Alamy/Visualhellas.gr

ΛΥΚΑΝΘΡΩΠΟΙ, ΒΑΜΠΙΡ, ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ: ΤΙ ΦΟΒΟΥΝΤΑΝ ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΡΩΜΑΙΟΙ;

Φαντάσματα που στοιχειώνουν σπίτια, νεκρές νύφες που επιστρέφουν από τον τάφο, άνθρωποι που μεταμορφώνονται σε λύκους και μάγοι που καλούν τις ψυχές των νεκρών. Ο ελληνορωμαϊκός κόσμος είχε τις δικές του ιστορίες τρόμου, πολλές από τις οποίες θυμίζουν μορφές και έθιμα μεταγενέστερων παραδόσεων, όπως το Halloween. Ποιους φόβους έκρυβαν οι αρχαίες αυτές αφηγήσεις και ποιες τελετουργίες επιστράτευαν οι άνθρωποι για να αντιμετωπίσουν το υπερφυσικό; Ο μεταφραστής και υποψήφιος διδάκτορας Δημήτρης Λογοθέτης απαντά και μας ξεναγεί στον κόσμο του αρχαίου τρόμου.  

Βαμπίρ, φαντάσματα, λυκάνθρωποι, ζόμπι και κάθε λογής τέρατα έχουν την τιμητική τους τις ημέρες του Halloween, γιορτής με ρίζες που φτάνουν περί τα 2.000 χρόνια πίσω, στους αρχαίους Κέλτες και τη γιορτή του Samhain («Σόουιν»). Σύμφωνα με την παράδοση, εκείνο το βράδυ «χάνονταν» τα όρια ανάμεσα στους κόσμους των ζωντανών και των νεκρών, γι' αυτό και οι άνθρωποι άναβαν φωτιές και προσπαθούσαν να εξευμενίσουν τα πνεύματα, τόσο των προγόνων τους όσο και εκείνα που θεωρούσαν επικίνδυνα και κακά.

Δεν συμφωνούν όλοι οι ιστορικοί για την παραπάνω καταγωγή του Halloween, μα η δική μου απορία ήταν άλλη: μόνο οι Κέλτες φοβήθηκαν όσα βρίσκονταν πέρα από τον κόσμο των ζωντανών; Δεν υπήρξαν άλλοι πριν απ' αυτούς, οι δικοί μας αρχαίοι πρόγονοι φερ' ειπείν, που ένιωσαν φόβο για πλάσματα έξω απ' την ανθρώπινη φύση; Εκείνοι δεν προσπάθησαν να επικοινωνήσουν με τους νεκρούς τους; Τι πίστευαν για τα ξόρκια, τις κατάρες και τα φυλαχτά;

Η αναζήτηση απαντήσεων και ανθρώπων που θα μπορούσαν να τις δώσουν με έφερε στον πλέον αρμόδιο, όπως αποδείχτηκε. Ο Δημήτρης Λογοθέτης είναι υποψήφιος διδάκτορας κλασικής αρχαιολογίας στο ΕΚΠΑ, με συμμετοχή σε ανασκαφικά προγράμματα στην Κρήτη και διεθνή συνέδρια σχετικά με τις μαγικοθρησκευτικές πρακτικές της Ανατολικής Μεσογείου. Επιπλέον, είναι εισηγητής εκπαιδευτικών σεμιναρίων για τον λαογραφικό τρόμο στη λογοτεχνία και στον κινηματογράφο, ενώ εργάζεται ως μεταφραστής σε εκδοτικούς οίκους (βλ. «Το σημάδι του Θηρίου και άλλες ιστορίες αποικιοκρατικού τρόμου» και «Ο βουρκόλακας και άλλα μορμολύκεια» κ.ά.).

Μέσα από πέντε ερωτήματα, καθώς και φωτογραφίες και λεζάντες που ξεχώρισε και έγραψε ο ίδιος, ο Δημήτρης Λογοθέτης μάς ξεναγεί στις ιστορίες, τις πεποιθήσεις και τις τελετουργίες που έδιναν μορφή στον αρχαίο τρόμο.

Λυκάνθρωποι, βαμπίρ, ζόμπι... Υπήρχαν πλάσματα στην αρχαία ελληνική και ρωμαϊκή παράδοση που θυμίζουν τα τέρατα που συναντάμε σήμερα στο Halloween;

Στον ελληνορωμαϊκό κόσμο δεν υπήρχε μια ενιαία υπερφυσική παράδοση που να παρέμεινε αναλλοίωτη στους αιώνες. Οι δοξασίες αυτές άλλαζαν ανά τόπο και ανά τα χρόνια, επηρεασμένες από τις κοινωνικοπολιτικές και θρησκευτικές συνθήκες που επικρατούσαν. Έτσι, τα παρακάτω αποτελούν γενικεύσεις και μέρη ενός κανόνα που πολλοί, ιδίως φιλόσοφοι, αντιμετώπιζαν με δυσπιστία.

Στην αρχαιότητα δεν υπήρχαν βρικόλακες, όπως τους γνωρίζουμε σήμερα· η μορφή τους διαμορφώθηκε από την ελληνορθόδοξη παράδοση και την αλληλεπίδρασή της με τις σλαβικές και οθωμανικές δεισιδαιμονίες. Ωστόσο, συναντούμε αιμοβόρους ήρωες, νυχτερινούς δαίμονες που αποπλανούσαν άντρες ή απομυζούσαν βρέφη και λεχώνες, και νεκρούς που επέστρεφαν στον κόσμο των ζωντανών.

Λάμιες και νεκροζώντανοι

Χαρακτηριστικές είναι οι φιδόμορφες λάμιες, όπως εκείνη που αποκάλυψε ο Απολλώνιος ο Τυανεύς στην Κόρινθο λίγο πριν καταβροχθίσει τον μέλλοντα σύζυγό της, και η Έμπουσα με το ορειχάλκινο ή γαϊδουρινό πόδι, γνωστή από τους Βατράχους του Αριστοφάνη, που αμφότερες επιβίωσαν στο νεοελληνικό φαντασιακό.

Ο Παυσανίας, πάλι, αναφέρει τα εκδικητικά είδωλα του ήρωα της Τεμέσας, μια μαύρη μορφή με λυκοτόμαρο η οποία απαιτούσε ετήσιες ανθρωποθυσίες ώσπου την εξουδετέρωσε ο ολυμπιονίκης Εύθυμος, και του Ακταίoνα στη Βοιωτία, που κατευνάστηκε με την ταφή των οστών του και το δέσιμο ενός ειδωλίου πάνω σε έναν βράχο.

Ο φόβος των επικίνδυνων νεκρών αποτυπώνεται επίσης σε καθημερινές πρακτικές νεκροφοβίας ήδη από τη Νεολιθική περίοδο. Αποκλίνουσες ταφές, όπως εκείνες στην Καμάρινα της Σικελίας, στη Μερέντα της Αττικής και στο Λαγονήσι, περιλαμβάνουν νεκρούς θαμμένους μπρούμυτα ή σε στενούς λάκκους, καταπλακωμένους από μεγάλους λίθους ή κεραμικά θραύσματα, ακόμη και διαμελισμένους, ώστε να μην σηκωθούν.

Λυκάνθρωποι

Μια διαφορετική έκφανση της τερατώδους φύσης συνιστούσαν οι περιπτώσεις λυκανθρωπίας, όπου ο άνθρωπος μεταμορφωνόταν σε τετράποδο λύκο, συνήθως λόγω κατάρας ή με τη βοήθεια μαγείας και βοτάνων, ανεξάρτητα από τις φάσεις της σελήνης. Γνωστότερο παράδειγμα είναι ο Λυκάων που άλλαξε σε λύκο γιατί πρόσφερε τον ίδιο του το γιο ως γεύμα στον Δία.

Χαλκογραφία από την εικονογράφηση των Μεταμορφώσεων του Οβιδίου (Βιβλίο Ι), Hendrick Goltzius, 1589. Ο Λυκάωνας μεταμορφώνεται σε λύκο. Εθνική Πινακοθήκη της Ουάσιγκτον, Ουάσιγκτον. Alamy/Visualhellas.gr
Χαλκογραφία από την εικονογράφηση των Μεταμορφώσεων του Οβιδίου (Βιβλίο Ι), Hendrick Goltzius, 1589. Ο Λυκάωνας μεταμορφώνεται σε λύκο. Εθνική Πινακοθήκη της Ουάσιγκτον, Ουάσιγκτον.

Με τον συγκεκριμένο μύθο συνδέονταν τελετές προς τιμήν του Λύκαιου Δία στην Αρκαδία, που φέρονταν να περιλαμβάνουν ανθρωποθυσίες, κανιβαλισμό και προσωρινή μεταμόρφωση των συμμετεχόντων, χωρίς ωστόσο να υφίστανται αρχαιολογικά τεκμήρια που να υποστηρίζουν την πραγματοποίησή τους. Αντίστοιχες αναφορές διαβάζουμε στον Ηρόδοτο, σχετικά με τους Νευρούς, μια σκυθική φυλή μάγων που γίνονταν λύκοι και τούμπαλιν, και στον Οβίδιο, αναφορικά με τον γόητα Μόηρη από τον Πόντο.

Η πλέον αντιπροσωπευτική, βέβαια, είναι η ιστορία του απελεύθερου Νίκερου στο Σατυρικόν του Πετρωνίου, κατά την οποία ένας άντρας γδύνεται στο νεκροταφείο, ουρεί γύρω από τα ρούχα του και μεταμορφώνεται σε λύκο. Πρόκειται για την πρώτη αφήγηση στην οποία ο λυκάνθρωπος αναγνωρίζεται από τα τραύματα που υπέστη με τη μορφή θηρίου.

Τι πίστευαν οι αρχαίοι Έλληνες για τα φαντάσματα;

Ο ελληνορωμαϊκός κόσμος, από τα ομηρικά έπη και τις τραγωδίες της Κλασικής περιόδου μέχρι τα κείμενα των Ρωμαίων, βρίθει ιστοριών φαντασμάτων, στις οποίες οι νεκροί, ή καλύτερα τα είδωλά τους, επιστρέφουν στον κόσμο των ζωντανών. Πρόκειται συνήθως για βιαιοθάνατους, άωρους ή άταφους νεκρούς που:

  • γυρεύουν εκδίκηση, όπως η Κλυταιμνήστρα στην Ορέστεια,
  • απαιτούν τις πρέπουσες ταφικές τιμές, όπως ο Ελπήνορας στην Οδύσσεια, ή
  • διεκδικούν ό,τι δεν πρόλαβαν εν ζωή.

Ανάμεσά τους ξεχωρίζει η πρωιμότερη γνωστή ιστορία στοιχειωμένου σπιτιού, την οποία αφηγείται ο Πλίνιος ο Νεότερος, με πρωταγωνιστή τον Αθηνόδωρο. Ο στωικός φιλόσοφος νοίκιασε ένα διαβόητο σπίτι στην Αθήνα, στο οποίο ήρθε αντιμέτωπος με το φάντασμα ενός κάτισχνου, αλυσοδεμένου άντρα, μια μορφή που θυμίζει τον Τζέικομπ Μάρλεϊ από τη Χριστουγεννιάτικη Ιστορία του Καρόλου Ντίκενς. Ακολουθώντας τη σκιά στην αυλή, εντόπισε το σημείο όπου ήταν θαμμένος ένας σκελετός και, μετά την απόδοση των αρμοζόντων ταφικών τιμών, το πνεύμα αναπαύτηκε.

Ξυλογραφία από την εικονογράφηση του The Strange Story Book των A. Lang και L. Lang, Henry Justice Ford, 1913. «Ο Αθηνόδωρος έρχεται αντιμέτωπος με το φάντασμα». Alamy/Visualhellas.gr
Ξυλογραφία από την εικονογράφηση του The Strange Story Book των A. Lang και L. Lang, Henry Justice Ford, 1913. «Ο Αθηνόδωρος έρχεται αντιμέτωπος με το φάντασμα».

Ο Πλούταρχος, από την άλλη, σχολιάζει τα στοιχειωμένα λουτρά της Χαιρώνειας, όπου το φάντασμα ενός δολοφονημένου άντρα, του Δάμωνα, περιπλανιόταν θρηνώντας, ωσότου οι κάτοικοι σφράγιζαν τις εισόδους τους.

Τέλος, ο Φλέγων από τις Τράλλεις παραθέτει την ιστορία της Φιλίννιον, μιας νεαρής νιόπαντρης από την Αμφίπολη που έβγαινε από τον τάφο της για να σμίγει κρυφά με τον ανυποψίαστο φιλοξενούμενο της οικογένειάς της, τον Μαχάτη. Όταν οι γονείς της ανακάλυψαν τις νυχτερινές επισκέψεις της, η κοπέλα πέθανε για δεύτερη φορά, αφήνοντας πίσω το κύπελλο και το δαχτυλίδι της, αντικείμενα που είχαν τοποθετηθεί ως κτερίσματα στο μνήμα της. Οι κάτοικοι, για να δώσουν ένα σίγουρο τέλος, έκαψαν το σώμα της έξω από τα τείχη της πόλης.

Χαλκογραφία από την εικονογράφηση του Panorama der deutschen Klassiker των L. A. Bauer και A. Schott (Γ. Β. φον Γκαίτε, Η Νύφη της Κορίνθου), Carl Mayer και Alexander Simon. Η αποκάλυψη της νεκρής ερωμένης, εμπνευσμένη από την ιστορία του φαντάσματος της Αμφίπολης. Piemags/Alamy/Visualhellas.gr
Χαλκογραφία από την εικονογράφηση του Panorama der deutschen Klassiker των L. A. Bauer και A. Schott (Γ. Β. φον Γκαίτε, Η Νύφη της Κορίνθου), Carl Mayer και Alexander Simon. Η αποκάλυψη της νεκρής ερωμένης, εμπνευσμένη από την ιστορία του φαντάσματος της Αμφίπολης.

Επικοινωνούσαν οι αρχαίοι με τα πνεύματα των νεκρών τους και με τι τρόπους;

Η νεκρομαντεία φαίνεται πως ήταν γνωστή στον ελληνικό κόσμο ήδη από τους Πρώιμους Ιστορικούς Χρόνους. Σκοπός της ήταν, τις περισσότερες φορές:

  • η γνώση του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος,
  • ο εντοπισμός χαμένων αντικειμένων,
  • η επίλυση αδικιών.

Τις πρακτικές αυτές επόπτευαν οι θεοί του Κάτω Κόσμου, ο ψυχοπομπός Ερμής ή δευτερεύουσες θεότητες που σχετίζονταν με τη μαγεία, τα σταυροδρόμια και τα φαντάσματα, όπως η Εκάτη και η χθόνια νύμφη Μηλινόη.

Στην Οδύσσεια και συγκεκριμένα στη Νέκυια, ο Οδυσσέας, με την καθοδήγηση της Κίρκης, φτάνει στην άκρη του κόσμου, στη γη των Κιμμερίων, προκειμένου να συμβουλευτεί τον τυφλό μάντη Τειρεσία για την επιστροφή του στην Ιθάκη. Εκεί, κοντά στη συμβολή τριών ποταμών του Κάτω Κόσμου, ανοίγει έναν λάκκο και προσφέρει αίμα από ένα κατάμαυρο κριάρι και μια προβατίνα, όπως επίσης γάλα, μέλι και κρασί.

Λουκανικός ερυθρόμορφος καλυκωτός κρατήρας, Ζωγράφος του Δόλωνα, περ. 380-360 π.Χ. Απεικονίζει τον Οδυσσέα στον Κάτω Κόσμο, μαζί με τους συντρόφους του Ευρύλοχο και Περιμήδη. Στο χέρι κρατά το ξίφος με το οποίο απομακρύνει τις ψυχές των νεκρών. Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας, Παρίσι. Franck Legros/Alamy/Visualhellas.gr
Λουκανικός ερυθρόμορφος καλυκωτός κρατήρας, Ζωγράφος του Δόλωνα, περ. 380-360 π.Χ. Απεικονίζει τον Οδυσσέα στον Κάτω Κόσμο, μαζί με τους συντρόφους του Ευρύλοχο και Περιμήδη. Στο χέρι κρατά το ξίφος με το οποίο απομακρύνει τις ψυχές των νεκρών. Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας, Παρίσι.

Οι ψυχές των νεκρών συνωστίζονται αποζητώντας να ξεδιψάσουν με το αίμα, όμως ο ήρωας επιτρέπει μόνο σε ορισμένες να πιουν και να του μιλήσουν, όπως στη μητέρα του, που ξεγλιστρά σαν ομίχλη όταν επιχειρεί να την αγκαλιάσει, στον Αχιλλέα και στον Αγαμέμνονα. Αντίστοιχα, στους Πέρσες του Αισχύλου, η οικογένεια του Δαρείου πραγματοποιεί μια νεκρομαντική τελετή πάνω από τον τάφο του, ζητώντας συμβουλές από τον Μέγα Βασιλέα που γνωρίζει τόσο το παρελθόν όσο και το παρόν.

Παρά τις λογοτεχνικές αυτές μαρτυρίες, δεν διαθέτουμε αρχαιολογικά στοιχεία που να επιβεβαιώνουν την άσκηση παρόμοιων πρακτικών από τους Έλληνες, ενώ ορισμένοι μελετητές τις αποδίδουν σε επιρροές από την Ανατολία οι οποίες περιορίζονταν κυρίως στη γραμματεία.

Νεκρομάντες και ψυχοπομπεία

Από το τέλος της Αρχαϊκής περιόδου και εξής, οι αναφορές στη νεκρομαντεία πληθαίνουν, ενώ πλέον γνωρίζουμε την ύπαρξη νεκρομαντείων ή ψυχοπομπείων, όπως εκείνα του Αχέροντα και του Ταινάρου, κοντά σε περάσματα προς τον Κάτω Κόσμο. Στα ιερά αυτά, μέσα από καθαρμούς, ειδικές δίαιτες, θυσίες και λοιπά δρόμενα, και με τη συμβολή ενός κατάλληλα διαμορφωμένου αρχιτεκτονικού περιβάλλοντος, οι ζωντανοί αποπειρώνταν να επικοινωνήσουν με τους νεκρούς.

Πέρα από τις θεσμοθετημένες πρακτικές, κυκλοφορούσαν και ανεξάρτητοι νεκρομάντεις ή ψυχαγωγοί που αναλάμβαναν να εξορκίσουν ανήσυχα πνεύματα, να αποκαλύψουν δολοφόνους ή να προσφέρουν λύσεις στα προβλήματα των ζωντανών. Τέτοια παραδείγματα αποτελούν ο Αιγύπτιος μάντης Ζάχλας στον Χρυσό Όνο του Απουλήιου και ο Πέρσης μάγος που βοήθησε τον Νέρωνα να αναπαύσει το πνεύμα της δολοφονημένης μητέρας του.

Ετρουσκικό μελανόμορφο πινάκιο, Ζωγράφος του Τιτυού, Νεκρόπολη της Οστερίας στο Βούλτσι, περ. 520-540 π.Χ. Στο μετάλλιο απεικονίζεται μια αινιγματική λυκανθρωπική μορφή, ενώ στην εξωτερική ζωφόρο ο Ηρακλής να καταδιώκει τον Κένταυρο Νέσσο παρουσία της Δηιάνειρας. Εθνικό Ετρουσκικό Μουσείο στη Βίλα Τζούλια, Ρώμη. Dmitriy Moroz/Alamy/Visualhellas.gr
Ετρουσκικό μελανόμορφο πινάκιο, Ζωγράφος του Τιτυού, Νεκρόπολη της Οστερίας στο Βούλτσι, περ. 520-540 π.Χ. Στο μετάλλιο απεικονίζεται μια αινιγματική λυκανθρωπική μορφή, ενώ στην εξωτερική ζωφόρο ο Ηρακλής να καταδιώκει τον Κένταυρο Νέσσο παρουσία της Δηιάνειρας. Εθνικό Ετρουσκικό Μουσείο στη Βίλα Τζούλια, Ρώμη.

Τι γνωρίζουμε για τη μαγεία και τις κατάρες στον ελληνορωμαϊκό κόσμο;

Ήδη από τη μυθολογία μαθαίνουμε για πανίσχυρους μάγους και μάγισσες, όπως η Κίρκη που μεταμόρφωνε ανθρώπους σε θηρία, η ανιψιά της Μήδειας που υπέτασσε μυθικά πλάσματα και επανάφερε νεκρούς στη ζωή, και ο Ορφέας που με τη μουσική του εξουσίαζε τη φύση, κινούσε άψυχα αντικείμενα και γαλήνευε τα άγρια ζώα.

Σε αυτούς προστίθενται προσωκρατικοί φιλόσοφοι, όπως ο Πυθαγόρας και ο Εμπεδοκλής, που αντιμετωπίζονταν ως πανίσχυροι «σαμάνοι», ικανοί:

  • να προβλέπουν το μέλλον,
  • να πραγματοποιούν αστρική προβολή,
  • να θεραπεύουν ασθένειες,
  • να καλούν νεκρούς,
  • ακόμη και να ξεγελούν τον θάνατο.

Μαγεία

Η μαγεία (γοητεία) διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο και στην καθημερινή ζωή του ελληνορωμαϊκού κόσμου. Όπως μαρτυρούν οι μαγικοί πάπυροι, οι κατάδεσμοι, τα φυλαχτά και η γραμματεία, μάγοι και μάγισσες –ιδιαίτερο κύρος απολάμβαναν οι Αιγύπτιοι και οι Πέρσες– αναλάμβαναν επί πληρωμή την εκπλήρωση ιδιοτελών ή ανήθικων επιθυμιών, συχνά κρυφά λόγω απαγορεύσεων και διώξεων. Δρούσαν έτσι ανεξάρτητα από το επίσημο ιερατείο, αν και οι πρακτικές τους συχνά συνέπιπταν, συνδυάζοντας διαφορετικές θρησκευτικές παραδόσεις.

Παρότι φιλόσοφοι και πολιτικοί τούς κατήγγελλαν ως αγύρτες και τις υπηρεσίες τους ως τσαρλατανισμό, μαγικές πρακτικές και βιβλία χρησιμοποιούνταν ακόμη και από Νεοπυθαγόρειους, Νεοπλατωνικούς και λοιπούς λόγιους.

Κατάρες

Εξέχουσα θέση στις μαγικές πρακτικές κατείχαν οι κατάδεσμοι, μολύβδινες πινακίδες με χαραγμένες κατάρες, που καταχωνιάζονταν σε τάφους, πηγάδια και υπόγεια ιερά ώστε να μην εξουδετερωθούν. Επικαλούνταν χθόνιες θεότητες ή πρόσταζαν δαίμονες και επικίνδυνους νεκρούς να εκδικηθούν ή να τιμωρήσουν κάποιον, ενώ συχνά συνοδεύονταν από τρίχες, υφάσματα ή ομοιώματα του θύματος γεμάτα καρφιά και με δεμένα άκρα.

Πήλινη «κούκλα» με δεμένα χέρια και πόδια, και 13 χάλκινα καρφιά στο κεφάλι, το στόμα, τα αυτιά, τα μάτια, τα άκρα, το στήθος, τα γεννητικά όργανα και τα οπίσθια, 3ος-4ος αιώνα μ.Χ., πιθανόν από την Αίγυπτο. Βρέθηκε μέσα σε αγγείο μαζί με έναν κατάδεσμο που ζητούσε από χθόνιες θεότητες, δαίμονες και άωρους νεκρούς να δέσουν για πάντα την Πτολεμαΐδα και να την κάνουν να επιθυμεί ερωτικά μόνο τον Σαραπάμμονα. Μουσείο του Λούβρου, Παρίσι. CM Dixon/Heritage Images/Alamy/Visualhellas.gr
Πήλινη «κούκλα» με δεμένα χέρια και πόδια, και 13 χάλκινα καρφιά στο κεφάλι, το στόμα, τα αυτιά, τα μάτια, τα άκρα, το στήθος, τα γεννητικά όργανα και τα οπίσθια, 3ος-4ος αιώνα μ.Χ., πιθανόν από την Αίγυπτο. Βρέθηκε μέσα σε αγγείο μαζί με έναν κατάδεσμο που ζητούσε από χθόνιες θεότητες, δαίμονες και άωρους νεκρούς να δέσουν για πάντα την Πτολεμαΐδα και να την κάνουν να επιθυμεί ερωτικά μόνο τον Σαραπάμμονα. Μουσείο του Λούβρου, Παρίσι.

Οι σωζόμενες κατάρες αφορούν δικαστικές διαμάχες, εγκλήματα, επαγγελματικούς και αθλητικούς ανταγωνισμούς, καθώς και ερωτικές υποθέσεις, αξιώνοντας βάναυσες συμφορές. Ιδιαίτερα από την Ελληνιστική περίοδο και εξής την τιμητική τους είχαν τα ερωτικά ξόρκια με σκοπό την κατάκτηση του αντικείμενου του πόθου ή, σε περίπτωση απόρριψης, τη διάλυση σχέσεων και τη στέρηση της ερωτικής επιθυμίας και ικανότητας.

Υπάρχει κάποια σύνδεση των αρχαίων παραδόσεων και πεποιθήσεων με γιορτές όπως το Halloween;

Αν και το Samhain υπήρξε γιορτή της παγανιστικής Ιρλανδίας συνδεδεμένη με τον ερχομό του χειμώνα και το τέλος της σοδειάς, που αργότερα αφομοιώθηκε από τη χριστιανική Παραμονή των Αγίων Πάντων και μεταφέρθηκε στην Αμερική από τους μετανάστες, ανάλογες γιορτές συναντώνται σε πολλούς πολιτισμούς. Όπως το Halloween, σχετίζονταν κι αυτές συχνά με την εναλλαγή των εποχών και τον κύκλο της σοδειάς, περιλαμβάνοντας νεκρόδειπνα, προσφορές και πρακτικές προστασίας από επικίνδυνα πνεύματα.

Ανθεστήρια, Γενέσια και Λεμούρια

Η γνωστότερη σχετική γιορτή στην αρχαία Ελλάδα ήταν τα Ανθεστήρια, που τελούνταν στην Αθήνα προς τιμήν του Διονύσου από τις 11 έως τις 13 του μήνα Ανθεστηριώνα (τέλη Φεβρουαρίου ή αρχές Μαρτίου). Συγκεκριμένα, γιόρταζαν τον ερχομό της άνοιξης και την ωρίμανση του κρασιού, με άνοιγμα των πιθαριών που έφεραν την περσινή σοδιά, λουλούδια και συμμετοχή ακόμη και των δούλων.

Παράλληλα, αποτελούσαν και γιορτή των νεκρών, καθώς πιστευόταν ότι τις δύο πρώτες ημέρες οι ψυχές επέστρεφαν στην πόλη. Οι ημέρες θεωρούνταν αποφράδες και μιαρές, γι’ αυτό οι Αθηναίοι μασούσαν φύλλα κράταιγου ή ράμνου και άλειφαν τις πόρτες με πίσσα για να αποτρέψουν τα φαντάσματα. Την τρίτη ημέρα πρόσφεραν στον Χθόνιο Ερμή και στους νεκρούς φρούτα, όσπρια και χυλό από σπόρους, απαγορευμένο για τους ζωντανούς, ενώ στο τέλος της γιορτής εκδίωκαν συμβολικά τα φαντάσματα στον Κάτω Κόσμο.

Ο ΑΡΧΑΙΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΔΕΝ ΜΑΣ ΚΛΗΡΟΔΟΤΗΣΕ ΜΟΝΟ ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΥΡΙΑΡΧΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΤΡΟΜΟΥ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΠΟΛΛΑ ΑΠΟ ΤΑ ΥΠΑΡΞΙΑΚΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΤΟΝ ΤΡΟΦΟΔΟΤΟΥΝ.

Μια ακόμη αθηναϊκή γιορτή ήταν τα Γενέσια (5 του μήνα Βοηδρομιώνα, τέλη Αυγούστου–μέσα Σεπτεμβρίου), κατά τα οποία τιμούσαν τους προγόνους, επισκεπτόμενοι και στολίζοντας τους τάφους, προσφέροντας χοές, νηφάλιες σπονδές και θυσίες. Αντίθετα, τα ρωμαϊκά Λεμούρια (9, 11 και 13 Μαΐου) αποσκοπούσαν στον εξορκισμό κακόβουλων φαντασμάτων και ανήσυχων ψυχών, ιδίως άωρων και αδικοχαμένων νεκρών. Περιλάμβαναν επικλήσεις, προσφορές και αποτροπαϊκές τελετουργίες, όπως ρίψη κουκιών και χτύπημα χάλκινων σκευών.

Σύμφωνα με την παράδοση, καθιερώθηκαν από τον Ρωμύλο, τον ιδρυτή της Ρώμης, μετά τη δολοφονία του δίδυμου αδελφού του. Όπως οι πρώτες μέρες των Ανθεστηρίων, έτσι κι αυτές θεωρούνταν δυσοίωνες, με αποτέλεσμα οι ναοί να παραμένουν κλειστοί και να αποφεύγονται οι γάμοι.

Από την αρχαιότητα στο σήμερα

Όπως παρατηρούμε, πολλές από τις δοξασίες, τις γιορτές και τις απόκρυφες πρακτικές που απαντάμε σήμερα στη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο ή άλλους πολιτισμούς έχουν παράλληλα θέση στον ελληνορωμαϊκό κόσμο. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι οι παραδόσεις εκείνες διατηρήθηκαν αναλλοίωτες μέχρι τις μέρες μας. Αντίθετα, μεταβλήθηκαν μέσα στις χιλιετηρίδες, αφομοιώνοντας ποικίλες θρησκευτικές αντιλήψεις, λαϊκές πεποιθήσεις και ποιητικές εφευρέσεις.

Εκείνο που παραμένει αξιοσημείωτα σταθερό είναι οι φόβοι και οι αγωνίες που τις γέννησαν: ο θάνατος και το άγνωστο, η επιστροφή των νεκρών, η απώλεια της ανθρώπινης ταυτότητας και η δυνατότητα υπερφυσικής παρέμβασης στην καθημερινή ζωή. Υπό αυτή την έννοια, ο αρχαίος κόσμος δεν μας κληροδότησε μόνο ορισμένες από τις κυρίαρχες μορφές του σύγχρονου τρόμου, αλλά και πολλά από τα υπαρξιακά ερωτήματα που τον τροφοδοτούν.

SLOW MONDAY NEWSLETTER

Θέλεις να αλλάξεις τη ζωή σου; Μπες στη λογική του NOW. SLOW. FLOW.
Κάθε Δευτέρα θα βρίσκεις στο inbox σου ό,τι αξίζει να ανακαλύψεις.