Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΜΥΘΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΥΡΑΣΗ ΤΟΥ ΕΓΚΕΦΑΛΟΥ ΣΟΥ
Πιστεύουμε ότι ο εγκέφαλος εξαντλείται επειδή «καίει» περισσότερη ενέργεια όταν δουλεύει σκληρά. Οι νεότερες μελέτες δείχνουν τι πραγματικά συμβαίνει.
Ο ανθρώπινος εγκέφαλος αντιπροσωπεύει περίπου το 2% του σωματικού μας βάρους, ενώ καταναλώνει καθημερινά περίπου το 20% της συνολικής ενέργειας του σώματός μας. Συνηθίζουμε να λέμε πως «πολτοποιείται» κάθε φορά που τον εξαντλούμε.
Μπορεί να προσπαθούμε να λύσουμε ένα πρόβλημα και να εξετάζουμε δεκάδες διαφορετικές εναλλακτικές ή να προσπαθούμε να βάλουμε το χάος της ζωής μας σε μια τάξη, ιεραρχώντας τις προτεραιότητές μας. Προφανώς, και το overthinking (η υπερανάλυση, όταν δηλαδή κάνουμε την τρίχα... τριχιά) είναι μια συνθήκη που φαίνεται να φτάνει τον εγκέφαλό μας στα όρια του.
Στην πραγματικότητα, η ενέργεια που απαιτεί το πιο πολύπλοκο όργανό μας, το οποίο λειτουργεί και ως κέντρο ελέγχου του νευρικού συστήματος, δεν αλλάζει ιδιαίτερα ανάλογα με το πώς το χρησιμοποιούμε. Δηλαδή, καταναλώνει σχεδόν την ίδια ενέργεια είτε λύνουμε σύνθετες εξισώσεις είτε χαζεύουμε το ταβάνι.
Η μελέτη που αποκάλυψε την αλήθεια
Η νευροεπιστήμονας Sharna Jamadar και οι συνάδελφοί της στο Monash University εξέτασαν μελέτες για τον μεταβολισμό του εγκεφάλου, προκειμένου να διαπιστώσουν πώς λειτουργεί αυτή η «μηχανή». Κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι απαιτητικές γνωστικές διεργασίες καίνε περίπου 5% περισσότερη ενέργεια από την κατάσταση ηρεμίας. Βλέπετε, ο εγκέφαλος μας δεν αρχίζει να λειτουργεί μόλις τον καλούμε να λύσει ένα πρόβλημα: λειτουργεί ούτως ή άλλως, όλη την ημέρα. Δεν είναι δηλαδή σαν τον καυστήρα πετρελαίου, που αρχίζει πάντα από το μηδέν τη λειτουργία του.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, ο εγκέφαλος διαρκώς επεξεργάζεται και μεταδίδει πληροφορίες, ενώ διατηρεί τα δίκτυά του έτοιμα να ανταποκριθούν.
Το BrainFacts.org αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «η κύρια λειτουργία του εγκεφάλου, δηλαδή η επεξεργασία και η μετάδοση πληροφοριών μέσω ηλεκτρικών σημάτων, είναι πολύ, πολύ κοστοβόρα όσον αφορά τη χρήση ενέργειας».
Το κόστος δεν εξαφανίζεται όταν σταματάμε να κάνουμε συγκεκριμένη δουλειά, αφού το σύστημα εξακολουθεί να είναι ενεργό και άρα να καταναλώνει ενέργεια.
Το λάθος μοντέλο χρήσης του εγκεφάλου μας
Πάμε στο γραφείο, πιάνουμε δουλειά και κάπου στο τρίωρο αισθανόμαστε ότι το μυαλό μας «βαραίνει». Σαν να μην αποδίδει ο εγκέφαλος όπως στην αρχή της εργασιακής ημέρας. Αυτομάτως, στρεφόμαστε σε βοηθήματα. Για παράδειγμα, πίνουμε έναν καφέ. Ή τρώμε λίγη σοκολάτα.
ΜΠΟΡΕΙ Η ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΠΟΥ ΚΑΙΕΙ Ο ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ ΜΑΣ ΝΑ ΜΗΝ ΑΛΛΑΖΕΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΕΠΙΜΟΝΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ Ή ΤΗ ΧΑΛΑΡΩΣΗ, ΑΛΛΑ ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΟΤΙ ΔΕΝ ΚΟΥΡΑΖΕΤΑΙ.
Ο Zahid Padamsey, επίκουρος καθηγητής Έρευνας των Κυττάρων και Αναπτυξιακής Βιολογίας εξήγησε στο Quanta πως η ψυχική κόπωση δεν σημαίνει πως αδειάζει το ρεζερβουάρ. Στην ουσία, αποτελεί ένδειξη ότι ο εγκέφαλός μας έχει φτάσει στα λειτουργικά του όρια.
«Ενεργοποιεί μηχανισμούς κόπωσης που περιορίζουν την περαιτέρω ενεργειακή κατανάλωση».
Τουτέστιν, αυτό που πρέπει να κάνουμε όταν νιώθουμε πως έχουμε φτάσει στα όρια μας είναι να σταματάμε να προσπαθούμε.
Ναι μεν η συνολική ενέργεια που καίει ο εγκέφαλος μας δεν αλλάζει ιδιαίτερα ανάμεσα στις επίμονες εργασίες ή τη χαλάρωση, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν κουράζεται. Με την κούραση αυτή, μας ενημερώνει πως έχει ενεργοποιήσει τους προστατευτικούς του μηχανισμούς, ώστε να μην κάψει περισσότερη ενέργεια από όση πρέπει.
Γι’ αυτό ρίχνουμε ρυθμούς.
Πώς λειτουργεί στην πραγματικότητα ο εγκέφαλός μας
Μελέτες έχουν δείξει πως όταν κάνουμε κάποια δουλειά που απαιτεί συγκέντρωση, ενεργοποιούνται πιο έντονα συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου (π.χ. ο προμετωπιαίος φλοιός). Την ίδια ώρα, άλλες περιοχές καταστέλλονται. Όταν το παρακάνουμε, συσσωρεύονται μεταβολίτες και μεταβάλλεται η ισορροπία ορισμένων νευροδιαβιβαστών, που δημιουργούν δυσλειτουργία.
Όταν λοιπόν κάνουμε ένα διάλειμμα, οι νευροδιαβιβαστές επανέρχονται σταδιακά σε ισορροπία, απομακρύνονται οι μεταβολίτες που έχουν συσσωρευτεί και ενεργοποιείται περισσότερο το δίκτυο προεπιλεγμένης λειτουργίας (default mode network), το οποίο συνδέεται με τη δημιουργικότητα, την επεξεργασία πληροφοριών και τη συντήρηση της μνήμης. Έτσι μειώνεται σταδιακά και η συσσωρευμένη νοητική ένταση.