Η ΔΕΠΥ ΣΥΝΔΕΕΤΑΙ ΜΕ ΧΡΟΝΙΟ ΠΟΝΟ ΚΑΙ ΑΥΤΟΑΝΟΣΑ – ΠΩΣ ΔΥΣΚΟΛΕΥΕΙ ΤΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΟΥΣ
Όλο και περισσότερες μελέτες δείχνουν ότι η ΔΕΠΥ ενδέχεται να σχετίζεται με χρόνιο πόνο, ημικρανίες, αυτοάνοσα νοσήματα, άγχος και long Covid. Οι ειδικοί εξηγούν τι γνωρίζουμε μέχρι σήμερα και τι παραμένει ασαφές.
Η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) θα συνεχίσει να απασχολεί για καιρό τους επιστήμονες. Η κατανόησή της ενισχύεται διαρκώς και από μια συχνή νευροαναπτυξιακή διαταραχή που επηρεάζει την προσοχή, την παρορμητικότητα και την οργάνωση της καθημερινότητας, εξετάζεται πλέον ως οντότητα με πολύ πιθανές ψυχογενείς αιτίες και διαφορετικές εκδηλώσεις στην ενήλικη ζωή, ή και μια μορφή νευροδιαφορετικότητας με βασικό χαρακτηριστικό την υπερπεριέργεια.
Σε άλλη κατεύθυνση, ένα ολοένα και μεγαλύτερο σώμα ερευνών υποδεικνύει ότι τα άτομα με ΔΕΠΥ εμφανίζουν συχνότερα και άλλα προβλήματα υγείας, από χρόνιο πόνο και ημικρανίες μέχρι αλλεργίες, αυτοάνοσα νοσήματα, διατροφικές διαταραχές και long Covid. Σύμφωνα με τους ειδικούς, παρότι δεν αποδεικνύεται ότι η πρώτη πυροδοτεί ή προκαλεί τα δεύτερα, οι συσχετίσεις είναι αρκετά ισχυρές ώστε να διερευνώνται πλέον συστηματικά.
Όπως επισημαίνει στην Washington Post ο καθηγητής Νευροεπιστήμης Valentin Dragoi, «o ανθρώπινος εγκέφαλος είναι απίστευτα πολύπλοκος και δύσκολο να μελετηθεί». Γι' αυτό και πολλές απαντήσεις δεν είναι ακόμη οριστικές.
ΔΕΠΥ και χρόνιος πόνος
Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις αφορά τον χρόνιο πόνο. Πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Scientific Reports έδειξε ότι ασθενείς με πολύ έντονο χρόνιο πόνο εμφάνιζαν συμπτώματα ΔΕΠΥ με σχεδόν διπλάσια συχνότητα από τον γενικό πληθυσμό. Παλαιότερες έρευνες έχουν επίσης συνδέσει τη ΔΕΠΥ με αυξημένη πιθανότητα ημικρανιών, ινομυαλγίας και χρόνιας οσφυαλγίας.
Το βασικό ερώτημα γύρω από τη σύνδεση με τον χρόνιο πόνο, όπως και τις άλλες καταστάσεις υγείας που προαναφέρθηκαν, είναι αν υπάρχει άμεση βιολογική σύνδεση με τη ΔΕΠΥ ή οι πραγματικοί υπαίτιοι είναι το χρόνιο στρες, η διαρκής υπερφόρτωση, οι κακές συνήθειες ύπνου, οι κοινωνικές δυσκολίες, διάφορα επίμονα συμπτώματα που δεν αντιμετωπίζονται και οι παρενέργειες των φαρμάκων για τη διαταραχή.
Η Karen Stewart, κλινική ψυχολόγος με ειδίκευση στη ΔΕΠΥ, εξηγεί ότι δύο χαρακτηριστικά της διαταραχής μπορεί να παίζουν σημαντικό ρόλο: η παρορμητικότητα και η γνωστική ακαμψία (η δυσκολία προσαρμογής σε νέες σκέψεις ή συμπεριφορές). «Ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύουμε τον πόνο και αντιδρούμε σε αυτόν μπορεί είτε να ενισχύσει είτε να μειώσει τη σωματική μας δυσφορία», αναφέρει.
Μια άλλη εξήγηση δίνει η ψυχίατρος Margo Pumar, σύμφωνα με την οποία πολλά άτομα με ΔΕΠΥ που ζουν με χρόνιο πόνο εγκλωβίζονται εύκολα σε κύκλους καταστροφικών σκέψεων, φοβούμενα ότι τα συμπτώματά τους δεν θα υποχωρήσουν ποτέ. Η ψυχική επιβάρυνση φαίνεται ότι μπορεί να αυξάνει ακόμη περισσότερο την αντίληψη του πόνου. Επιπλέον, η καταστροφολογία και ο φόβος για τα χειρότερα σχετίζονται με την κεντρική ευαισθητοποίηση, κατά την οποία το νευρικό σύστημα αντιδρά υπερβολικά στα αισθητηριακά ερεθίσματα, με αποτέλεσμα ακόμη και ήπια τέτοια να γίνονται αντιληπτά ως πιο επώδυνα.
Ο ρόλος της νευροφλεγμονής
Μία άλλη υπόθεση για τη σύνδεση ΔΕΠΥ και πόνου εστιάζει στη φλεγμονή σε ιστούς του εγκεφάλου ή του νωτιαίου μυελού, τη νευροφλεγμονή. Σύμφωνα με τον Eugene Merzon, ερευνητή της ΔΕΠΥ, η νευροφλεγμονή μπορεί να επηρεάζει τον τρόπο που επικοινωνούν μεταξύ τους τα νευρικά κύτταρα, συμβάλλοντας στα χαρακτηριστικά συμπτώματα της ΔΕΠΥ, όπως η δυσκολία συγκέντρωσης και οι διαταραχές των εκτελεστικών λειτουργιών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον Δρ Dragoi, η χρόνια φλεγμονή ενδέχεται να διατηρεί το νευρικό σύστημα σε μια κατάσταση υπερεγρήγορσης. «Η επίμονη φλεγμονή μπορεί να υπερδιεγείρει το νευρικό σύστημα, επιδεινώνοντας με την πάροδο του χρόνου συμπτώματα όπως ο πόνος, η κόπωση και οι δυσκολίες στη μνήμη», σημειώνει.
Πάντως, οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι η νευροφλεγμονή αποτελεί μόνο μία από τις πιθανές εξηγήσεις και ότι η αιτιώδης σχέση δεν έχει ακόμη αποδειχθεί.
Τι γνωρίζουμε για το ανοσοποιητικό σύστημα
Οι μελέτες δείχνουν επίσης ότι τα άτομα με ΔΕΠΥ εμφανίζουν συχνότερα αλλεργίες, άσθμα, έκζεμα αλλά και ορισμένα αυτοάνοσα νοσήματα, όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα, ο διαβήτης τύπου 1 και ο υποθυρεοειδισμός. Ο καθηγητής Ψυχιατρικής Jeffrey Newcorn, διευθυντής του τμήματος ΔΕΠΥ και μαθησιακών διαταραχών στο Mount Sinai της Νέας Υόρκης, επισημαίνει ότι τέτοιες συννοσηρότητες εμφανίζονται όλο και συχνότερα στις έρευνες, χωρίς όμως να καταλήγουν στον υπαίτιο μηχανισμό.
Σε δικές του μελέτες, έχει διαπιστωθεί ότι τα άτομα με ΔΕΠΥ είχαν μεγαλύτερο κίνδυνο για σοβαρή νόσο COVID-19 στα πρώτα κύματα της πανδημίας και για long Covid. Τα ευρήματά του ενισχύουν την υπόθεση ότι η λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος ενδεχομένως εμπλέκεται περισσότερο στη ΔΕΠΥ απ' όσο πίστευαν μέχρι σήμερα οι επιστήμονες. Η έρευνα ενισχύει ακόμη περισσότερο την υπόθεση του ρόλου της φλεγμονής.
Μια άλλη έρευνα με συμμετοχή του βρήκε αυξημένους δείκτες φλεγμονής σε παιδιά με ΔΕΠΥ από τον πρώτο κιόλας χρόνο ζωής, ενώ αντίστοιχες συνδέσεις εξετάζονται και σε αυτοάνοσα νοσήματα, όπως ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος. Στη νευροψυχιατρική μορφή της νόσου, οι ασθενείς μπορεί να εμφανίζουν δυσκολίες στη συγκέντρωση, τη μνήμη και την οργάνωση της σκέψης, γεγονός που ενισχύει την υπόθεση ότι η νευροφλεγμονή ίσως αποτελεί κοινό μηχανισμό.
Ο ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΩΜΑ ΔΕΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΝ ΞΕΧΩΡΙΣΤΑ. ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΕΝΙΑΙΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ. Ο ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΣΕ ΚΑΘΕ ΣΗΜΕΙΟ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ.
Πώς η ΔΕΠΥ δυσκολεύει τη διαχείριση μιας χρόνιας νόσου
Οι ίδιες οι δυσκολίες που χαρακτηρίζουν τη ΔΕΠΥ μπορούν να κάνουν πιο απαιτητική τη διαχείριση μιας χρόνιας πάθησης, εξηγεί ο Newcorn. Η λήψη φαρμάκων στην ώρα τους, η παρακολούθηση των συμπτωμάτων, η συνέπεια στα ραντεβού με τους γιατρούς και η τήρηση ενός σταθερού προγράμματος ύπνου απαιτούν καλές εκτελεστικές λειτουργίες, δηλαδή εκείνες που ζορίζουν πολλούς ανθρώπους με τη διαταραχή. Για τον λόγο αυτό, σημειώνει, μπορεί να χρειάζονται διαφορετική υποστήριξη και καλύτερη οργάνωση της θεραπείας τους.
Κάποιοι ειδικοί εκτιμούν ότι η φροντίδα των ατόμων με ΔΕΠΥ πρέπει να είναι πιο ολιστική, λαμβάνοντας υπ' όψιν όχι μόνο τα γνωστικά συμπτώματα, αλλά και τη συνολική σωματική και ψυχική τους υγεία. Όπως λέει χαρακτηριστικά η ψυχίατρος Margo Pumar, «ο εγκέφαλος και το σώμα δεν λειτουργούν ξεχωριστά· είναι ένας ενιαίος οργανισμός. Ο εγκέφαλος γνωρίζει ακριβώς τι συμβαίνει σε κάθε σημείο του σώματος».