Courtesy of Searchlight Pictures Atsushi Nishijima

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΑΡΕΣΕΙ Η ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΤΑΙΝΙΑ ΤΟΥ ΛΑΝΘΙΜΟΥ;

Οι «Ιστορίες Καλοσύνης» επαναφέρουν το σινεμά του Γιώργου Λάνθιμου στο επίκεντρο και αναζωπυρώνουν την κόντρα ανάμεσα σε λανθιμικούς και αντιλανθιμικούς. Τελικά, είναι καλή ταινία;

Γνωρίζαμε ότι ο Έλληνας σκηνοθέτης δεν είναι για όλα τα γούστα. Πολλοί είχαν εγκαταλείψει τον Γιώργο Λάνθιμο από την αρχή. Δηλαδή, από τον «Κυνόδοντα» και το ωμό, αλληγορικό, ζοφερό (ηλεκτρο)σοκ που προσέφερε απλόχερα στους έκπληκτους Έλληνες θεατές.

Μετά, ήρθε η διεθνής αναγνώριση και η ανασφάλεια που προκάλεσε στο κριτήριο κάποιων για την κινηματογραφική του αξία («Μα καλά, τι βλέπουν αυτοί οι ξένοι που δεν βλέπουμε εμείς;»). Κάπως έτσι αυξήθηκε η επιρροή των λανθιμικών και καταλάγιασε η απεγνωσμένη απόρροια «τι είναι τούτο που μας βρήκε πάλι, Θεέ μου;».

Το οσκαρικό και πιο προσεγγίσιμο μέχρι σήμερα έργο του Γιώργου Λάνθιμου, το «Poor Things», θόλωσε ακόμη περισσότερο τα καλλιτεχνικά νερά, φέρνοντας στο λανθιμικό στρατόπεδο αρκετό κόσμο που δεν ήταν ούτε εξοικειωμένος ούτε προετοιμασμένος για το επόμενο κινηματογραφικό του άπερκατ…

Γιώργος Λάνθιμος
Ο Γιώργος Λάνθιμος στο Φεστιβάλ Καννών, ανάμεσα στους πρωταγωνιστές των «Ιστοριών Καλοσύνης», τον Jesse Plemons και την Emma Stone, 18 Μαΐου 2024. Scott A Garfitt/Invision/AP Photo
Ο Γιώργος Λάνθιμος στο Φεστιβάλ Καννών, ανάμεσα στους πρωταγωνιστές των «Ιστοριών Καλοσύνης», τον Jesse Plemons και την Emma Stone, 18 Μαΐου 2024.

Και κάπως έτσι, η ταινία «Ιστορίες Καλοσύνης» έριξε στο καναβάτσο τους απροετοίμαστους Έλληνες θεατές. Ας δούμε, όμως, ποια είναι τα στοιχεία της καινούργιας ταινίας του Λάνθιμου που δίχασαν το κοινό:

1. Πίσω στα λανθιμικά βασικά

Για να μπορέσουμε να αποκωδικοποιήσουμε το σινεμά του Λάνθιμου, θα πρέπει μάλλον να χρησιμοποιήσουμε το viral ερώτημα που κυκλοφορεί εδώ και χρόνια στα social media: Και αν αποδομήσεις την Ελλάδα, τι θα μείνει;

Αν αποδομήσεις, λοιπόν, το λανθιμικό σινεμά, θα μείνει το ανοίκειο, ο θρίαμβος του συμβολισμού, το βιτριολικό μαύρο χιούμορ, η σοκαριστική αξία, η ακύρωση του νατουραλισμού και η απενοχοποιημένη επικράτηση του κυνισμού. Κάποιος θα μπορούσε να αναρωτηθεί: Μα καλά, τι είναι όλα αυτά;

Τα παραπάνω απλά επαληθεύουν ότι ο Λάνθιμος δεν είναι για όλα τα γούστα. Ευτυχώς, δηλαδή. Από τα πρώτα βήματα της καριέρας του, ο Έλληνας σκηνοθέτης έκανε σαφές ότι αυτό που επιθυμεί είναι να φτιάξει και να υπηρετήσει μια δική του κινηματογραφική γλώσσα, η οποία θα βρίσκεται μακριά από αυτό που ορίζουμε ως «εμπορικό σινεμά» ή «επικρατούσα αφήγηση». Ο χολιγουντιανός νατουραλισμός είναι κάτι που δεν τον ενδιαφέρει. Μάλλον τον βαριέται αφόρητα.

Ιστορίες Καλοσύνης
Margaret Qualley, Jesse Plemons και Willem Dafoe στις «Ιστορίες Καλοσύνης». Courtesy of Searchlight Pictures Atsushi Nishijima
Margaret Qualley, Jesse Plemons και Willem Dafoe στις «Ιστορίες Καλοσύνης».

Ο Έλληνας σκηνοθέτης μιλάει με σύμβολα και αμήχανες σιωπές, κατεβάζει ρυθμούς, δίνει ανάσες στην αφήγησή του, κριντζάρει (θα μου επιτρέψετε τον νεολογισμό) στο έπακρο με το χιούμορ του, αλλά ποτέ –μα ποτέ– δεν θα σου δώσει τίποτα έτοιμο στο πιάτο… Εκτός αν είναι τα συκώτια της πρωταγωνίστριάς του!

2. Ο Λάνθιμος είναι το αντίθετο του Netflix

Γρήγορα πλάνα, ευκολοδιάκριτοι χαρακτήρες, εύκολα αστειάκια, διδακτισμός, cliff-hanging (αφηγηματική τεχνική για τη δημιουργία σασπένς), happy end, διευκρινιστικές αφηγηματικές σφήνες. Στο σινεμά του Λάνθιμου δεν θα βρείτε τίποτα από τα παραπάνω. Για τα προαναφερθέντα κινηματογραφικά ή τηλεοπτικά στοιχεία μπορείτε να καταναλώσετε χωρίς ενοχές το περιεχόμενο του Netflix, των μεγάλων στούντιο του Χόλιγουντ και των ελληνικών σίριαλ.

Ιστορίες Καλοσύνης
Στιγμιότυπο από τις «Ιστορίες Καλοσύνης». Courtesy of Searchlight Pictures Atsushi Nishijima
Στιγμιότυπο από τις «Ιστορίες Καλοσύνης».

Έχουμε μάθει να ζητάμε από τον κόσμο που μας περιβάλλει πράγματα που δεν μπορεί να δώσει. Από τη σχέση μας, τους φίλους μας, τους προϊστάμενούς μας – και μ’ αυτόν τον τρόπο τρέφουμε με γενναίες μερίδες το ανικανοποίητο που φωλιάζει μέσα μας. Ας σταματήσουμε, λοιπόν, να ζητάμε από τον Λάνθιμο πράγματα που δεν μπορεί να μας δώσει και να καλύψει μάλιστα ανάγκες που ουδέποτε υποσχέθηκε ότι μπορεί να ικανοποιήσει.

Η δουλειά του είναι διαφορετική. Να σκάβει πάνω από τη φαινομενολογία των πραγμάτων, να εξερευνά τα όρια της κινηματογραφικής αφήγησης και να απεικονίζει τον σχιζοφρενικό κόσμο που ζούμε με μεγάλες δόσεις χιούμορ. Αν έχουμε παρενέργειες στα παραπάνω κινηματογραφικά χαρακτηριστικά, καλύτερα να συνταγογραφούμε άλλους σκηνοθέτες.

3. Μια ταινία που δεν καταλαβαίνουμε δεν είναι απαραίτητα κακή

Από τα πρώτα λεπτά των «Ιστοριών Καλοσύνης» καταλαβαίνεις ότι πρόκειται για μια αυθεντικά λανθιμική ταινία. Ο Έλληνας σκηνοθέτης δεν έχει κάνει καμία απολύτως έκπτωση. Το φιλμ φαίνεται να λειτουργεί σαν μια ανάσα ελευθερίας από τα οσκαρικά δεσμά για τον Λάνθιμο. Όχι ότι έβαλε νερό στο κρασί του στο «Poor Things». Ίσα-ίσα, διεύρυνε τα όρια του mainstream μέχρι εκεί που δεν πήγαινε.

Λάνθιμος
Willem Dafoe και Margaret Qualley στις «Ιστορίες Καλοσύνης». Courtesy of Searchlight Pictures Atsushi Nishijima
Willem Dafoe και Margaret Qualley στις «Ιστορίες Καλοσύνης».

Αλλά, οι «Ιστορίες Καλοσύνης» (ιδιοφυώς ειρωνικός τίτλος) είναι κάτι μικρό, σκοτεινό και προσωπικό. Γι’ αυτόν τον λόγο, για κάποιους είναι απόλυτα απολαυστικό. Για άλλους, βασανιστικό. Αλλά οτιδήποτε στη ζωή μας έχει τόσο έντονα χαρακτηριστικά και ισχυρό στίγμα είναι φυσιολογικό να προκαλεί αντιδράσεις. Θετικές ή αρνητικές.

Τα έργα του Λάνθιμου δεν μπορεί να είναι αδιάφορα. Ή θα σε συνεπάρουν εγκεφαλικά, προσπαθώντας να λύσεις το Sudoku των συμβολισμών και των σκέψεων που βλέπεις στην οθόνη, ή θα εγκαταλείψεις σε κάποια φάση την προσπάθεια και θα πεις «έχω τόσες έγνοιες στο κεφάλι μου, δεν θα κάτσω να λύνω και λανθιμικές σπαζοκεφαλιές».

Αυτό, όμως, που πρέπει να έχουμε όλοι στο νου μας είναι ότι αν δεν καταλαβαίνουμε κάτι ή δεν έχουμε όρεξη να το ακολουθήσουμε, δεν χρειάζεται να το αφορίζουμε. Κάτι τέτοιο είναι δύσκολο στην εποχή των social media και του θριάμβου του αφιλτράριστου ψηφιακού παρορμητισμού που ζούμε, αλλά αξίζει να προσπαθήσουμε.

4. Λανθιμικοί – Αντιλανθιμικοί: Άλλος ένας ψηφιακός εμφύλιος

Όπως προαναφέραμε, το σινεμά του Γιώργου Λάνθιμου είναι προγραμματισμένο να προκαλεί αντιδράσεις. Αλλά κι εμείς δεν θέλουμε και πολύ να αρπάξουμε. Αποτελούμε ένα βαθιά εμφυλιακό έθνος, που ακόμη κι αν δεν έχουμε πράγματα να μας χωρίζουν, θα τα ανακαλύψουμε: Αριστεροί – Δεξιοί (οι κεντρώοι σπανίζουν), Εμβολιαστές – Αντιεμβολιαστές, Τσιτσιπακικοί – Αντιτσιτσιπακικοί και πάει λέγοντας.

Ο Λάνθιμος, λοιπόν, ταιριάζει γάντι στη διχαστική ιδιοσυγκρασία μας. Είναι ένας πετυχημένος Έλληνας που κάνει διεθνή καριέρα. Σε αυτήν τη συνθήκη, προσθέστε την ταπεινότητα του Λάνθιμου, την απόλυτα αντι-σταρ συμπεριφορά του και τη λιτότητά του, που έρχονται να δώσουν παραπάνω τροφή στους εχθρούς του. Κάπου εκεί το «ακατανόητο του Λάνθιμου» εξυψώνεται.

Λάνθιμος
Hong Chau και Jesse Plemons σε σκηνή της ταινίας. Courtesy of Searchlight Pictures Atsushi Nishijima
Hong Chau και Jesse Plemons σε σκηνή της ταινίας.

«Γιατί δεν μιλάει για τις ταινίες του; Γιατί δεν εξηγεί τους συμβολισμούς του; Να μην μας πει κι εμάς κάποιος επιτέλους τι είναι αυτό που βλέπουμε;» είναι μερικά από τα ερωτήματα που θέτουν οι αντι-λανθιμικοί.

Οι Λανθιμικοί ακολουθούν συνήθως την αφήγηση της ιντελιγκέντσιας που δεν συνδιαλέγεται με το πόπολο και απαξιοί να απαντήσει σε πρωτόλεια ερωτήματα. Και κάπως έτσι μαίνεται ένας ακόμη ψηφιακός εμφύλιος, στον οποίο δεν υπάρχει καμία επικοινωνία και επιχειρηματολογία. Μόνον τσιτάτα και γνωμικά.

Το καλύτερο, μάλλον, είναι να αφήσουμε τον κορυφαίο Έλληνα σκηνοθέτη να κάνει τη δουλειά του. Και όποιος θέλει ας τη δει… Κάποια πράγματα στη ζωή είναι απλά.

SLOW MONDAY NEWSLETTER

Θέλεις να αλλάξεις τη ζωή σου; Μπες στη λογική του NOW. SLOW. FLOW.
Κάθε Δευτέρα θα βρίσκεις στο inbox σου ό,τι αξίζει να ανακαλύψεις.