«ΕΡΩΤΑ ΜΟΥ ΑΓΙΑΤΡΕΥΤΕ»: ΕΝΑ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ ΓΙΑ ΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ ’80
Με αφορμή το «Έρωτά μου αγιάτρευτε», ο Αλέξανδρος Ευκλείδης μιλά για τη δεκαετία του ’80, τη συλλογική μνήμη, τη χαρά της δημιουργίας και όσα έμαθε δουλεύοντας με ανθρώπους 65+.
Στις 22 Οκτωβρίου 1988, ο τότε πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου επέστρεψε στην Ελλάδα μετά από δίμηνη περίπου παραμονή στο Λονδίνο, όπου είχε υποβληθεί σε εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς. Κατεβαίνοντας από τη σκάλα του αεροσκάφους της Ολυμπιακής, ο 69χρονος πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ έκανε μια κίνηση που πέρασε στην ιστορία: ένα νεύμα με το οποίο καλούσε την 33χρονη Δήμητρα Λιάνη να τον ακολουθήσει. Ήταν ο τρόπος του να «επισημοποιήσει» τον έρωτά τους, που είχε σκανδαλίσει την ελληνική κοινωνία – για να τους οδηγήσει κάποιους μήνες μετά στον γάμο.
Αυτή η εμβληματική στιγμή οριοθέτησε την αρχή και το τέλος της μουσικοθεατρικής παράστασης «Έρωτά μου αγιάτρευτε – Ένα ραντεβού με την ιστορία», με ερμηνευτές από την ηλικιακή ομάδα που ο Ανδρέας Παπανδρέου θα αποκαλούσε «τιμημένα γηρατειά». Για όσους είχαν ζήσει τη δεκαετία του ’80, πολλά στοιχεία της ήταν εκεί, από τα τραγούδια και τα πολιτικά συνθήματα, μέχρι τα γαρίφαλα που έραιναν αφειδώς τις λαϊκές πίστες.
Όλα αυτά αποδείχθηκαν ιδανικός καμβάς για να ξεδιπλώσουν τις αναμνήσεις και τα βιώματά τους άτομα ηλικίας 65+, που επί οκτώ μήνες συμμετείχαν στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα Ραντεβού, των Εκπαιδευτικών και Κοινωνικών Δράσεων της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.
«Ήθελα μια παράσταση γεμάτη έρωτα και πολιτική, τα δύο πράγματα που πίστευα ότι χαρακτήριζαν τη δεκαετία», ανέφερε στο σκηνοθετικό του σημείωμα ο Αλέξανδρος Ευκλείδης, που διετέλεσε για μία δεκαετία Καλλιτεχνικός Διευθυντής της Εναλλακτικής Σκηνής της ΕΛΣ. «Και σχεδόν αμέσως μου ήρθε ως τίτλος το Έρωτά μου αγιάτρευτε. Αργότερα ήρθε ο υπότιτλος, δανεισμένος από την περίφημη φράση του Ανδρέα Παπανδρέου: ένα ραντεβού με την ιστορία».
Και τι ραντεβού! Ένα συναισθηματικό ντοκουμέντο με την ελαφρότητα που είχαν τα λαϊκά γλέντια περασμένων δεκαετιών και τη βαρύτητα που έχει πάντα το μοίρασμα ανάμεσα στους ανθρώπους – μοίρασμα χαράς, συγκίνησης και, τελικά, ανθρωπιάς.
Θα έλεγα ότι τα Εκπαιδευτικά και Κοινωνικά Προγράμματα της Λυρικής έχουν κάτι μαγικό: φέρνουν κοντά τους ανθρώπους και διευρύνουν το αντιληπτικό τους πεδίο με τρόπο που ίσως ποτέ δεν φαντάζονταν, γι’ αυτό όσοι τα παρακολουθούν τα κυνηγάνε από χρονιά σε χρονιά (το λέω και γιατί είδα στην παράσταση πρόσωπα που θυμάμαι από την περσινή Prima volta και γιατί εγώ ανυπομονώ να επαναληφθεί του χρόνου η Τέχνη του Ρυθμού, στην οποία συμμετείχα).
Ο Αλέξανδρος Ευκλείδης δεν είχε μόνο τη σύλληψη, τη σκηνοθεσία, τη δραματουργία και τη θεατρική διδασκαλία της παράστασης. Βρέθηκε και ο ίδιος επί σκηνής, συμμετέχοντας σε ένα έργο που, όπως παραδέχεται, τον έφερε αντιμέτωπο όχι μόνο με τη βιωμένη αλήθεια των ανθρώπων που έζησαν τη δεκαετία του ’80 ως ενήλικες, αλλά και με τις δικές του παιδικές αναμνήσεις από εκείνη την εποχή. Με αφορμή το «Έρωτά μου αγιάτρευτε», μιλήσαμε μαζί του για τη συλλογική μνήμη, τη χαρά της δημιουργίας και όσα ανακάλυψε μέσα από αυτή τη διαδικασία.
Είχες παρακολουθήσει στο παρελθόν αντίστοιχα εργαστήρια ή παραστάσεις των Εκπαιδευτικών & Κοινωνικών Δράσεων της ΕΛΣ; Μπαίνοντας σε αυτή τη διαδικασία, είχες συγκεκριμένες προσδοκίες ή ανασφάλειες για το τι θα προκύψει;
Είχα παρακολουθήσει αρκετές από τις πολυάριθμες δράσεις των Εκπαιδευτικών και Κοινωνικών Δράσεων της ΕΛΣ, καθώς πολλές από αυτές πραγματοποιήθηκαν στην Εναλλακτική Σκηνή. Κάποιες από αυτές μου είχαν δείξει τι δεν ήθελα: καμία νοσταλγία για τον παλιό καλό καιρό, κανένας μελοδραματισμός, καμία ωραιοποίηση (κατευθύνσεις που είναι κατανοητές και αναμενόμενες όταν δουλεύεις με μεγαλύτερες ηλικίες συμμετεχόντων στα εργαστήρια).
«Η ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ ’80 ΕΙΝΑΙ Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΜΟΥ ΗΛΙΚΙΑ, ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΓΕΜΑΤΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΟ ΚΛΙΜΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ».
Τι πιστεύεις ότι παρεξηγούμε σήμερα περισσότερο όταν μιλάμε για τη δεκαετία του ’80;
Δεν ξέρω αν είμαι κατάλληλος να απαντήσω σε αυτή την ερώτηση. Όπως σε κάθε εποχή, μπορούμε να παρεξηγούμε τα πάντα, ειδικά αν δεν τα ζήσαμε, αν τα γνωρίζουμε διαμεσολαβημένα. Ως προς την πολιτική πάλι, η κληρονομιά του λαϊκισμού του ΠΑΣΟΚ (έννοια που επ’ ουδενί δεν τη χρωματίζω υποχρεωτικά αρνητικά) είναι ίσως η μεγαλύτερη παρεξήγηση που γέννησε αυτή η δεκαετία και η οποία προεκτείνεται ως τις μέρες μας.
Υπήρξαν αφηγήσεις ή στιγμές στα εργαστήρια που σε αιφνιδίασαν ή άλλαξαν τη δική σου εικόνα για τη δεκαετία;
Είμαι κομμάτι της δεκαετίας αυτής, επομένως είναι δύσκολο να μου αλλάξουν την εικόνα, γιατί το βίωμα αλλάζει δύσκολα. Με ενδιέφερε η έκπληξη που ένιωθαν η Ίριδα Νικολάου και η Κική Κέρζελη, γεννημένες αργότερα, καθώς μάθαιναν λεπτομέρειες για τη δεκαετία αυτή. Προσωπικά, όμως, γνωρίζω τη δεκαετία του ’80 καλύτερα από τη δεκαετία του 2020.
Χωρίς καμία νοσταλγία για μία από τις χειρότερες δεκαετίες που γνώρισε η πρόσφατη ιστορία, ήταν η δεκαετία που με καθόρισε περισσότερο από κάθε άλλη μετέπειτα. Της χρωστώ, κυρίως, την αίσθηση της αποτυχίας και του ανεκπλήρωτου που με συνοδεύει από τότε. Αλλά και τη ζεστασιά μιας ζωής που ζήσαμε, γνωρίζοντας πως δεν είναι ιδανική, αλλά πως ήταν η καλύτερη που είχαμε.
Ποια θα έλεγες ότι είναι η δική σου πιο έντονη ανάμνηση από τότε;
Το 1980 ήμουν στα νήπια. Στην αυλή του σχολείου μου έπιασε μια ξαφνική βροχή. Έμεινα μόνος μου στην αυλή και βράχηκα μέχρι το μεδούλι, αλλά δεν ήθελα να γυρίσω στην τάξη. Νομίζω πως θυμάμαι ακόμη ότι ένιωσα ένα με τη φύση. Μετά με βρήκαν οι δασκάλες που με έψαχναν και με πήγαν στο σπίτι της θείας μου εκεί κοντά βρεγμένο μέχρι το κόκαλο. Αυτή είναι μάλλον η πρώτη μου ανάμνηση της δεκαετίας. Όσο για το αν ήταν η πιο έντονη, δεν έχω ιδέα.
«ΧΟΡΕΨΑΜΕ ΠΟΛΥ, ΚΑΘΩΣ ΑΝΑΚΑΛΥΨΑΜΕ ΠΩΣ ΤΑ ΣΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΝΤΩΝ ΕΙΧΑΝ ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΝΑΓΚΗ ΤΗΝ ΚΙΝΗΣΗ. ΚΙ ΕΤΣΙ ΦΤΑΝΑΜΕ ΣΥΧΝΑ ΣΕ ΔΙΟΝΥΣΙΑΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΝΘΟΥΣΙΑΖΑΝ».
Έχεις αναφερθεί σε «ιδιοτελή κίνητρα», λέγοντας ότι ήθελες να έρθεις αντιμέτωπος με τη δική σου παιδική ηλικία και τις μνήμες που σε διαμόρφωσαν. Πόσο προσωπική έγινε τελικά αυτή η διαδικασία για σένα;
Πολύ προσωπική. Η δεκαετία του ’80 είναι η παιδική μου ηλικία, που ήταν γεμάτη από την αγάπη της οικογένειάς μου και το αντιφατικό κλίμα της εποχής. Όσα είδατε στην παράσταση δεν χαρακτήριζαν το σπίτι μου: σιχαινόμασταν το ΠΑΣΟΚ και τον Ανδρέα (εξίσου, βέβαια, με τη δεξιά του Αβέρωφ και των επιγόνων του), ακούγαμε μόνο κλασική μουσική, δεν πήγαμε ποτέ στα μπουζούκια, δεν σπάσαμε πιάτα, δεν πετάξαμε λουλούδια, δεν μπλεχτήκαμε σε καμία κομπίνα, δεν διορίστηκε κανείς κοντινός μου άνθρωπος. Από την άλλη, αυτό ήταν το τοπίο μέσα στο οποίο μεγάλωσα, αυτές ήταν οι αναφορές μου. Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ και η είσοδος του «λαού» στο πρώτο πλάνο της πολιτικής είχε πολλαπλές συνέπειες για τον τρόπο ζωής μέσα στον οποίο άρχισα να μαθαίνω τον κόσμο.
Πήγα στην Πρώτη Δημοτικού το 1981 και πρόλαβα έναν χρόνο πολυτονικού. Το 1987, χρονιά που βγήκε το «Το ’πε, το ’πε ο παπαγάλος», εγώ πρωτογνώριζα τις συμφωνίες του Μπρούκνερ, από κάτι σοβιετικές ηχογραφήσεις που υπήρχαν στη δισκοθήκη του σπιτιού μας. Ακόμη ηχεί στα αυτιά μου η γαργαλιστική εισβολή της χυδαιότητας του τραγουδιού αυτού, όταν το άκουσα για πρώτη φορά από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα ενός σπιτιού.
Ζαχόπουλος (κιθάρα), Ευγένιος Χαλίλ (μπουζούκι), Χρήστος Παπαθανασίου (πλήκτρα, σαξόφωνο).
Το νεύμα του Ανδρέα στη Μιμή παρέμενε για χρόνια μέσα μου ως ένα ανοιχτό ερώτημα. Όλες μου οι εμμονές προκύπτουν από τη δεκαετία αυτή, γιατί αυτά ήταν τα παιδικά μου χρόνια. Είμαι ευγνώμων, λοιπόν, που με τη βοήθεια των ειδικών, των ανθρώπων που έζησαν τα χρόνια αυτά ως ενήλικες, μπόρεσα να επανέλθω πίσω στις αντιφατικές αυτές ρίζες και να τις ποτίσω.
Το εργαστήριο κράτησε οκτώ μήνες, κάτι που δίνει την αίσθηση ότι η παράσταση ήταν μόνο ένα μέρος της διαδρομής. Τι συνέβαινε μέσα στην ομάδα πέρα από την προετοιμασία ενός τελικού αποτελέσματος;
Το τελικό αποτέλεσμα άρχισε να μας απασχολεί από ένα σημείο της διαδικασίας και μετά. Κατά βάση δουλεύαμε στις εβδομαδιαίες συναντήσεις μας πάνω σε κάποιες θεματικές που φέρναμε κάθε εβδομάδα, προκαλώντας τις συμμετέχουσες και τους συμμετέχοντες να θυμηθούν, να στοχαστούν, να συζητήσουν, να καλαμπουρίσουν πάνω σε θέματα παρμένα από τη δεκαετία του ’80. Επίσης, χορέψαμε πολύ, καθώς ανακαλύψαμε μαζί με την Ίριδα πως τα σώματα των συμμετεχόντων είχαν απόλυτη ανάγκη την κίνηση. Κι έτσι φτάναμε συχνά σε διονυσιακές καταστάσεις που μας ενθουσίαζαν.
Το «Έρωτά μου αγιάτρευτε» είχε κάτι από reality, κάτι από jukebox musical και ταυτόχρονα κάτι πολύ συγκινητικό και σχεδόν εξομολογητικό. Πώς βρίσκει κανείς την ισορροπία ανάμεσα στη θεατρικότητα και την ευθύνη απέναντι στις προσωπικές μαρτυρίες των ανθρώπων;
Όλο το Θέατρο του πραγματικού, το μεγάλο αυτό ρεύμα στις παραστατικές τέχνες των τελευταίων χρόνων, στο οποίο σαφώς εντάσσεται και η συγκεκριμένη παράσταση, έχει να αντιμετωπίσει το ερώτημα αυτό, στο επίπεδο της δεοντολογίας και της καλλιτεχνικής ακεραιότητας. Είχαμε έναν τεράστιο όγκο προφορικών μαρτυριών, τις οποίες έπρεπε σταδιακά να ταξινομήσουμε, να τις κρίνουμε ως προς τη δυνατότητά τους να γίνουν κομμάτι μιας σκηνικής αφήγησης, αλλά και να τηρήσουμε μια στοιχειώδη δικαιοσύνη απέναντι στους συμμετέχοντες και τις συμμετέχουσες.
«Η ΧΑΡΑ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ, ΣΤΟ ΠΑΙΓΝΙΩΔΕΣ, ΣΤΗ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΕΚΦΡΑΣΗ, ΣΤΟ ΝΑ ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΟΥΜΕ ΤΑ ΚΟΙΝΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΝΑ ΥΠΕΡΒΑΙΝΟΥΜΕ ΤΙΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΜΑΣ».
Δεν ήθελαν όλοι να εκτεθούν. Άλλοι πάλι είχαν μια πληθωρική παρουσία και έπρεπε να περιοριστούν. Στο τέλος κάναμε τις απαραίτητες διευθετήσεις έτσι ώστε να έχουμε την καλύτερη δυνατή ισορροπία μεταξύ συνόλου και ατομικοτήτων και βέβαια με γνώμονα πάντοτε την ποιότητα του αποτελέσματος. Την τελευταία εβδομάδα χρειάστηκε να κόψουμε μισή ώρα παράστασης (αφού προηγουμένως είχαμε κόψει πολύ περισσότερο υλικό), ώστε να φτάσουμε στην επιθυμητή διάρκεια των 90 λεπτών. Αυτού του είδους οι συνθέσεις κρίνονται στον μέγιστο βαθμό στο επίπεδο των ισορροπιών και των αναλογιών. Ελπίζω εμείς να πετύχαμε τη συνταγή.
Τι νιώθεις ότι αναζητούν περισσότερο οι άνθρωποι που συμμετέχουν σε τέτοιου είδους προγράμματα;
Θα σταθώ σε κάτι που μου είπε μια κυρία μετά την τελευταία παράσταση. Ακούγεται πολύ μελοδραματικό, αλλά ορκίζομαι ότι μου το είπε. Μου είπε ότι μετά τη γέννηση των παιδιών της, ήταν η πιο χαρούμενη στιγμή της ζωής της. Ήρθε για πρώτη φορά φέτος στο πρόγραμμα και αυτό ένιωσε. Νομίζω αυτό αναζητούν όλες και όλοι που συμμετέχουν: τη χαρά. Και η χαρά βρίσκεται στην κοινότητα, στο παιγνιώδες, στη συλλογική έκφραση, στο να ανακαλύπτουμε τα κοινά μας και να υπερβαίνουμε τις διαφορές μας.
Παρά τις πάμπολλες φορές που συγχίστηκα από τις συχνά εγωιστικές, παιδιάστικες, ακόμη και στα όρια του ντιβισμού συμπεριφορές πολλών από τους συμμετέχοντες –ας μην τα ωραιοποιούμε όλα– προσωπικά κρατώ τη γνήσια συγκίνηση των ανθρώπων ότι καταφέραμε κάτι όλοι μαζί, ότι κάναμε το υλικό από τη ζωή μας να μοιάζει –και να είναι– σημαντικό πάνω στη σκηνή.
Στo «Έρωτά μου αγιάτρευτε» ήσουν και ο ίδιος επί σκηνής. Πώς το βίωσες;
Τόσο εγώ, όσο και η συνεργάτιδά μου και συνδημιουργός της παράστασης, Ίριδα Νικολάου, αποφασίσαμε στο τέλος της πορείας αυτής να συμμετάσχουμε ως περφόρμερς στην παράσταση. Οι λόγοι ήταν, καταρχάς, πρακτικοί. Με μια ομάδα περίπου 80 ατόμων πάνω στη σκηνή –διαφορετικών δυνατοτήτων και διαφορετικού βαθμού εμπλοκής στη διάρκεια των εβδομαδιαίων μας συναντήσεων– χρειαζόταν να διασφαλίσουμε την ομαλή ροή της παράστασης.
Από τη στιγμή που ήμασταν επί σκηνής επινοήσαμε και κάποιους ρόλους για εμάς. Η δική μου τραγουδιστική παρέμβαση επρόκειτο αρχικά να ερμηνευτεί από τον Φάνη Ζαχόπουλο από την ορχήστρα, αλλά θέλησα με την ευκαιρία να πραγματοποιήσω ένα παλιό μου όνειρο: να τραγουδήσω Αντύπα στη Λυρική. Προσωπικά, σπάνια παίζω σε παραστάσεις μου, συνήθως όταν υπάρχει κάποια ανάγκη, όπως αυτή που προέκυψε εδώ. Το διασκεδάζω, στο μέτρο του δυνατού. Είναι βέβαιο, επίσης, πως τις παραστάσεις που συμμετέχω ως περφόρμερ τις χαίρομαι περισσότερο, γιατί δεν τις βλέπω ως θεατής και δεν βλέπω τα λάθη μου.
Τι κρατάς εσύ προσωπικά από αυτούς τους οκτώ μήνες; Υπάρχει κάτι που αισθάνεσαι ότι θα σε ακολουθήσει και στις επόμενες δουλειές σου;
Πολλά αποκόμισα από τη διαδρομή αυτή, τόσο σε καλλιτεχνικό όσο και σε ανθρώπινο επίπεδο. Έμαθα πολλά για τη συνεργασία με μη εξειδικευμένους περφόρμερς και έμαθα από τη διαθεσιμότητα και την ανοιχτοσύνη τους. Διερεύνησα τις δυνατότητες αυτού του είδους σύγχρονου ελαφρού μουσικού θεάτρου που φτιάξαμε με τους συμμετέχοντες και τις συμμετέχουσες. Είναι μια μορφή παράστασης και μία δεξαμενή ερμηνευτών στις οποίες σίγουρα θα επανέλθω.