Ο ΒΡΑΒΕΥΜΕΝΟΣ ΜΕ ΟΣΚΑΡ LOUIE PSIHOYOS ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΤΟΝ «ΠΟΛΕΜΟ» ΜΕ ΤΑ ΠΛΑΣΤΙΚΑ
Έξι ζευγάρια Αμερικανών που προσπαθούσαν να αποκτήσουν παιδί –για διάστημα από 22 μήνες έως και μία δεκαετία– δέχθηκαν να συμμετάσχουν σε ένα αρκετά ενδιαφέρον αλλά και ασυνήθιστο πείραμα: περιόρισαν δραστικά για τρεις μήνες την έκθεσή τους στα χημικά που σχετίζονται με το πλαστικό στην καθημερινότητά τους.
Αντικατέστησαν, δηλαδή, πλαστικά μπουκάλια νερού, φακελάκια τσαγιού, αρωματισμένα καθαριστικά, συνθετικά υφάσματα και δεκάδες ακόμη καθημερινά προϊόντα με εναλλακτικές που περιείχαν σημαντικά λιγότερο ή και καθόλου πλαστικό.
Αυτό είναι το σημείο εκκίνησης του «The Plastic Detox» (Αποτοξίνωση από τα πλαστικά), του νέου ντοκιμαντέρ του βραβευμένου με Όσκαρ σκηνοθέτη Louie Psihoyos, που προβάλλεται στο Netflix και διερευνά κατά πόσο η καθημερινή έκθεση σε χημικές ουσίες που προέρχονται από τα πλαστικά μπορεί να επηρεάζει τη γονιμότητα και συνολικά την ανθρώπινη υγεία.
Πίσω από το πείραμα βρισκόταν, μεταξύ άλλων, και η Dr. Shanna Swan, καθηγήτρια Περιβαλλοντικής Ιατρικής και Δημόσιας Υγείας στην Ιατρική Σχολή Icahn του Mount Sinai στη Νέα Υόρκη και μία από τις πλέον γνωστές ερευνήτριες διεθνώς γύρω από την επίδραση περιβαλλοντικών χημικών ουσιών στη γονιμότητα. Εδώ και περισσότερα από 20 χρόνια, η ίδια και η ομάδα της μελετούν τη σημαντική μείωση του αριθμού σπερματοζωαρίων παγκοσμίως.
Πριν ξεκινήσει το πείραμα, οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν σε εξετάσεις προκειμένου να καταγραφεί το «φορτίο» χημικών ουσιών από το περιβάλλον στον οργανισμό τους, μέσω ανάλυσης ούρων, ενώ αξιολογήθηκαν και βασικοί δείκτες γονιμότητας, όπως η ποιότητα του σπέρματος.
Τα αρχικά αποτελέσματα δεν ήταν καθόλου ενθαρρυντικά. Στα ούρα εντοπίστηκαν υψηλά επίπεδα φθαλικών ενώσεων (πρόκειται για χημικές ουσίες που χρησιμοποιούνται ευρέως στα πλαστικά), ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις οι δείκτες ποιότητας σπέρματος βρίσκονταν κάτω από τα όρια αναφοράς.
Για τους επόμενους τρεις μήνες τα έξι ζευγάρια άλλαξαν τρόπο ζωής και υποβλήθηκαν εκ νέου σε εξετάσεις, οι οποίες κατέγραψαν βελτιωμένους δείκτες σε σύγκριση με την αρχική αξιολόγηση. Μάλιστα, τρία εξ αυτών πέτυχαν εγκυμοσύνη.
«Μόλις χθες μάθαμε πως και ένα τέταρτο ζευγάρι περιμένει παιδί», αναφέρει σε αποκλειστική συνέντευξη στο OW o Louie Psihoyos. «Φυσικά, η γονιμότητα είναι ένα εξαιρετικά σύνθετο ζήτημα, το οποίο επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, όπως η ηλικία, η γενετική προδιάθεση, το στρες, ο ύπνος, η συνολική κατάσταση της υγείας και υποκείμενα ιατρικά προβλήματα. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, ζητήσαμε από τα ζευγάρια να μην αλλάξουν απολύτως τίποτα στην καθημερινότητά τους κατά τη διάρκεια της τρίμηνης παρέμβασης, πέρα από τη μείωση της έκθεσής τους σε χημικές ουσίες που σχετίζονται με το πλαστικό».
Αυτό που έκανε τα αποτελέσματα τόσο εντυπωσιακά ήταν, κατά τον ίδιο, το μέγεθος της αλλαγής που παρατηρήθηκε σε αρκετούς συμμετέχοντες και ιδιαίτερα σε άντρες που εμφάνιζαν ενδείξεις υπογονιμότητας χωρίς να το γνωρίζουν.
«Μετά τη μείωση της έκθεσης σε ορισμένες χημικές ουσίες που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή πλαστικών, πολλοί παρουσίασαν θεαματική βελτίωση στην ποιότητα του σπέρματος. Πρόκειται βέβαια για ένα σχετικά μικρό δείγμα, όμως ακόμη και τόσο εντυπωσιακά αποτελέσματα μπορούν να εγείρουν σημαντικά επιστημονικά ερωτήματα και να δικαιολογήσουν πολύ μεγαλύτερες μελλοντικές μελέτες».
Η δύναμη της προσωπικής εμπειρίας
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Psihoyos επιχειρεί να μετατρέψει την επιστήμη σε προσωπική εμπειρία. Στο προηγούμενο ντοκιμαντέρ του, «You Are What You Eat: A Twin Experiment», ο σκηνοθέτης ακολούθησε 22 ζεύγη μονοζυγωτικών διδύμων που συμμετείχαν σε μελέτη διάρκειας οκτώ εβδομάδων του Πανεπιστημίου Stanford, συγκρίνοντας δύο διατροφικά μοντέλα, συμβατική διατροφή που περιλάμβανε ζωικά προϊόντα και βίγκαν διατροφή. Η χρήση γενετικά πανομοιότυπων διδύμων επέτρεψε στους ερευνητές να απομονώσουν με μεγαλύτερη ακρίβεια τον ρόλο της διατροφής σε συγκεκριμένους δείκτες υγείας.
Όπως εξηγεί, η επιλογή του να δείξει με χειροπιαστά αποτελέσματα το πώς επηρεάζεται η υγεία μας από ζητήματα όπως η διατροφή ή η έκθεση σε χημικές ουσίες στο «The Plastic Detox» δεν είναι καθόλου τυχαία.
«Η ΜΕΙΩΣΗ ΤΟΥ ΠΛΑΣΤΙΚΟΥ ΦΟΡΤΙΟΥ ΣΤΟΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΥΚΟΛΗ ΥΠΟΘΕΣΗ, ΟΜΩΣ Η ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΠΟΥ ΚΑΤΑΓΡΑΦΕΤΑΙ ΣΤΟ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ ΔΕΙΧΝΕΙ ΟΤΙ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ ΕΙΝΑΙ ΕΦΙΚΤΗ».
«Τα δεδομένα δείχνουν με συνέπεια ότι οι άνθρωποι είναι πιο πιθανό να αλλάξουν συμπεριφορά όταν κατανοήσουν πως ένα ζήτημα τους επηρεάζει προσωπικά και άμεσα. Αυτό αποτέλεσε μέρος της στρατηγικής σκέψης πίσω από τη δομή του ντοκιμαντέρ γύρω από πραγματικά ζευγάρια και πραγματικές παρεμβάσεις. Θέλαμε η επιστήμη να μοιάζει απτή και όχι αφηρημένη», λέει, τονίζοντας πως δεν γνώριζε αν αυτή η παρέμβαση θα οδηγούσε σε μετρήσιμα αποτελέσματα.
«Το αποτέλεσμα ξεπέρασε κάθε προσδοκία μου. Το να βλέπουμε αυτά τα ζευγάρια να βιώνουν πραγματικές αλλαγές στη γονιμότητα και την υγεία τους έκανε την επιστήμη πολύ πιο άμεση και ανθρώπινη με έναν τρόπο που σπάνια μπορούν να πετύχουν τα στατιστικά στοιχεία από μόνα τους», συμπληρώνει.
Μπορεί κανείς να απαλλαγεί από τα πλαστικά;
Στην πράξη, πάντως, η προσπάθεια αποδείχθηκε πολύ πιο δύσκολη απ’ όσο περίμεναν τα ζευγάρια. Το «The Plastic Detox» καταγράφει τις δυσκολίες που συνάντησαν στην προσπάθειά τους να περιορίσουν δραστικά την έκθεση σε χημικές ουσίες που σχετίζονται με τα πλαστικά, από τα τρόφιμα και τα προϊόντα προσωπικής φροντίδας μέχρι τα ρούχα και τα καθαριστικά του σπιτιού.
Το ερώτημα, βέβαια, είναι πόσο εφικτό είναι να προστατευτεί κανείς από μια απειλή που μοιάζει σχεδόν αόρατη αλλά βρίσκεται πλέον παντού – στο νερό, στον αέρα, ακόμη και μέσα στο ανθρώπινο σώμα. Μπορεί τελικά ο μέσος άνθρωπος να μειώσει ουσιαστικά την έκθεσή του σε μικροπλαστικά και ενδοκρινικούς διαταράκτες ή το πρόβλημα έχει πλέον ξεπεράσει το επίπεδο της ατομικής επιλογής;
Ο Ελληνοαμερικανός σκηνοθέτης εμφανίζεται αισιόδοξος, επιμένοντας πως, παρά τις δυσκολίες, η σημαντική μείωση της έκθεσης είναι εφικτή.
«Πιστεύω απόλυτα ότι οι άνθρωποι μπορούν να μειώσουν ουσιαστικά την έκθεσή τους και, σε πολλές περιπτώσεις, αυτό είναι πιο οικονομικά προσιτό απ’ όσο φαντάζονται. Η μεγαλύτερη πρόκληση συχνά δεν είναι το κόστος, αλλά η πληροφόρηση. Η έρευνα γύρω από τα προϊόντα απαιτεί τεράστιο χρόνο και προσπάθεια. Φανταστείτε ότι η ομάδα μου αφιέρωσε σχεδόν έναν χρόνο αξιολογώντας εκατοντάδες προϊόντα και εντοπίζοντας ασφαλέστερες εναλλακτικές λύσεις σε πολλές κατηγορίες της καθημερινής ζωής», σημειώνει.
Όπως λέει, στόχος της ομάδας του ήταν να δημιουργήσει πρακτικές επιλογές για διαφορετικά οικονομικά δεδομένα, χωρίς η μείωση της έκθεσης να μοιάζει με προνόμιο για λίγους.
«Προσπαθήσαμε να δημιουργήσουμε επιλογές για κάθε πορτοφόλι. Για παράδειγμα, αν κάποιος θέλει τη “Ferrari” εκδοχή ενός προϊόντος, βρήκαμε τέτοιες λύσεις. Αν, όμως, κάποιος προτιμά την πιο προσιτή, τύπου “Toyota Prius” εκδοχή, βρήκαμε και αυτές. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, πολλές από τις προτάσεις μας είναι διαθέσιμες μέσω του TheUnplasticShop.com. Στην Ευρώπη, αναδύονται επίσης εξαιρετικές εναλλακτικές. Κανείς δεν μπορεί να εξαλείψει πλήρως την έκθεση στον σύγχρονο κόσμο, όμως η σημαντική μείωσή της είναι τόσο ρεαλιστική όσο και ουσιαστική».
Για τον ίδιο, το «The Plastic Detox» δεν φιλοδοξεί απλώς να αλλάξει ατομικές συνήθειες. Όπως λέει, ο στόχος του ντοκιμαντέρ είναι να ενημερώσει, να ενισχύσει τη ζήτηση για ασφαλέστερα προϊόντα και, τελικά, να πιέσει προς την κατεύθυνση αυστηρότερων πολιτικών προστασίας.
«Θέλουμε ο κόσμος να καταλάβει ότι έχει τη δυνατότητα να δράσει. Η μείωση του πλαστικού φορτίου στον οργανισμό δεν είναι εύκολη υπόθεση, όμως η παρέμβαση που καταγράφεται στο ντοκιμαντέρ δείχνει ότι ουσιαστική αλλαγή είναι εφικτή. Παράλληλα, ελπίζουμε να δημιουργηθεί καταναλωτική ζήτηση για ασφαλέστερες εναλλακτικές χωρίς πλαστικό. Οι αγορές ανταποκρίνονται όταν οι καταναλωτές αρχίζουν να θέτουν πιο ουσιαστικά ερωτήματα για τα προϊόντα που αγοράζουν και χρησιμοποιούν καθημερινά».
«ΞΕΚΙΝΗΣΤΕ ΜΕ ΜΙΑ ΑΛΛΑΓΗ. ΜΕΤΑ ΑΛΛΗ ΜΙΑ. ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ, ΑΥΤΗ Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΜΕΤΑΤΡΕΠΕΤΑΙ ΣΕ ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΕΝΔΥΝΑΜΩΣΗΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΣΕ ΕΝΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΠΟΥ ΣΕ ΚΑΤΑΒΑΛΛΕΙ».
Ακόμη, ο ίδιος και η ομάδα του ευελπιστούν το ντοκιμαντέρ να συμβάλει στην ενίσχυση των δημόσιων πολιτικών για την καλύτερη προστασία των πολιτών παγκοσμίως. «Το ρυθμιστικό χάσμα είναι εντυπωσιακό. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, μόλις εννέα χημικές ουσίες έχουν απαγορευτεί στα προϊόντα προσωπικής φροντίδας, ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση περίπου 1.100 ενώσεις περιορίζονται ή απαγορεύονται. Αυτή και μόνο η διαφορά δείχνει πόσο πιο επείγουσα θα μπορούσε να είναι η αντιμετώπιση του ζητήματος σε επίπεδο πολιτικής», συμπληρώνει.
Παρά το αισιόδοξο μήνυμα του ντοκιμαντέρ, αρκετοί θεατές περιέγραψαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης συναισθήματα φόβου ή ακόμη και πανικού για το πόσο διάχυτη φαίνεται να είναι η έκθεση στα μικροπλαστικά στην καθημερινότητα. Ορισμένοι έγραψαν ότι μετά την προβολή αισθάνθηκαν την ανάγκη να πετάξουν μεγάλο μέρος των προϊόντων που υπάρχουν στο σπίτι τους.
Ο βραβευμένος σκηνοθέτης παραδέχεται πως, από τη στιγμή που αντιλαμβάνεται κανείς το μέγεθος του ζητήματος, είναι δύσκολο να το αγνοήσει. Παρ’ όλα αυτά, επιμένει ότι η λύση δεν βρίσκεται στον πανικό ή στις ακραίες κινήσεις, αλλά στις μικρές, σταδιακές αλλαγές.
«Ακόμη και το πιο μακρύ ταξίδι ξεκινά με ένα μόνο βήμα. Δεν χρειάζεται να αλλάξουν τα πάντα από τη μία μέρα στην άλλη. Ξεκινήστε με μία αλλαγή. Μετά άλλη μία. Με τον καιρό, αυτή η διαδικασία μετατρέπεται σε ένα ταξίδι ενδυνάμωσης και όχι σε ένα πρόβλημα που σε καταβάλλει».
Στη συνέχεια, εξηγεί ότι τα πλαστικά εισέρχονται στον οργανισμό μας μέσω κατάποσης, απορρόφησης και εισπνοής, γεγονός που καθιστά δύσκολη την πλήρη αποφυγή τους. Παρ’ όλα αυτά, υποστηρίζει ότι ορισμένες καθημερινές αλλαγές μπορούν να μειώσουν ουσιαστικά την έκθεση.
«Μία από τις πιο απλές αλλαγές είναι να αποφεύγει κανείς τα πλαστικά μπουκάλια νερού, όπου είναι εφικτό. Ακόμη και πολλά αλουμινένια κουτάκια φέρουν εσωτερικές πλαστικές επιστρώσεις που περιέχουν χημικές ουσίες όπως η δισφαινόλη Α (BPA), η οποία ήδη από τη δεκαετία του 1930 θεωρούνταν πιθανό ανδρικό αντισυλληπτικό. Το γυαλί και το ανοξείδωτο ατσάλι αποτελούν πολύ ασφαλέστερες εναλλακτικές. Μια ακόμη σημαντική πηγή έκθεσης είναι τα αρώματα. Πολλά αρωματισμένα προϊόντα προσωπικής φροντίδας περιέχουν φθαλικές ενώσεις, οι οποίες χρησιμοποιούνται ώστε τα αρώματα να σταθεροποιούνται και να απορροφώνται από το δέρμα. Τα προϊόντα χωρίς άρωμα αποτελούν συχνά πολύ ασφαλέστερη επιλογή. Το ίδιο ισχύει για τα αρωματικά κεριά, τα συνθετικά υφάσματα και τα καθαριστικά σπιτιού με έντονα αρώματα. Η επιλογή φυσικών υφασμάτων, πιο απλών καθαριστικών προϊόντων και προϊόντων προσωπικής φροντίδας χωρίς άρωμα μπορεί να μειώσει σημαντικά την έκθεση χωρίς να κάνει την καθημερινότητα περίπλοκη», λέει και ξεκαθαρίζει: «Ο στόχος του ντοκιμαντέρ δεν ήταν ποτέ να προκαλέσει παράλυση ή φόβο. Ήταν να βοηθήσει τον κόσμο να καταλάβει ότι υπάρχουν πρακτικά βήματα και ότι αυτά μπορούν να κάνουν ουσιαστική διαφορά».
Υπενθυμίζεται ότι το 2010 ο Louie Psihoyos βραβεύθηκε με το Όσκαρ Καλύτερου Ντοκιμαντέρ για το «The Cove», μέσα από το οποίο αποκάλυψε την παγίδευση και σφαγή δεκάδων χιλιάδων δελφινιών στην περιοχή Taiji της Ιαπωνίας. Το ντοκιμαντέρ ανέδειξε, μεταξύ άλλων, πώς ορισμένα δελφίνια αιχμαλωτίζονταν και πωλούνταν σε θαλάσσια πάρκα και ενυδρεία, ενώ όσα δεν επιλέγονταν θανατώνονταν και το κρέας τους διατίθετο στην αγορά για κατανάλωση.