκατανάλωση ως πράξη, αλλά και ως στάση ζωής: μια διαρκή προσπάθεια να γεμίσουμε ένα κενό, αγνοώντας τι συμβαίνει έξω από αυτό.
Τι κράτησες και τι άφησες από το σύμπαν της ταινίας;
Από το σύμπαν της ταινίας κράτησα κυρίως τη βασική της δομή και τον πυρήνα της ιδέας: τέσσερις αστοί άντρες που αποσύρονται σε μια βίλα με σκοπό να φτάσουν την κατανάλωση στα άκρα, μέχρι την αυτοκαταστροφή. Οι χαρακτήρες –ένας σεφ, ένας πιλότος, ένας τηλεοπτικός παραγωγός και ένας δικαστής– δεν είναι τυχαίοι: εκπροσωπούν διαφορετικές όψεις ενός καπιταλιστικού συστήματος και μιας τάξης που έχει πρόσβαση στην υπερβολή.
Κράτησα, επίσης, τη γυναικεία παρουσία, αλλά την επαναπροσδιόρισα. Στην ταινία υπάρχουν πολλές γυναίκες, κυρίως ως αντικείμενα επιθυμίας. Στη δική μας θεατρική εκδοχή, όλες οι γυναικείες μορφές συμπυκνώνονται σε δύο πρόσωπα. Μια δασκάλα, που αποκτά μια πιο μεταφυσική διάσταση, και μια πόρνη, που λειτουργεί συμβολικά ως «η γυναίκα». Οι δύο εκδοχές της επί σκηνής λειτουργούν σαν alter ego.
«ΔΕΝ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΜΕ ΝΑ “ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΟΥΜΕ” ΤΟ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΡΓΟ, ΑΛΛΑ ΝΑ ΣΥΝΟΜΙΛΗΣΟΥΜΕ ΜΑΖΙ ΤΟΥ ΣΤΟ ΤΩΡΑ ΑΠΟ ΜΙΑ ΕΝΤΕΛΩΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΟΠΤΙΚΗ».
Αυτό που άφησα, ή μάλλον επέλεξα να μετασχηματίσω είναι η κυριολεκτική χρήση της υπερβολής, ειδικά σε σχέση με το φαγητό και το σεξ. Στην ταινία, αυτά τα στοιχεία παρουσιάζονται με έναν έντονα γκροτέσκο τρόπο, που συνδέεται και με την αισθητική της δεκαετίας του ’70. Στη δική μας προσέγγιση, δεν μας ενδιέφερε να αναπαράγουμε αυτή την κυριολεξία, αλλά να βρούμε άλλους τρόπους να μιλήσουμε για την υπερκατανάλωση και την επιθυμία.
Χωρίς να κάνω spoiler, μπορώ να πω ότι το φαγητό και το σεξ παραμένουν παρόντα ως έννοιες, αλλά όχι με τον τρόπο που εμφανίζονται στην ταινία.
Σε φοβίζει καθόλου η σύγκριση με το κινηματογραφικό έργο;
Όχι. Τι να συγκρίνεις ακριβώς; Αν κάποιος έρθει στο θέατρο με την προσδοκία να δει επί σκηνής την ταινία, μάλλον θα απογοητευτεί – και ίσως θα ήταν προτιμότερο να ξαναδεί την ίδια την ταινία. Αυτό που κάνουμε εμείς δεν είναι αναπαραγωγή, αλλά μια παράσταση εμπνευσμένη από το σενάριό της. Μας ενδιέφερε να μεταφέρουμε τον πυρήνα και τα ερωτήματα του έργου σε μια άλλη συνθήκη, χρησιμοποιώντας μια πιο θεατρική, πιο αφαιρετική γλώσσα. Δεν προσπαθούμε να «ανταγωνιστούμε» το κινηματογραφικό έργο, αλλά να συνομιλήσουμε μαζί του στο τώρα – από μια εντελώς διαφορετική οπτική.
Τι θα σε ενδιέφερε περισσότερο να συμβεί στη συνάντηση της παράστασης με το κοινό;
Αυτό που θα με ενδιέφερε περισσότερο είναι το κοινό να γελάσει πρώτα, να μπει στον προτεινόμενο κόσμο της παράστασης, και μετά να νιώσει μια αίσθηση δυσφορίας γι’ αυτό που παρακολουθεί. Να γίνει, για λίγο, συνένοχος αυτής της αδηφαγίας και της ματαιοδοξίας που παρουσιάζουμε. Το ενδιαφέρον για μένα είναι αυτή η μετατόπιση: από το γέλιο στην αυτοπαρατήρηση, από την απόλαυση στην επίγνωση.
Η παράσταση επιχειρεί να ανοίξει τη συζήτηση γύρω από τη λαιμαργία, την υπερκατανάλωση και τον μηδενισμό. Έχεις αισθανθεί να πέφτεις θύμα τους;
Εννοείται! Αλλά τουλάχιστον μπορώ να κάνω ένα zoom out και, κάνοντας αυτή την παράσταση, να το σχολιάσω.
«ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΠΡΟΚΥΠΤΕΙ ΟΤΑΝ ΕΠΙΛΕΓΟΥΜΕ ΝΑ ΖΟΥΜΕ ΣΥΝΕΙΔΗΤΑ, ΟΤΑΝ ΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΥΜΕ ΤΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΑΣ ΜΕ ΠΛΗΡΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ, ΑΚΟΜΑ ΚΙ ΑΝ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΑΛΛΑΞΟΥΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΓΥΡΩ ΜΑΣ».
Ποια πτυχή της σύγχρονης πραγματικότητας νιώθεις πιο «ασφυκτική»;
Η πιο «ασφυκτική» πτυχή της σύγχρονης πραγματικότητας, για μένα, είναι η συνεχής πίεση για παραγωγικότητα και επιτυχία, που πολλές φορές εκμηδενίζει τη χαρά της δημιουργίας και την προσωπική μας ελευθερία. Ζούμε σε έναν κόσμο όπου όλα μετριούνται με αποτελέσματα, επιτεύγματα και υλική πρόοδο, κι αυτό αφήνει πολύ λίγο χώρο για αργές, ουσιαστικές εμπειρίες ή για να ακούσουμε πραγματικά τον εαυτό μας.
Αναφέρεις στο σκηνοθετικό σου σημείωμα ότι η αυτοκαταστροφή των ηρώων διαβάζεται ως μια τελευταία πράξη ελευθερίας σε έναν κόσμο που έχει εξαντλήσει τα νοήματά του. Τι πιστεύεις ότι θα έδινε νόημα στο σήμερα;
Αν είχα απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα… Εδώ είναι και η δυσκολία του φινάλε της παράστασης. Πώς τελειώνεις ένα τέτοιο έργο; Τι θέλεις να νοηματοδοτήσεις; Σε αυτόν τον προβληματισμό βρίσκομαι αυτές τις μέρες. Πάντα ψάχνουμε ένα νόημα. Πολλές φορές νιώθω πως και η τέχνη έχει χάσει το νόημά της.
Το νόημα προκύπτει όταν επιλέγουμε να ζούμε συνειδητά, όταν αναλαμβάνουμε τις πράξεις και τις σχέσεις μας με πλήρη παρουσία, ακόμα κι αν δεν μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο γύρω μας.
«ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΟΤΙ Η ΓΕΝΙΑ ΜΑΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΝΑ ΠΑΛΕΥΕΙ, ΝΑ ΠΡΟΣΑΡΜΟΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΝΑ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙ ΝΑ ΒΡΕΙ ΝΟΗΜΑ ΜΕΣΑ ΣΕ ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΜΟΝΟ ΤΟΥ ΑΙΣΙΟΔΟΞΟ».
Μιλάς για μια «βαθύτερη πείνα» των ηρώων – για νόημα, επαφή, υπέρβαση. Πού αναγνωρίζεις αυτή την πείνα σήμερα, έξω από τη σκηνή;
Δεν μιλάμε για κυριολεκτική πείνα – αν και υπάρχει και αυτή. Αναφέρομαι σε μια βαθύτερη ανάγκη για νόημα, για ουσία, για σύνδεση. Είναι η επιθυμία να αισθανθούμε ότι η ζωή μας έχει αξία, να βιώσουμε κάτι που μας υπερβαίνει και μας συνδέει με άλλους ανθρώπους ή με τον ίδιο μας τον εαυτό.
Σε τι νιώθεις εσύ ότι αντιστέκεσαι περισσότερο σήμερα; Και τι είναι αυτό στο οποίο τελικά υποκύπτεις;
Νομίζω πως ό,τι κάνω στο θέατρο είναι από μόνο του μια μορφή αντίστασης. Ακόμα και ο τρόπος που το κάνω. Δεν συμβιβάζομαι εύκολα. Προτιμώ έναν δυσκολότερο δρόμο, κάνω τις δικές μου παραγωγές, με απίστευτο ρίσκο.
Ζω τον περισσότερο χρόνο στο Άμστερνταμ, σε ένα έντονα καπιταλιστικό περιβάλλον, όπου η επιτυχία μετριέται κυρίως με όρους οικονομικούς και επαγγελματικής ανέλιξης. Θα μπορούσα να έχω ακολουθήσει μια καριέρα έξω από τις τέχνες – είχα, άλλωστε, ευκαιρίες μέσα από δουλειές που έκανα παράλληλα, οι οποίες θα μου εξασφάλιζαν μια πολύ άνετη ζωή.
Και, για ένα διάστημα, υπέκυψα σε αυτό. Ένα χρόνο μετά την αποφοίτησή μου, δούλευα ως sommelier σε ένα εστιατόριο Michelin, με πολύ καλές απολαβές και προοπτικές. Όμως μου έλειπε η χαρά της δημιουργίας. Πλέον, προσπαθώ να μην υποκύπτω στην ευκολία μιας ζωής που δεν με γεμίζει δημιουργικά.
Στην κλίμακα από αισιόδοξος έως απαισιόδοξος, πού βρίσκεσαι σήμερα σε σχέση με την κατάσταση που ζούμε;
Τι ν’ απαντήσω τώρα, για να μην φανώ απαισιόδοξος; Θα έλεγα ότι είμαι αισιόδοξος, με ρεαλισμό.
Είμαι 30. Η γενιά μου –οι millennials– καλείται να αντιμετωπίσει συνεχείς δυσκολίες: τελείωσα το σχολείο και φαινόταν πως ό,τι κι αν σπουδάζαμε, οι ευκαιρίες για δουλειά ήταν περιορισμένες, μέσα στην οικονομική κρίση. Αργότερα, το πανεπιστήμιο τελείωσε μέσα στην καραντίνα. Όμως το γεγονός ότι η γενιά μας συνεχίζει να παλεύει, να προσαρμόζεται και να προσπαθεί να βρει νόημα μέσα σε αυτές τις συνθήκες είναι από μόνο του αισιόδοξο.
Η παράσταση «Το Μεγάλο Φαγοπότι» κάνει πρεμιέρα την Τετάρτη 15 Απριλίου 2026 στο Θέατρο Συγγρού 33 (Λεωφ. Ανδρέα Συγγρού 33, Αθήνα, 117 43). Κλείσε εισιτήρια online