Η YAYOI KUSAMA ΔΕ ΘΑ ΞΑΝΑΝΤΥΣΕΙ ΤΑ ΣΚΟΤΑΔΙΑ ΤΗΣ ΜΕ ΠΟΛΥΧΡΩΜΑ ΠΟΥΑ
Η Yayoi Kusama έζησε για 97 χρόνια ανάμεσα σε κουκκίδες, καθρέφτες και ατελείωτες επαναλήψεις, μετατρέποντας τις ψυχικές της εμπειρίες και ψευδαισθήσεις σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα καλλιτεχνικά σύμπαντα του κόσμου.
Η Yayoi Kusama, η Γιαπωνέζα καλλιτέχνις με την κατακόκκινη καρέ περούκα και τα χαρακτηριστικά πουά, έφυγε από τη ζωή στις 14 Αυγούστου 2026, σε ηλικία 97 ετών.
«Συνέχισε να ζωγραφίζει μέχρι τις τελευταίες ημέρες της, χωρίς να αφήσει ποτέ στην άκρη το πινέλο της», αναφέρει η ανακοίνωση που ανέβηκε σχεδόν δύο εβδομάδες μετά στο επίσημο site της, «και συνέχισε τη διαρκή αναζήτηση της παντοτινής αγάπης και της αιώνιας ψυχής».
Η Kusama υπήρξε πρωτοπόρος της avant-garde, διεθνώς αναγνωρισμένη για το πολύπλευρο έργο της, από τις εικαστικές τέχνες και την performance art ως τη μυθοπλασία και την ποίηση. Και υπήρξε παγκοσμίως γνωστή για τους ιδιοφυείς τρόπους που έκανε τις ρωγμές της ψυχικής της σφαίρας τέχνη.
«Το έργο μου είναι έκφραση της ζωής μου, ιδιαίτερα της ψυχικής μου ασθένειας», είχε πει, μιλώντας συχνά για άγχος, κατάθλιψη και αυτό που η ίδια αποκαλούσε «παροδική σχιζοφρένεια», παρότι δεν έλαβε ποτέ επίσημη ψυχιατρική διάγνωση., είχε πει, μιλώντας συχνά για άγχος, κατάθλιψη και αυτό που η ίδια αποκαλούσε «παροδική σχιζοφρένεια», παρότι δεν έλαβε ποτέ επίσημη ψυχιατρική διάγνωση.
Μαθαίνοντας πως παρέμεινε δημιουργική ως το τέλος και ξέροντας τι τραύματα τροφοδότησαν τη δημιουργικότητά της, δεν σταματώ να φέρνω δύο κλισέ στο μυαλό μου: πρώτα εκείνο το «πλήρης ημερών», που μοιάζει να γνωρίζει την ημερομηνία λήξης των ανθρώπων, κι έπειτα εκείνη την αντίληψη από την εποχή του Πλάτωνα ακόμα, ότι μια ιερή και θεία μανία ωθεί την τέχνη, πως κάποια «λόξα» έχουν οι καλλιτέχνες και φτιάχνουν όσα φτιάχνουν· τα έργα τους κρύβουν τη βασανισμένη και ταραγμένη τους ψυχή.
Η Yayoi Kusama διέψευσε πανηγυρικά το πρώτο και μάλλον επιβεβαίωσε το δεύτερο, χωρίς αυτό να συνιστά νομοτέλεια της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Κατά δική της ομολογία, την προστάτευσε η τέχνη («Αν δεν υπήρχε η τέχνη, θα είχα αυτοκτονήσει εδώ και πολύ καιρό»)· την κράτησε από το χέρι και πορεύτηκαν μαζί, στην ηρεμία που της εξασφάλισε η οικειοθελής διαμονής σε ψυχιατρικό νοσοκομείο στο Τόκιο από το 1977.
Η YAYOI KUSAMA ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΝΑ ΖΩΓΡΑΦΙΖΕΙ ΜΕΧΡΙ ΤΙΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΗΜΕΡΕΣ ΤΗΣ, ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΑΦΗΣΕΙ ΠΟΤΕ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΟ ΠΙΝΕΛΟ ΤΗΣ, ΚΑΙ ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΗ ΔΙΑΡΚΗ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΤΟΤΙΝΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΙΩΝΙΑΣ ΨΥΧΗΣ.
Αυτοθεραπεία μέσα από την τέχνη
Η σχέση της Kusama με την τέχνη άρχισε να διαμορφώνεται μέσα στο δύσκολο οικογενειακό περιβάλλον. Γεννήθηκε το 1929 στην επαρχία Matsumoto, σε μια συντηρητική οικογένεια που έβλεπε τον γάμο και τη μητρότητα ως απαρέγκλιτη γυναικεία μοίρα. Παρότι ο πατέρας της της έφερνε μελάνια, πινέλα και καμβάδες, η μητέρα της τα έπαιρνε, καταστρέφοντας συχνά τα έργα της πριν τα ολοκληρώσει. Το βίωμα συνδέθηκε με την εμμονική ανάγκη της για δημιουργία καθ' όλη της τη ζωή.
Η κακοποίηση έπαιρνε κι άλλες μορφές. Η μητέρα της την έστελνε να παρακολουθεί τον πατέρα της στις εξωσυζυγικές του σχέσεις, εμπειρία που κόστισε στην Kusama τη διά βίου απέχθεια για το σεξ. Τη δεκαετία του 1960, άρχισε να δημιουργεί το έργο Accumulations, καλύπτοντας έπιπλα και αντικείμενα με εκατοντάδες μαλακές φαλλικές προεξοχές. Όπως στη θεραπεία έκθεσης, η επανάληψη λειτουργούσε ως μέσο εξοικείωσης με κάτι που της προκαλούσε φόβο και αποστροφή.
ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΗΤΟ ΠΟΥΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΤΗΣ, ΟΙ ΚΟΥΚΚΙΔΕΣ, ΜΠΟΡΟΥΣΑΝ ΝΑ «ΕΞΑΛΕΙΨΟΥΝ» ΕΝΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΕΝΑ ΖΩΟ Ή ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΙΔΙΑ, ΕΝΤΑΞΟΝΤΑΣ ΤΑ ΣΕ ΜΙΑ ΕΝΙΑΙΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ ΟΠΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ ΤΑ ΟΡΙΑ.
Δίκην αυτοθεραπείας λειτούργησε και η ζωγραφική, μέσω της οποίας κατάφερε να αποτυπώσει στον καμβά τις έντονες οπτικές και ακουστικές εμπειρίες και ψευδαισθήσεις που είχε από τα επτά της και να τις αντιμετωπίσει. Ανέπτυξε την ιδέα της «αυτοεξάλειψης» (self-obliteration), μέσα από την οποία το άτομο χάνει σταδιακά τα όριά του καθώς καλύπτεται από ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο. Σύμφωνα με την ίδια, το περιβόητο πουά της τέχνης της, οι κουκκίδες, μπορούσαν να «εξαλείψουν» ένα αντικείμενο, ένα ζώο ή ακόμη και την ίδια, εντάσσοντάς τα σε μια ενιαία επιφάνεια.
«Εγώ, η Kusama, είμαι η σύγχρονη Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων»
Από την παιδική της ηλικία, η Yayoi Kusama άρχισε να βιώνει έντονες οπτικές και ακουστικές εμπειρίες, βλέποντας λάμψεις, αύρες και πεδία από κουκκίδες. Άκουγε κολοκύθες, λουλούδια και σκύλους να της μιλούν, ενώ αντικείμενα και μοτίβα έμοιαζαν να ζωντανεύουν και να την περικυκλώνουν.
Κάπως έτσι, εκτός από τους ανθρώπους της τέχνης, ο τρόπος που έβλεπε τον κόσμο γύρω της κέντρισε το ενδιαφέρον και των επιστημόνων.
Στη δημοσίευση Yayoi Kusama’s Art and Its Clinical Relevance to Neurovisual Phenomena, ερευνητές από τρία αμερικανικά πανεπιστημιακά ιδρύματα παρουσίασαν περιγραφές της παιδικής και ενήλικης ζωής σε σχέση με σύγχρονους όρους της νευροεπιστήμης, όπως το σύνδρομο οπτικού χιονιού, η παλινοψία, η επιμονή οπτικών μοτίβων και άλλες διαταραχές της οπτικής αντίληψης, και αναζήτησαν τις εκδηλώσεις τους στα έργα της. Η οπτική γλώσσα της Yayoi Kusama, έγραψαν, θα μπορούσε να βοηθήσει νευρολόγους, ψυχιάτρους και νευροεπιστήμονες στη βαθύτερη κατανόηση των φαινομένων.
Η YAYOI KUSAMA ΑΡΧΙΣΕ ΑΠΟ ΤΑ 7 ΤΗΣ ΝΑ ΒΛΕΠΕΙ ΛΑΜΨΕΙΣ, ΑΥΡΕΣ ΚΑΙ ΠΕΔΙΑ ΑΠΟ ΚΟΥΚΚΙΔΕΣ ΚΑΙ ΝΑ ΑΚΟΥΕΙ ΚΟΛΟΚΥΘΕΣ, ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΚΑΙ ΣΚΥΛΟΥΣ ΝΑ ΤΗΣ ΜΙΛΟΥΝ. ΕΝΙΩΘΕ ΜΙΑ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΑΛΙΚΗ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ.
Πολλές από τις περιγραφές τους παραπέμπουν στο Σύνδρομο της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων, μια σπάνια νευροψυχιατρική διαταραχή που συνοδεύεται από παραμορφώσεις της οπτικής και χρονικής αντίληψης, με ευθείες γραμμές που φαίνονται καμπύλες (μεταμορφοψία), αντικείμενα που φαίνονται μικρότερα ή μεγαλύτερα απ’ ό,τι είναι. Δεν ξέρουμε αν η Kusama γνώριζε την κλινική οντότητα, σίγουρα όμως αναγνώριζε στον εαυτό της στοιχεία από την ηρωίδα του Lewis Carroll.
Το 1968 παρουσίασε στο Central Park ένα δρώμενο με θέμα την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων, κάτω από το άγαλμα της Alice, με performers καλυμμένους με τα χαρακτηριστικά πουά της. Το 2012 εικονογράφησε τη δική της εκδοχή του ομώνυμου παραμυθιού και, με αφορμή το έργο, δήλωσε: «Εγώ, η Kusama, είμαι η σύγχρονη Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων». Οι εικόνες της γέμισαν τις σελίδες με το προσωπικό της λεξιλόγιο από λουλούδια, κουκκίδες, έντονα χρώματα και επαναλαμβανόμενα σχήματα, μεταφέροντας τον κόσμο της Αλίκης μέσα στη δική της οπτική πραγματικότητα.
Κληρονομιά με τέλος το άπειρο
Το «άπειρο» βρέθηκε στο επίκεντρο της εικαστικής της τέχνης ήδη από τα Infinity Nets, τα δίχτυα που αποτελούνται από αμέτρητες μικρές επαναλαμβανόμενες κουκκίδες και καμπύλες. Η ίδια τα αποκαλούσε «δίχτυα του απείρου», βλέποντάς τα ως αγωγό προς το διηνεκές αλλά και ως έναν επιπλέον τρόπο εξάλειψης του εαυτού.
Το χάος από κουκκίδες καταπίνει το κέντρο, την αρχή και το τέλος. «Όλοι μας ζούμε μέσα στο ανεξιχνίαστο μυστήριο και την απεραντοσύνη του σύμπαντος. Η αναζήτηση μιας “φιλοσοφίας του σύμπαντος” μέσω της τέχνης, υπό αυτές τις συνθήκες, με οδήγησε σε αυτό που αποκαλώ “στερεοτυπική επανάληψη”».
Στη συνέχεια ήρθαν οι καθρέφτες. Στα Infinity Mirror Rooms, τα φώτα και οι αντανακλάσεις που πολλαπλασιάζονται ατέρμονα δημιουργούν την ψευδαίσθηση ενός χώρου δίχως τέλος. Το βλέμμα δεν βρίσκει εύκολα ένα σημείο για να σταματήσει, αφού κάθε εικόνα επιστρέφει ξανά μέσα από έναν ακόμη καθρέφτη.
Η Kusama συνέχισε να επιστρέφει σε αυτή την ιδέα για δεκαετίες, αναπτύσσοντάς τη σε διαφορετικά μέσα και μορφές. Άλλωστε, ήθελε και η ίδια να χαθεί σε μια απέραντη διάρκεια. Ήθελε, σύμφωνα με δηλώσεις που της αποδίδονται, να γίνεται συνεχώς πιο διάσημη και να ζωγραφίζει μέχρι να πεθάνει.
Στην καλλιτεχνική της πορεία υπήρξαν ορόσημα και σημαντικές διακρίσεις: βρέθηκε στην καρδιά της αμερικανικής avant-garde, επηρεάζοντας την Pop Art, τον Μινιμαλισμό και καλλιτέχνες όπως ο Andy Warhol, ο Claes Oldenburg, ο Donald Judd και η Eva Hesse, έγινε η πρώτη γυναίκα καλλιτέχνις που εκπροσώπησε μόνη της την Ιαπωνία στη Biennale της Βενετίας το 1993, οι δημοπρασίες έργων της την ανέδειξαν σε μία από τις εμπορικότερες εν ζωή καλλιτέχνιδες, ενώ οι εκθέσεις της απέκτησαν διαστάσεις blockbuster, με δεκάδες εκατομμύρια επισκέπτες να έχουν θαυμάσει από κοντά το έργο της.
Η Yayoi Kusama, μια Αλίκη από την Ιαπωνία, έφτιαξε μόνη της την κουνελότρυπα που οδηγούσε στους δικούς της κόσμους, έπεσε μέσα της και χάθηκε για πάντα. Φρόντισε όμως να μείνει ανοιχτή, ώστε ο κόσμος να μπορεί να την επισκέπτεται για πολλά χρόνια και αιώνες, όσο το άπειρο που τόσο αγάπησε.