ΜΠΟΡΕΙ Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΑΫΠΝΙΑΣ ΝΑ ΕΠΙΒΡΑΔΥΝΕΙ ΤΗ ΓΗΡΑΝΣΗ;
Αν υποφέρεις από αϋπνία δεν βάλλεται μόνο η σωματική και ψυχική σου υγεία, αλλά μπορεί να μπαίνεις και ταχύτερα σε διαδικασία γήρανσης.
Ένα πολύ μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού υποφέρει από αϋπνία, μια κατάσταση που αν γίνει χρόνια μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις τόσο στη σωματική όσο και στην ψυχική υγεία, επιβαρύνοντας συνολικά την ποιότητα ζωής του ατόμου. Μάλιστα, η κατάσταση αυτή φαίνεται να χειροτερεύει με την πάροδο των ετών, δυσκολεύοντας πολύ τον ύπνο για τα άτομα που μπαίνουν στην τρίτη ηλικία.
Μια αποτελεσματική θεραπευτική μέθοδος συχνά περιλαμβάνει τη γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία για την αϋπνία (CBT-I). Ο λόγος για μια δομημένη μορφή θεραπείας, ειδικά σχεδιασμένη για την αντιμετώπιση του προβλήματος, που αντί να παρέχει απλώς πληροφορίες για τον ύπνο, εστιάζει στις σκέψεις και τις συμπεριφορές που συμβάλλουν στην επίμονη δυσκολία έναρξης ή διατήρησης του ύπνου, χωρίς τις παρενέργειες που συνδέονται με τα υπνωτικά χάπια.
Τώρα μια νέα μελέτη υποδεικνύει ότι η CBT-I ενδέχεται να προσφέρει ακόμα περισσότερα, πέρα από τη βελτίωση του ύπνου. Πιο συγκεκριμένα, σε ηλικιωμένους με αϋπνία, η θεραπεία αυτή συσχετίστηκε με βραδύτερο ρυθμό βιολογικής γήρανσης.
Τι έδειξε η νέα μελέτη για τη σχέση αντιμετώπισης της αϋπνίας και γήρανσης;
Η μελέτη από το UCLA Health, η οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The Lancet Healthy Longevity, διαπίστωσε ότι η αντιμετώπιση της αϋπνίας με CBT-I συνδέθηκε τόσο με βελτιωμένα αποτελέσματα στον ύπνο όσο και με βραδύτερο ρυθμό βιολογικής γήρανσης, όπως αυτός εκτιμήθηκε μέσω επιγενετικών ρολογιών.
Η τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη δοκιμή περιέλαβε σχεδόν 100 ενήλικες ηλικίας 60 ετών και άνω από το Λος Άντζελες, οι οποίοι διεγνωσμένα υπέφεραν από διαταραχή αϋπνίας.
Οι συμμετέχοντες κατανεμήθηκαν σε μία από δύο ομάδες παρέμβασης: είτε στην ομάδα που έλαβε CBT-I (Γνωσιακή-Συμπεριφορική Θεραπεία για την Αϋπνία) είτε στην ομάδα ελέγχου, η οποία έλαβε εκπαίδευση σχετικά με τον ύπνο (παροχή γενικών πληροφοριών για τις υγιείς συνήθειες ύπνου).
Σύμφωνα με τους ερευνητές, τα άτομα που έλαβαν CBT-I είχαν σχεδόν τριπλάσιες πιθανότητες να παρουσιάσουν ύφεση της αϋπνίας τους σε σύγκριση με εκείνα που απλά έλαβαν την εκπαίδευση.
Παράλληλα, η μελέτη εξέτασε κατά πόσον η θεραπεία της αϋπνίας συνδεόταν με μεταβολές στη βιολογική γήρανση.
Η βιολογική γήρανση, σε αντίθεση με την χρονολογική ηλικία που μετρά τον αριθμό των ετών ζωής ενός ατόμου, αναφέρεται στις μεταβολές που συμβαίνουν στα κύτταρα και τους ιστούς με την πάροδο του χρόνου. Οι ερευνητές, μπόρεσαν να εκτιμήσουν στο πλαίσιο της μελέτης πτυχές αυτής της διαδικασίας χρησιμοποιώντας «επιγενετικά ρολόγια».
Επιπλέον, ανέλυσαν δείγματα αίματος που ελήφθησαν πριν από την έναρξη της θεραπείας διάρκειας 8 εβδομάδων, καθώς και κατά τη διάρκεια επισκέψεων παρακολούθησης μέσα στα επόμενα 2 έτη. Χρησιμοποίησαν δε τρεις δείκτες βιολογικής γήρανσης: τους DunedinPACE, GrimAge και PC-PhenoAge. Διαπίστωσαν, λοιπόν, ότι η CBT-I συνδεόταν με σημαντική επιβράδυνση του ρυθμού βιολογικής γήρανσης, όπως αυτός μετρήθηκε με τον δείκτη DunedinPACE.
Ωστόσο, τα ευρήματα δεν υποδηλώνουν ότι η CBT-I μπορεί να αναστρέψει τη γήρανση ή να καταστήσει κάποιον βιολογικά νεότερο. Το μήνυμα που φιλοδοξούν να μεταφέρουν οι ερευνητές είναι «πως υπάρχουν θεραπευτικές επιλογές για όσους πάσχουν από αϋπνία, και είναι σημαντικό αυτή να αντιμετωπίζεται όχι μόνο για να κοιμάται κανείς καλύτερα, αλλά και για να προστατεύεται η υγεία του», όπως εξήγησε σε άρθρο η επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, Judith Carroll, PhD, αναπληρώτρια καθηγήτρια Ψυχιατρικής στο UCLA Health.
Πώς σχετίζεται ο κακός βραδινός ύπνος με τη γήρανση;
Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που προκύπτουν στοιχεία για τη σχέση κακού βραδινού ύπνου και γήρανσης. Προγενέστερες έρευνες έχουν συσχετίσει την αϋπνία με δείκτες επιταχυνόμενης βιολογικής γήρανσης εξηγώντας πως αυτή μπορεί να επηρεάσει διάφορες διαδικασίες που σχετίζονται με την υγεία, όπως τη ρύθμιση του στρες, ο μεταβολισμός, η φλεγμονή και η καρδιαγγειακή λειτουργία. Με την πάροδο του χρόνου, λοιπόν, οι διαταραχές σε αυτά τα συστήματα θα μπορούσαν ενδεχομένως να συμβάλουν στην εμφάνιση νοσημάτων που σχετίζονται με τη γήρανση.
Συνεπώς, οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι η βελτίωση του ύπνου θα μπορούσε να αποτελέσει έναν τρόπο επηρεασμού ορισμένων βιολογικών διαδικασιών που συνδέονται με τη γήρανση. Ωστόσο, οι βιολογικοί μηχανισμοί που διέπουν αυτή τη συσχέτιση παραμένουν ασαφείς.
Όπως τονίζει η Carroll, «Αναγνωρίζουμε ότι ο ύπνος αποτελεί μια σημαντική περίοδο κατά την οποία επιτρέπεται στις βιολογικές διαδικασίες του οργανισμού να ανακάμψουν από τη δραστηριότητα και τους στρεσογόνους παράγοντες της ημέρας. Κατά τη διάρκεια του ύπνου ενεργοποιείται το παρασυμπαθητικό νευρικό σύστημα, το οποίο λειτουργεί ανασταλτικά για το συμπαθητικό νευρικό σύστημα».
Με την CBT-I ως θεραπευτικό εργαλείο, όμως, μπορεί να βελτιωθεί η συνολική ρύθμιση του νευρικού συστήματος μέσω τεχνικών διαχείρισης του στρες, του εντοπισμού των ερεθισμάτων που προκαλούν στρες ή άγχος και της εκμάθησης αναδόμησης του εσωτερικού τρόπου αντίδρασης σε αυτά τα ερεθίσματα. Παράλληλα, όπως εξηγεί η ερευνήτρια, η θεραπεία αυτή επαναπρογραμματίζει τον οργανισμό ώστε να συνδέσει ξανά την ώρα του ύπνου και τη μετάβαση στο κρεβάτι με τον ίδιο τον ύπνο, αξιοποιώντας τεχνικές υγιεινής του ύπνου.
Καταλήγει, λοιπόν, πως «Η CBT-I αποτελεί μια άρτια σχεδιασμένη προσέγγιση για την αντιμετώπιση της αϋπνίας και είναι εξαιρετικά αποτελεσματική για πολλούς ανθρώπους. Πρόκειται, δηλαδή, για τη θεραπεία αναφοράς (gold standard) στην τρέχουσα ιατρική πρακτική».
Και σημειώνει πως θα χρειαστούν μεγαλύτερες μελέτες για να διαπιστωθεί κατά πόσο η CBT-I επιβραδύνει άμεσα τη γήρανση, καθώς και περισσότερες μετρήσεις από αυτές που έχουν να προσφέρουν τα επιγενετικά ρολόγια. «Ωστόσο, όσο καλύτερα καταφέρνουμε να κοιμόμαστε, και εφόσον αυτή η βελτίωση στον ύπνο διαρκέσει πολλά χρονιά, ενδέχεται να μπορέσουμε να παρατηρήσουμε αλλαγές στο βιολογικό μας ρολόι».