ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΑΡΗΣ

ΕΚΑΝΑ ISLAND HOPPING, ΔΟΥΛΕΥΟΝΤΑΣ

Tρεισήμισι μέρες. Τρία ελληνικά νησιά. Ναι, μπορείς να κάνεις island hopping μαζί με την υπολογιστή σου. Και να δουλεύεις απολαμβάνοντάς το.  

Έφτιαξα πράγματα για δυο παιδιά, άφησα το ένα κατασκήνωση, το άλλο στη γιαγιά και τον παππού, και γύρισα σπίτι. Δεν ακουγόταν κιχ. Έκανα μπάνιο (από αυτά τα 20λεπτα, που βάζεις και κρέμα μετά και που εκτιμάς τόσο πολύ μόνο όταν έχεις παιδιά) και γέμισα μια μικρή βαλίτσα μόνο με τα απαραίτητα. Στο backpack θα έμπαινε ο υπολογιστής, ο σκληρός δίσκος, ένα δημοσιογραφικό μαγνητοφωνάκι (δεν ξέρεις πότε θα χρειαστεί να πάρεις συνέντευξη από κάποιον), σημειωματάριο, στυλό και ατζέντα. Ναι, έπρεπε να δουλέψω εν μέσω ταξιδιού από Αθήνα προς Αμοργό, μετά προς Κουφονήσια και από εκεί προς Νάξο. Island hopping δηλαδή με υπολογιστή.

Ξέρω, ακούγεται ειδυλλιακό. Έτσι ένιωσα κι εγώ όταν άκουσα το δρομολόγιο που θα έκανε ο άντρας μου για δουλειά. Θυμήθηκα τα νερά στα Κουφονήσια (δεν νομίζω ότι υπάρχουν πουθενά αλλού σε ολόκληρο τον κόσμο), τη χώρα της Αμοργού (που ερωτεύεσαι με την πρώτη ματιά), τα ορεινά χωριά της Νάξου (που σε κάνουν να ξεχνάς τη θάλασσα). Υπήρχε ένα μόνο tricky point: Το ταξίδι είχε διάρκεια 3,5 μέρες. Μόνο.

Το πήρα απόφαση. Έπεισα τον εαυτό μου ότι θα ήμουν πιο παραγωγική αν δούλευα ακούγοντας τζιτζίκια, με φόντο το απέραντο γαλάζιο. Άλλωστε, θα ήμουν χωρίς παιδιά. Άρα, οι πιθανότητες επιτυχίας αυξάνονταν σημαντικά.

Island hopping σε τρεισήμιση μέρες

Τρίτη.

7:35 ΗΣΑΠ

Ναι, είμαι στο τρένο για Πειραιά. Κρατώντας βαλίτσα. Μετά από –δεν μπορώ να υπολογίσω πόσες– μικρές, μεγάλες, ενδιάμεσες καραντίνες, θα ταξιδέψω για κάπου. Ακόμα κι αν έκανα μόνο τη διαδρομή Μαρούσι-Πειραιάς και επέστρεφα πίσω με τη βαλιτσούλα μου, νομίζω ότι θα ήμουν ευτυχής.

Βγαίνοντας από τον σταθμό, καυτός αέρας φυσάει το πρόσωπό μου και τα φουγάρα των πλοίων ξεπροβάλουν ανάμεσα σε σταθμευμένα ταξί και τουρίστες με σαγιονάρες. Το πράγμα αρχίζει να χοντραίνει, το σκηνικό θυμίζει –ανατριχιαστικά πολύ– αληθινές διακοπές.

8:30 Λιμάνι Πειραιά

Συμπληρώνω χαρτί για COVID, βάζω μάσκα και αντισηπτικό και μπαίνω στο καράβι. Δεν με νοιάζει η ζέστη, ούτε το καυσαέριο από τις μηχανές του πλοίου, που έχει γίνει σύννεφο πάνω από το κεφάλι μου. Δεν έχω καμία αγωνία αν θα βρω θέση, μπορώ να κάτσω οπουδήποτε, σε μία γωνίτσα, αρκεί να υπάρχει πρίζα (ο φορητός υπολογιστής μου πνέει τα λοίσθια και δεν λειτουργεί διαφορετικά). Αναρωτιέμαι πώς κάποτε παραπονιόμουν για όλα τα παραπάνω. Αποδεικνύεται ότι έχω και αριθμημένη θέση και πρίζα. Ευγνωμονώ το σύμπαν.

Παίρνω καραβίσιο καφέ και σπανακόπιτα. Αργεί ακόμα να ξεκινήσει το πλοίο. Ανοίγω υπολογιστή και διορθώνω κείμενα. Αποδεικνύεται ότι το καράβι έχει και free Wi-Fi. Ουάου! Στο πρώτο mail αποδεικνύεται ότι το free Wi-Fi δεν φτουράει. Κάνω hot spot το κινητό και συνεχίζω. Παίρνω έναν υπνάκο. Με ξυπνάει κάποιο παιδί που φωνάζει «Μαμά». Ευτυχώς, δεν είμαι η δική του μαμά. Συνειδητοποιώ ότι δεν είμαι η μαμά κανενός σε αυτό το πλοίο, επομένως μπορώ να κοιμάμαι όποτε θέλω και δεν χρειάζεται να μοιραστώ με κανέναν τη σπανακόπιτά μου. Τρώω ένα ακόμα κομμάτι και την ξαναπέφτω για ύπνο.

Τέσσερις ώρες αργότερα, και ενώ έχω δουλέψει απερίσπαστα τις περισσότερες από αυτές, το καράβι πιάνει Νάξο. Επιβιβάζεται ο άντρας μου και η συνάδελφός του, αυτοί στους οποίους προσκολλήθηκα δηλαδή για να ζήσω την εμπειρία του island hopping. Δουλεύουν κι αυτοί στους δικούς τους υπολογιστές. Μία ώρα αργότερα βρισκόμαστε Αμοργό.

Πλοίο για Αμοργό

14:40 Κατάπολα, Αμοργός

Έχω να έρθω 16 χρόνια. Μου έρχονται στο μυαλό εικόνες από το camping, τον Αμοργιαλό (για ψημένη ρακί) και την Que (τη θρυλική ντίσκο στην Αιγιάλη). Ευτυχώς, μαθαίνω ότι υπάρχει ακόμα και νιώθω λίγο καλύτερα για την ηλικία μου. Νοικιάζουμε αυτοκίνητο, φορτώνουμε πράγματα (ίσα ίσα χωράμε οι τρεις μας) και ξεκινάμε για Αιγιάλη. Έχει πολλή ζέστη, το ερ κοντίσιον περιλαμβάνεται στο αυτοκίνητο μόνο κατ’ ευφημισμόν – αλλά ποιος νοιάζεται; Ανοίγουμε τα παράθυρα και παρατηρούμε το φαλακρό τοπίο και τα σμαραγδί νερά. Θυμάμαι γιατί ερωτεύτηκα αυτό το νησί από την πρώτη στιγμή που το είδα.

Φτάνουμε στα δωμάτια. Εντάξει, το camping το αγαπάω, αλλά και το καλό στρώμα είναι άλλο πράγμα. Βάζω τον υπολογιστή στην πρίζα και, όσο οι υπόλοιποι λείπουν για δουλειά, γράφω και κάνω τα απαραίτητα τηλεφωνήματα.

19:15 Άγιος Παύλος, Αμοργός

Οι υπόλοιποι της παρέας επιστρέφουν. Έχουμε πρόσκληση για να φάμε στον «Μπάρμπα-Γιάννη», πάνω από την παραλία του Αγίου Παύλου. Ευκαιρία να κάνουμε μια βουτιά σε αυτά τα προκλητικά νερά πριν δύσει ο ήλιος. Με θέα απέναντι –σε απόσταση αναπνοής– τη νησίδα Νικουριά, μπαίνουμε στο κρυστάλλινο νερό.

[Σύντομο διάλειμμα, για μάθημα ιστορίας: Το ακατοίκητο νησάκι λειτούργησε κατά τους κλασικούς χρόνους ως νομισματοκοπείο, που «έκοβε» νόμισμα για τις τρεις μεγάλες πόλεις της Αμοργού, Αρκεσίνη, Μινώα και Αιγιάλη, οι οποίες φαίνεται να λειτουργούσαν ως ενιαίο κράτος. Στο νότιο άκρο της Νικουριάς βρίσκονται λίγες πέτρες που φανερώνουν το κτίσμα που υπήρχε εκεί, όταν έβαζαν τους λεπρούς σε καραντίνα. Η πρόσβαση στις δύο από τις τρεις παραλίες του νησιού γίνεται με καραβάκι. Η περιοχή είναι επίσης γνωστή για τον υπέροχο βυθό της, οπότε πάρτε μάσκα και βουρ.]

Η βουτιά μας διαρκεί λίγο, μέχρι να χαθεί ο ήλιος από το οπτικό μας πεδίο, η απόλαυση όμως παραμένει ίδια. Στα 100 μέτρα βρίσκεται η ταβέρνα. Πίνουμε ρακή και συμφωνούμε να τσιμπήσουμε λίγα μεζεδάκια. Το αφήνουμε στο χέρι της μαγείρισσας. Έρχεται ντομάτα, αμοργιανό τυρί, ζυμωτό ψωμί και απίθανη μαρίδα – ειλικρινά, νιώθω ότι δεν έχω φάει πιο ωραία. Κάπου εκεί νομίζουμε ότι το τραπέζι ολοκληρώθηκε, αλλά όχι. Παρ’ όλες τις «διαμαρτυρίες» μας, συνεχίζουν να έρχονται πιάτα.

Ο νυχτερινός ουρανός της Αμοργού σε συνδυασμό με τη ρακή εγείρουν ενδιαφέρουσες συζητήσεις. Μαθαίνουμε πώς είναι ο  χειμώνας στο νησί και επιβεβαιώνουμε ότι λίγο πιο πέρα κατοικεί μόνιμα πλέον η Ματούλα Ζαμάνη (όσοι δεν την ξέρετε, πάρτε μια ιδέα εδώ). Ακούμε ιστορίες από την εποχή που το νησί ήταν άγονη γραμμή, μαθαίνουμε γιατί η δημιουργία αεροδρομίου έχει μείνει στα χαρτιά και λύνουμε την απορία μας γιατί ένα τόσο μικρό νησί έχει δύο φυσικά λιμάνια (μας λένε ότι παλιότερα δεν υπήρχε δρόμος που να συνδέει τα Κατάπολα με την Αιγιάλη, οπότε χρησιμοποιούνταν και τα δύο ως λιμάνια, πράγμα που έχει διατηρηθεί μέχρι και σήμερα). Γνωρίζουμε έναν πρώην αστυνομικό που είχε περάσει από όλη την άγονη γραμμή (Δονούσα, Σχοινούσα, Αμοργό) και τώρα διαχειρίζεται ξενοδοχείο. Έναν πρώην ιδιοκτήτη σούπερ μάρκετ που πλέον ασχολείται με ενοικιαζόμενα  δωμάτια. Και έναν κατ’ επιλογή –τονίζει ο ίδιος– οικοδόμο, που διαβάζει Καββαδία.

Πηγαίνουμε για ύπνο με μια αίσθηση ικανοποίησης. Έχει συμβεί αυτό που συχνά επιδιώκεις –και λιγότερο συχνά πετυχαίνεις– στις διακοπές: Να ζήσεις τη στιγμή βγαίνοντας από το comfort zone σου, γνωρίζοντας καινούργιους, εντελώς διαφορετικούς ανθρώπους, παρακολουθώντας άλλα σκεπτικά, ακούγοντας άλλες απόψεις.

Ηλιοβασίλεμα στην Αμοργό

Τετάρτη.

11:30 Χώρα, Αμοργός

Δεν προλαβαίνουμε να πάμε στην Αγία Άννα (τη διάσημη παραλία όπου γυρίστηκε η ταινία «Απέραντο γαλάζιο»), όπως ανεδαφικά ελπίζαμε. Δεν είδαμε ούτε την εντυπωσιακή Μονή της Χοζοβιώτισσας, που είναι αγκιστρωμένη σε έναν βράχο, προκαλώντας δέος σε όποιον την κοιτάει (η ανάβαση περιλαμβάνει 300 απότομα σκαλιά και αξίζει τον κόπο). Έχουμε αποδεχτεί, όμως, ότι το island hopping δεν περιλαμβάνει τσεκαρίσματα σε κουτάκια. Στόχος είναι να πάρεις μια αίσθηση του μέρους, ακόμα κι αν την βγάλεις για λίγες ώρες στο λιμάνι ενός νησιού περιμένοντας το επόμενο καράβι. Πριν φύγουμε για Κουφονήσια, προλαβαίνουμε ένα γρήγορο πέρασμα από τη Χώρα. Έχουμε μαζέψει τα λιγοστά μας πράγματα, έχουμε αφήσει τα κλειδιά των δωματίων, υποσχόμαστε ότι θα ξανάρθουμε, φεύγουμε με δώρο μια ψημένη ρακή.

Ό,τι και να πει κανείς για τη Χώρα αυτού του νησιού είναι λίγο. Κάθε σοκάκι που περπατάς, κάθε στροφή που παίρνεις είναι μία αισθητική εμπειρία. Τα πάντα μοιάζουν σαν σκηνικό βγαλμένο από ταινία. Θυμάμαι από την πρώτη μου επίσκεψη στο νησί το «Γιασεμί», για καφέ και πρωινό. Πλέον, όμως, υπάρχουν άπειρες επιλογές από μαγαζάκια, το ένα καλύτερο από το άλλο. Παρατηρώ ότι η vegan φιλοσοφία έχει μπει για τα καλά στα πιάτα της Αμοργού, με τα vegan burgers και τον mushroom γύρο να πρωταγωνιστούν. Το εργαστήριο της συνονόματης Μυρτώς μου κλέβει την καρδιά (ακόμα θυμάμαι εκείνο το δαχτυλίδι που δεν πήρα). Τρέχουμε στα δρομάκια για να κρατήσουν οι αμφιβληστροειδείς μας όσες περισσότερες εικόνες γίνεται. Επίσης τρέχοντας, μπαίνουμε στο αυτοκίνητο για το λιμάνι.

Αμοργός

13:30 Κατάπολα, Αμοργός

Σε μία ώρα έρχεται το πλοίο για Κουφονήσια. Κάνουμε ηλεκτρονικά check in και καθόμαστε για ένα… αργοπορημένο πρωινό στο λιμάνι. Διαφοροποιούμαι από τους υπόλοιπους και ψάχνω –τι άλλο;– για πρίζα. Δουλεύω, ενώ απολαμβάνω αβγό μάτι και χυμό πορτοκάλι. Λαμβάνουμε μήνυμα για καθυστέρηση του πλοίου. Κανένα πρόβλημα. Βγάζω περισσότερη δουλειά με θέα αυτά τα απίστευτα νερά.

Πρωινό στην Αμοργό

15:30 Στο πλοίο για Κουφονήσια

Το ταξίδι από Αμόργο για Κουφονήσια διαρκεί με το γρήγορο πλοίο μόλις 30 λεπτά. Έχει ξεκινήσει, όμως, φοβερός αέρας και η μισή αυτή ώρα μου φαίνεται αιωνιότητα. Το πλήρωμα ανακοινώνει να μην σηκωνόμαστε από τις θέσεις μας. Κάποιοι κρατάνε σακούλες μπροστά στο στόμα τους και ο προ ολίγων λεπτών χαρωπός τουρίστας που έπινε μπύρες βρίσκεται ξαπλωμένος στο πάτωμα με κλειστά μάτια, κρατώντας το κεφάλι του.

Φτάνουμε στο λιμάνι των Κουφονησίων και βλέπω για δεύτερη φορά στη ζωή μου αυτά τα απίστευτα σμαραγδένια νερά. Ξεχνάω τη ζαλάδα μου και ανυπομονώ να βουτήξω. Στα περισσότερα, αν όχι όλα τα νησιά δεν βρίσκεις απολύτως κανέναν λόγο να κολυμπήσεις στα νερά του λιμανιού. Όχι στα Κουφονήσια.

Για την ιστορία, τα Κουφονήσια αποτελούνται από δύο νησίδες, το Άνω και Κάτω Κουφονήσι, εκ των οποίων μόνο το Άνω είναι κατοικήσιμο, ενώ περιλαμβάνουν και την Κέρο, ένα μικρό ακατοίκητο νησί.

Λίγο έξω από το καράβι, μας περιμένει βανάκι για να μας μεταφέρει στα καταλύματά μας, εμάς και όλους όσοι έχουν αποβιβαστεί. Στο Άνω Κουφονήσι, με έκταση μόλις 5,7 χλμ., δεν υπάρχει κανένας λόγος να έχεις αυτοκίνητο, ούτε καν μηχανάκι. Όλα γίνονται με τα πόδια.

Πολλά πράγματα έχουν αλλάξει τα τελευταία χρόνια στο νησί. Πλέον, δεν υπάρχει το camping που έμενα όταν το πρωτοεπισκέφτηκα (αν θες να στήσεις σκηνή, πας στο ακατοίκητο Κάτω Κουφονήσι, εκεί να δεις ομορφιά…). Το άλλοτε «εναλλακτικό» νησί της άγονης γραμμής έγινε αγαπημένος προορισμός του εγχώριου και διεθνούς jet set (πολύ γελάω με αυτόν τον όρο!), με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν νέες ανάγκες, να αρχίσει το χτίσιμο, να ανέβουν οι τιμές, να χρειάζεται να κλείνεις δωμάτιο μήνες πριν, να συναντάς τον κόσμο της Μυκόνου στα σοκάκια της χώρας. Ωστόσο, το Κουφονήσι παραμένει Κουφονήσι στην ουσία του, και ευτυχώς στις παραλίες δεν έχει μπει ούτε μία ξαπλώστρα.

Κουφονήσια

16:30 Πορί, Πάνω Κουφονήσι

Μόλις έχουμε γνωρίσει τον Κωνσταντίνο, ένα νεαρό παιδί που δεν είναι από τα Κουφονήσια, αλλά βρέθηκε με γη εδώ. Πριν από 12 χρόνια είχε έρθει για διακοπές και αποφάσισε να αγοράσει ένα φτηνό αγροτεμάχιο επειδή του άρεσε πολύ το νησί. Μέσα σε λίγα χρόνια του ζήτησαν να το αγοράσουν πληρώνοντας τρεις φορές πάνω από την αρχική του αξία. Κατάλαβε ότι κάτι «παίζει» στα Κουφονήσια και αποφάσισε να κάνει μια επένδυση, φτιάχνοντας σπίτια των 70-115 τ.μ. για μεγάλες οικογένειες ή παρέες. Αυτή τη στιγμή στήνεται ένα μικρό μποστάνι, ενώ στην άκρη του οικοπέδου υπάρχει ένα γιόγκα deck. Μην σας κάνει εντύπωση. Η γιόγκα, ο διαλογισμός και γενικά οι mindfulness διακοπές έχουν βρει στο νησί τον χώρο και το κοινό τους. Ανοίγουμε για λίγο υπολογιστές στον χώρο του barbeque (που έχει και την πολυπόθητη πρίζα) και κατεβαίνουμε στην παραλία.

Το εξωτικό Πορί είναι ένας μεγάλος κόλπος με τιρκουάζ νερά και χρυσή αμμουδιά, που δύσκολα περιγράφεται με λόγια. Αν συμφωνήσουμε ότι με τη λέξη «παράδεισος» αναφερόμαστε σε έναν τόπο μαγευτικό, ονειρεμένο, τότε ναι, το Πορί θα μπορούσε ασυζητητί να χαρακτηριστεί έτσι. [Παρένθεση: Κανένα κλικ δεν θα μπορούσε να αποτυπώσει αυτή την ομορφιά].

Ακριβώς από πάνω υπάρχουν δύο ταβέρνες-εστιατόρια. Καθόμαστε στο «Καλόφεγγο». Αγαπημένα ελληνικά υλικά, όπως η ντομάτα, ο ταραμάς, η μελιτζάνα, τα μαυρομάτικα, παρουσιάζονται σε μια ελαφρώς γκουρμέ εκδοχή τους. Τρώμε απίθανη ταραμοσαλάτα, μαυρομάτικα με χταπόδι, βλίτα με ταλαγάνι, καπνιστό χέλι, γαύρο μαρινάτο. Οι τιμές είναι λίγο τσιμπημένες, αλλά είπαμε, τα Κουφονήσια έπαψαν να είναι άγονη γραμμή. Αν θες να μείνεις μετά το ηλιοβασίλεμα, συνεχίζεις με ποτά και χαλαρή μουσική.

Εμείς επιλέξαμε να πάρουμε τον δρόμο της επιστροφής με τα πόδια, την ώρα που έδυε ο ήλιος. Το light pollution δεν υπάρχει εδώ ως όρος, οπότε έχεις την ευκαιρία να δεις όσα αστέρια δεν έχεις δει ποτέ στη ζωή σου.

Επιστροφή στο δωμάτιο. Ενοχές που δεν δούλεψα αρκετά σήμερα. Ο υπολογιστής ανοίγει για 1-1,5 ώρα.

22:00 Χώρα, Άνω Κουφονήσι

Υπάρχει μια κάποια κούραση, αλλά δεν μπορούμε να φύγουμε από το νησί χωρίς μια βόλτα στα σοκάκια του. Εδώ, υπάρχουν πολλές επιλογές για φαγητό, αν και πρωταγωνιστής παραμένει το φρέσκο ψάρι. Όλοι μιλάνε για το «Ρεμέτζο», «θα φας καλά, χωρίς να ξεπαραδιαστείς», λένε. Δυστυχώς, δεν είχαμε τον χρόνο να το επισκεφτούμε. Δοκιμάσαμε, όμως, πολύ ωραίο παγωτό από το «Φιστίκι» και ήπιαμε κοκτέιλ και ρακόμελο (ναι, μαζί) κάπου ανάμεσα στο «Αστρολούλουδο» και στο «Κουφοχωριό».

Πέμπτη.

10:00 Λιμάνι, Άνω Κουφονήσι

Κλείνουμε βαλίτσες, τρώμε ένα γρήγορο πρωινό στη Χώρα και καθόμαστε να δουλέψουμε σε ένα μαγαζί μπροστά στη θάλασσα του λιμανιού. Δεν καταφέραμε να πάμε στην «Ιταλίδα» (πρόκειται για μια παραλία-μικρογραφία του Πορί), ούτε στο «Γάλα» (εκεί συναντάς ένα γεωλογικό φαινόμενο, όπου η θάλασσα περνάει κάτω από έναν βράχο και δημιουργώντας αφρούς άσπρους –σαν το γάλα– βγαίνει σε μια μικρή, υπέροχη παραλία). Προλαβαίνουμε να κάνουμε, όμως, μια ακόμα απίθανη βουτιά εδώ και αυτό μας είναι αρκετό.

κουφονήσι5

16:30 Λιμάνι, Νάξος

Κατεβαίνουμε στην ανεμοδαρμένη Νάξο. Νοικιάζουμε αυτοκίνητο και πηγαίνουμε στο ξενοδοχείο, με (απίστευτη) θέα στη Χώρα και στην Πορτάρα. Η Πορτάρα, το σήμα κατατεθέν του νησιού φαίνεται εντυπωσιακή ανάμεσα στα κύματα. [Πρόκεται για μια μεγάλη μαρμάρινη πύλη από τον ναό του Απόλλωνα, που ξεκίνησε να χτίζεται τον 6ο-7ο π.Χ. αιώνα και δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Στέκεται στην κορυφή της νησίδας Παλάτια, που σήμερα ενώνεται με τη Χώρα της Νάξου]. Δεν έχω κέφι να δουλέψω. Παρηγιοριέμαι ότι έβγαλα αρκετή δουλειά το πρωί (που ήμουν; Αμοργό; Κουφονήσια; Έχω χάσει την μπάλα). Κάνω μπάνιο και βάζω ό,τι κρέμες έχω μαζί μου.

λιμάνι Νάξου

19:30 Χώρα, Νάξος

Έχουμε να φάμε από το πρωί, οπότε βγαίνουμε προς αναζήτηση ταβέρνας. Κάποιος από την παρέα θυμάται ότι είχε φάει καλά στο «Meze meze». Κανείς δεν φέρνει αντίρρηση. Παρόλο που η ταβέρνα και γενικά το νησί είναι γεμάτα κόσμο, τα φαγητά έρχονται χωρίς καθυστέρηση και οι σερβιτόροι είναι πολύ ευγενικοί. Στον κατάλογο πρωταγωνιστούν οι μεζέδες και τα θαλασσινά, αν και θα βρείτε και υπέροχους κεφτέδες.

Η βραδιά κλείνει με βόλτες στα στενά της Χώρας – όπου διαρκώς ξεπροβάλλουν γωνιές με απίστευτα ταβερνάκια, έτσι για να νιώσεις ότι πρέπει να ξανάρθεις για να τα επισκεφτείς. Ένα παγωτό στο χέρι από το Waffle House (αν και επιβάλλεται η βάφλα του) και ξενοδοχείο για ύπνο.

Ξενοδοχείο

Παρασκευή.

11:00 Απείρανθος, Νάξος

Το χωριό του Μανώλη Γλέζου είναι ένα μέρος που αξίζει να επισκεφτείς ακόμα κι αν μείνεις μόνο μια μέρα στο νησί. Χτισμένο σε υψόμετρο μεταξύ 570 και 640 μέτρων, βρίσκεται στους πρόποδες του βουνού Φανάρι. Το χωριό έχει χαρακτηριστεί παραδοσιακός οικισμός και οι βόλτες ανάμεσα στα πλατάνια και τα πέτρινα σπιτάκια είναι μαγικές. Το εντυπωσιακό είναι πως η Απείρανθος έχει 5 μουσεία! Γεωλογικό, Αρχαιολογικό, Φυσικής Ιστορίας, Εικαστικών Τεχνών και Λαογραφικό. Δυστυχώς, δεν έχουμε πολύ χρόνο, οπότε κάνουμε έναν γύρο το κέντρο του χωριού, παίρνουμε μια αίσθηση και μπαίνουμε στο αυτοκίνητο.

Απείρανθος

14:00 Κινίδαρος, Νάξος

Έχουμε συμφωνήσει ότι το τελευταίο μας γεύμα στη Νάξο θα είναι στη χασαποταβέρνα «Βασιλαρακιού». Ο Βασίλης Κλουβάτος έχει πάει πολλά βήματα παραπέρα το καφενείο/ χασάπικο που παρέλαβε από τον μπαμπά και τον παππού του, σερβίροντας ντόπια, εκλεκτά κρέατα. Αξίζει να δοκιμάσεις κάποιο από τα σιτεμένα 28 ημερών. Απλώς απίθανο! Το ψήσιμο, το κόψιμο, όλα. Φεύγοντας, πάρε κάποιο από τα μοναδικά τυριά της περιοχής (αρσενικό, γραβιέρα, ξινομυζήθρα).

Βιαζόμαστε να επιστρέψουμε στο ξενοδοχείο και να φορτώσουμε τα πράγματα, γιατί η πτήση μας αναχωρεί σύντομα. Δηλώνουμε με ένα στόμα ότι δεν θέλουμε να φύγουμε. Και τότε –ως διά μαγείας– λαμβάνουμε μήνυμα ότι υπάρχει καθυστέρηση.

Νάξος

18:30 Αεροδρόμιο, Νάξος

Ο κρατικός αερολιμένας Νάξου, όπως αναγράφεται στην πρόσοψή του, ανήκει σίγουρα στη λίστα με τα πιο cult σκηνικά που έχω δει. Θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελέσει έμπνευση για ταινία του Wes Anderson. Επιβιβαζόμαστε στο μικρό αεροσκάφος και απογειωνόμαστε.

Αεροδρόμιο

Κάπου εδώ το island hopping φτάνει στο τέλος του. Επιστροφή στη βάση. Γεμάτη με εικόνες στο μυαλό, μια ψημένη ρακή και μια ξυνομυζήθρα στις αποσκευές (μα, πώς μου ήρθε να πάρω μαλακό τυρί, που στο τσακ δεν χύθηκε παντού;) χαζεύω από το παράθυρο του αυτοκινήτου τα φώτα στους δρόμους της Αθήνας. Σκέφτομαι ότι κατάφερα να δουλέψω σε ικανοποιητικό βαθμό, άδειασα το μυαλό μου και δημιούργησα χώρο για δημιουργική σκέψη, μάζεψα αρκετή ενέργεια για το επόμενο διάστημα. Όσο για αυτό το τελευταίο, η ζωή ήθελε μάλλον να τσεκάρει αν το εννοούσα πραγματικά: Η κατασκήνωση της μικρής είχε γεμίσει κρούσματα.

Υ.Γ.: Να θυμηθώ να πάρω μπαταρία για τον Η/Υ.

Στην Αμοργό μείναμε στις Μούσες και στην Νάξο στο ξενοδοχείο Grotta. Στα Κουφονήσια μείναμε στα Asterias Studios και επισκεφθήκαμε το Βlue Harpist

SLOW MONDAY NEWSLETTER

Θέλεις να αλλάξεις τη ζωή σου; Μπες στη λογική του NOW. SLOW. FLOW.
Κάθε Δευτέρα θα βρίσκεις στο inbox σου ό,τι αξίζει να ανακαλύψεις.